Saturday, August 28, 2010

Inception

 

Inception-Poster


Τίτλος: Inception

Σκηνοθέτης: Christopher Nolan

Παραγωγή: 2010

 

Το Ιnception είναι μία αρκετά φιλόδοξη παραγωγή, τουλάχιστον στα μάτια του σκηνοθέτη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είχε την ιδέα για την ταινία στο μυαλό του για περίπου μία δεκαετία. Ο λόγος; Τον γοητεύει ο κόσμος των ονείρων και οι δυνατότητές τους. Γι αυτό και το σενάριο έχει ως εξής: ο Cobb (Leonardo di Caprio) έχει την ικανότητα να μπαίνει στα όνειρα ανθρώπων και να κλέβει μυστικά από τα υποσυνείδητά τους. Ο ίδιος κατηγορείται για τον φόνο της συζύγου του, τον οποίο φυσικά και δεν έχει διαπράξει. Μια μέρα του παρουσιάζεται η εξής επαγγελματική πρόταση από έναν Γιαπωνέζο επιχειρηματία: να μπει στα όνειρα κάποιου άλλου επιχειρηματία, και να του εμφυτεύσει μια ιδέα ώστε ο τελευταίος  να καταφέρει να διαλύσει και να πουλήσει την κολοσσιαία επιχείρηση που πρόκειται να κληρονομήσει από τον πατέρα του. Ως αντάλλαγμα, ο Cobb θα μπορέσει να επιστρέψει σπίτι του και θα αφεθεί ελεύθερος από όλες τις κατηγορίες, από την αμερικάνικη κυβέρνηση.

Η ταινία είναι αξιοθαύμαστη για το στυλιζαρισμένο look, κάποια εντυπωσιακά εφέ (αν σας ενδιαφέρουν τέτοια πράγματα) και το πολύ καλό μοντάζ (αν σας ενδιαφέρει το τεχνικό μέρος). Από εκεί και πέρα όλα γίνονται αστραπιαία: η ταινία έχει διάρκεια 2μισι ώρες και δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή που να κρατάει πάνω από 10 δευτερόλεπτα! Πρόκειται για μία απίστευτα γρήγορη ταινία που καθιστά δύσκολη τη συγκέντρωση του θεατή. Αρκετές από τις αρνητικές κριτικές που γράφτηκαν στον ξένο Τύπο επικεντρώνονται στο παραπάνω. Εγώ δεν το θεωρώ τόσο σημαντικό. Οι αδυναμίες τις ταινίες βρίσκονται παντού.

Inception_still2323

Ο Νόλαν, πέρα από τον χαρακτήρα του Di Caprio φαίνεται να αδιαφορεί να μας αφήσει να μπούμε στο πετσί των υπόλοιπων πρωταγωνιστών, και υπενθυμίζω πως μιλάμε για ταινία που κρατάει 2μισι ώρες, αρκετός χρόνος δηλαδή για να αναδυθούν όλοι οι χαρακτήρες. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης φαίνεται να μη μπορεί να κρατήσει επιτυχημένα μία σκηνή με όλους τους πρωταγωνιστές μαζί, ώστε να δούμε την αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους. Λογικό θα μου πείτε, μιας και οι σκηνές εναλλάσσονται αστραπιαία! Όλα αυτά όμως έχουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη πραγματικού συναισθήματος: δεν υπάρχει ούτε ένας ανθρώπινος χαρακτήρας με τον οποίο να μπορεί ο θεατής να ταυτιστεί συναισθηματικά.  Κι αυτό γιατί ο Νόλαν επικεντρώνεται τόσο στη πλοκή και την τεχνική επεξήγηση του σχεδίου των ηρώων και του πως λειτουργεί η εμφύτευση ιδεών, που πραγματικά ξεχνάει σχεδόν να μας δείξει την ανθρώπινη πλευρά τους, μην αφήνοντας την ταινία να αναπνεύσει συναισθηματικά.

Δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της ταινίας: η έλλειψη ερμηνειών. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο μας έχει αποδείξει ότι μπορεί να παίξει καλά. Ωστόσο οι ερμηνευτικές του δυνατότητες σε αυτή την ταινία περιορίζονται σε μερικές γκριμάτσες, στο να υψώνει τη φωνή του και να συνοφρυώνεται. Ίσως ένας άλλος ηθοποιός να μπορούσε να σκιαγραφήσει καλύτερα την προσωπικότητα του Cobb, κυρίως την συνύπαρξη της σκοτεινής του φύσης ως επαγγελματία κλέφτη υποσυνείδητων και της συναισθηματικής του φύσης, συγκεκριμένα τη σχέση του με τη γυναίκα του (κάτι που περίμενα σε όλη την ταινία ο σκηνοθέτης να αναπτύξει συναισθηματικά, αλλά… μάταια!)

Το soundrack του Hans Zimmer όσο εντυπωσιακό κι αν ακούγεται, κουράζει μετά από 2μισι ώρες: είναι πομπώδες, πολύ δυνατό και υπερφιλόδοξο. Το ίδιο κουράζει και το γρήγορο μοντάζ και οι εναλλαγές σκηνών. Αν τον σκηνοθέτη τον ενδιαφέρει τόσο ο κόσμος των ονείρων, τότε δεν υπήρχε κάποιος πιο ήπιος τρόπος να μας τον παρουσιάσει; Δεν λέω, ο καθένας έχει τις δικές του καλλιτεχνικές ιδέες, αλλά σε μία ταινία που επί 2μισι ώρες το πιστολίδι και το κυνηγητό δεν σταματάει, η μουσική ολοένα και δυναμώνει, το σενάριο περιπλέκεται περισσότερο, δεν ξέρω κατά πόσο μιλάμε για ειλικρινή απόπειρα ανάλυσης κάποιου θέματος ή για ένα προσωπικό project εντυπωσιασμού.

inceptLeo and Ellen get explosive wIX68y1s-Yrl

Προσωπικά βρήκα την ταινία απίστευτα κουραστική, και πρέπει να πω ότι από τα πρώτα δυσνόητα λεπτά μέχρι το over-the-top φινάλε (τρία όνειρα, το ένα μέσα στο άλλο, και αδιάκοπο πιστολίδι χωρίς νόημα στα χιόνια) είχα την συναίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλούσε, όσο συγκεντρωμένος κι αν ήμουν. Ωστόσο έμεινα μέχρι το τέλος γιατί είχα την ελπίδα ότι κάτι ίσως φωτίσει την ταινία  (κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη). Αυτά βέβαια δεν είναι παρά οι προσωπικές μου απόψεις. Π.χ., αν και η ταινία πήρε μικτές κριτικές από τον ξένο Τύπο στο imdb βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην 4η θέση στις προτιμήσεις του κοινού. Επίσης, να επισημάνω ότι έχει παρατηρηθεί ένα μεγάλο fan club που υποστηρίζει με πάθος την ταινία, κυρίως λόγο του πρωτότυπου σεναρίου της: είναι οι ίδιοι υποστηρικτές που έχουν μυθοποιήσει παρόμοιες ταινίες: Matrix, Memento, Old Boy, Fight Club – ταινίες με στυλ που προσπαθούνε κάτι καινούριο  από άποψη σεναρίου (συνήθως μπλέκοντας τη μνήμη, το φανταστικό με το πραγματικό, το υποσυνείδητο, και πλασάροντας μια μετα-κομπιουτερίστικη αμπελοφιλοσοφία). Η αντίληψη περί πρωτότυπου σεναρίου, ωστόσο, είναι υποκειμενική (π.χ. για μένα πρωτότυπο σενάριο έχει η Κόκκινη Ταινία, το Persona, το Inland Empire…), το ίδιο και το στυλ (υπάρχει το καλλιτεχνικό, το λυρικό, το φωτογραφικό, το στυλ βίντεο-κλιπ, το στυλ video game σαν αυτό της συγκεκριμένης ταινίας, κ.ο.κ.)

Άλλωστε το ότι η ταινία δίχασε κριτικούς σημαίνει ότι το ίδιο θα κάνει και με το κοινό. Για το είδος της ταινίας που ανήκει, είναι πολύ κάτω του μετρίου. Αυτή είναι η άποψή μου. Πολύ στυλ, καθόλου ουσία. Αν σας ενδιαφέρουν ταινίες δράσης με "δράση" ή επιστημονικής φαντασίας με έξυπνο σενάριο, αλλά και σκηνοθεσία που σε κρατάει σε ενδιαφέρον, έχω να αντιπροτείνω τις εξής των τελευταίων χρόνων: το πολύ καλό Heat του Michael Mann, το Bourne Ultimatum, το Minority Report, το Contact, άντε και το Avatar (σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, απλώς αυτές μου ήρθαν τώρα στο μυαλό). Αν από την άλλη σας ενδιαφέρει το καλλιτεχνικό σινεμά, μείνετε μακριά! Αξίζει να δει κάποιος την ταινία για τα εντυπωσιακά εφέ και το επαγγελματικό (αν και κουραστικό) μοντάζ. Και μιας και δεν προσβάλλει τον θεατή με κανέναν τρόπο, συν το ότι προέρχεται κι από έναν ανερχόμενο σκηνοθέτη του Holywood, θα είμαι επιεικής και με τη βαθμολογία μου, σύμφωνα με τα στάνταρντ αυτού του ιστολογίου.

Προσωπική αξιολόγηση:   2 / 11

Friday, April 30, 2010

Le Notti di Cabiria

 nights-of-cabiria


Τίτλος: Οι Νύχτες της Καμπίρια (Le Notti di Cabiria)

Σκηνοθέτης: Federico Fellini

Παραγωγή: 1957

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να γράψω γι αυτή την ταινία, γιατί οποιαδήποτε απόπειρα προσέγγισης πιστεύω θα μπορούσε να μειώσει την ουμανιστική της αξία. Όμως δεν άντεξα, σκέφτηκα ότι αν γράφοντας γι' αυτήν μπορέσω να πείσω έστω και έναν άνθρωπο να την δει, τότε αξίζει!

Το σενάριο ακούγεται απλό: παρακολουθούμε διάφορες στιγμές από τη ζωή της Καμπίρια – μιας αφελούς, αλλά πολύ συμπαθούς πόρνης που ζει στη παράγκα της σε ένα φτωχικό προάστιο της Ρώμης.  Τη μία κακουχία διαδέχεται η άλλη, καθώς η Καμπίρια γνωρίζει διάφορους άνδρες που την εκμεταλλεύονται. Ουσιαστικά φαίνεται σαν όλος ο κόσμος να είναι στραμμένος εναντίον της. Ακόμα και στιγμές που για άλλους είναι στιγμές ξεγνοιασιάς και διασκέδασης, για την ίδια είναι εφιάλτης: στη μέση της ταινίας παρακολουθούμε την Καμπίρια να μπαίνει σε ένα θέατρο για να δει μία παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού, πιστεύοντας ότι έτσι θα ξεχάσει τα προβλήματά της. Ωστόσο τη στιγμή που πάει να καθίσει στη θέση της, ο ταχυδακτυλουργός θα τη σηκώσει στη σκηνή όπου, αφού την υπνωτίσει, δεν θα διστάσει να την εξευτελίσει μπροστά σε ένα κοινό που δεν διστάζει να γελάει με τα καμώματά της στη σκηνή. Πραγματικά είναι λες και δεν υπάρχει ούτε καν μία άσπρη μέρα για την δύσμοιρη Καμπίρια.

notti-di-cabiria-le-17557

Η προσωπικότητα της Καμπίρια σκιαγραφείται και ξεδιπλώνεται μέσα από λεπτομέρειες: το γλυκόπικρο χαμόγελο της, τις κάλτσες μέχρι τον αστράγαλο, τον μελαγχολικό ενθουσιασμό της για τη ζωή των πλούσιων, τη συμπόνια της για τους φτωχούς, την περηφάνια της για το σπιτικό της (στην κυριολεξία τίποτα περισσότερο από μία παράγκα). Ο χαρακτήρας της δεν θα μπορούσε να είναι πιο αγνός μέσα σε όλη την αφέλειά του. Η ανάγκη της "ηρωίδας" για στοργή και αποδοχή διαφαίνεται με κάθε κίνησή της, είτε κρατάει αγκαλιά μια κότα είτε έναν σκύλο. Ακούγονται μελοδραματικά κι όμως δεν είναι. Ο Φελίνι ξέρει πώς να αποφύγει το μελόδραμα και τις εύκολες συγκινήσεις ακόμα κι όταν η ταινία ανασαίνει μέσα από την τόσο μεσογειακά ανθρώπινη μουσική του Νίνο Ρότα.

Σε πολλές ταινίες του ο Φελλίνι φαίνεται να ενδιαφέρεται για το πώς οι χαρακτήρες του -τους οποίους παρουσιάζει ως απλούς, καλοκάγαθους ανθρώπους οι οποίοι  ζούνε σε έναν  σκληρό κόσμο όπου κυριαρχεί το χρήμα, οι υλικές και σαρκικές απολαύσεις-, πώς αυτά τα ίδια άτομα ουσιαστικά ζητούν οι ίδιοι την εξιλέωση και το νόημα της ύπαρξής τους. Δύο σκηνές ξεχωρίζουν στις Νύχτες της Καμπίρια ως προοίμιο αυτής της εσωτερικής αναζήτησης και πνευματικής αφύπνισης: η πρώτη όταν η Καμπίρια θα συναντήσει έναν καλό Σαμαρείτη τα ξημερώματα, ο οποίος μοιράζει ρούχα και τρόφιμα σε φτωχούς που ζούνε σε σπηλιές (!!!) «Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτή τη δουλειά», θα ρωτήσει η Καμπίρια. «Ούτε κι εγώ ξέρω», θα απαντήσει ο ίδιος. Μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι ένα από τα περιστατικά που θα σταθούν αφορμή για να προβληματίσουν την Καμπίρια και να βγάλουν πιο κοντά στην επιφάνεια τον φιλεύσπλαχνο εαυτό της, ή καλύτερα, να την κάνουν να αναζητήσει ένα νόημα στη ζωή της, το όποιο ίσως και να κρύβεται στο υποσυνείδητο όλων μας (όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Καμπίρια). Αργότερα στην ταινία, όταν η Καμπίρια αποφασίζει να επισκεφθεί με μία φίλη της ένα μοναστήρι, θα πει αρχικά, «Τι να ζητήσω, αφού τα έχω όλα!"», ενώ αργότερα θα αποφασίσει να ζητήσει «τη χάρη της Παναγίας».

sett040725h

Μες στη φτώχεια της και τα προβλήματά της η Καμπίρια θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα, όλοι άνδρες, που εμφανίζονται σαν από μηχανής Θεοί για να την βγάλουν από τη μιζέρια της, όλοι ωστόσο φαίνονται να θέλουν να την εκμεταλλευτούν. Μέσα σε όλη αυτή την εκμετάλλευση και γελοιοποίηση, σε μία σημαντική σκηνή στην ταινία, θα γνωρίσει τον Όσκαρ ο οποίος θα παρουσιαστεί ως ένας νέος άγγελος εξ ουρανού και ως σωτήρας της Καμπίρια, μιας και φαινομενικά είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους άνδρες που έχει γνωρίσει: ευγενικός, στοργικός, ευαίσθητος και δείχνει να νοιάζεται πραγματικά για την Καμπίρια ως άνθρωπο, μιας και αδιαφορεί να μάθει καν για το επάγγελμα της.

Η ταινία ξεχωρίζει για την απίστευτα ανθρώπινη και συγκινητική ερμηνεία της Giuletta Massina (σύζυγο του Φελίνι) η οποία βραβεύτηκε και με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις Κάννες το 1957. Πιστεύω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να δει αυτή την ταινία χωρίς έπειτα να τον έχει στοιχειώσει το αισιόδοξα πονεμένο χαμόγελο της Καμπίρια! Δεύτερος αυτουργός, φυσικά, ο ίδιος ο Φελλίνι. Ευαίσθητη σκηνοθεσία χωρίς να είναι μελοδραματική, ουμανιστική προσέγγιση που αποφεύγει κάθε δογματισμό αλλά βασίζεται στην καθημερινότητα απλών ανθρώπων, λιτά αλλά ωραία πλάνα που δεν βαραίνουν τη γήινη αισθητική της ταινίας. Κυρίως όμως έκπληξη προκαλεί (όπως και στις υπόλοιπες ταινίες του Φελλίνι) πως ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φέρει μαζί τόσους διαφορετικούς κόσμους, διαφορετικά μέρη (είτε πρόκειται για ελιτίστικα νυχτερινά κλαμπ, είτε για εξοχικά μοναστήρια) και διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, πλάθοντας έναν άκρως ρεαλιστικό κόσμο, και πείθοντάς μας εν τέλει ότι αυτές οι διάφορες δεν μπορούν να είναι παρά μόνο επιφανειακές…

Η ταινία αυτή με άγγιξε βαθύτητα με τον ουμανισμό και την αμεσότητά της. Μπορεί να μην έχει να κάνει με εγκεφαλικό κινηματογράφο, ούτε με Μπεργκμανικούς διαλόγους, ούτε με μία υπερβατική πνευματικότητα, ούτε με άκρατο λυρισμό - για να αναφέρω μερικά από τα είδη των ταινιών που έχω παρουσιάσει σε αυτό το ιστολόγιο. Έχει να κάνει όμως με ένα από τα πιο δύσκολα και βασικά "εμπόδια" στη ζωή μας: την ικανότητά μας να νιώθουμε άνθρωποι και την απίστευτη δύναμη που κατέχουμε να υπερπηδάμε κάθε εμπόδιο. Κορυφαία στιγμή για τον Φελλίνι και τέτοια είναι η συναισθηματική αμεσότητα της ταινίας που δεν μπορώ παρά να την βαθμολογήσω πρώτα με την καρδιά μου και να της βάλω 10. Πρόκειται για μία ταινία που ο καθένας θα έπρεπε να δει για να θυμηθεί τις συναισθηματικές αδυναμίες μας και τις δυνατότητές μας.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:    10  / 11

Αν θέλετε να πάρετε μία γεύση από το εκπληκτικό soundtrack του Νίνο Ρότα δείτε το κλιπάκι που ακολουθέι με φωτογραφίες από την ταινία:

Thursday, November 12, 2009

Das Weisse Band

the_white_ribbon_poster-424x600

 

Τίτλος: Η Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band)

Σκηνοθέτης: Michael Haneke

Παραγωγή: 2009


Όταν έμαθα ότι ο Χάνεκε πρόκειται να γυρίσει σε remake την ταινία του Funny Games απογοητεύτηκα αρκετά: Αφενός, επειδή για μένα το Funny Games αποτελεί τη μοναδική ταινία του σκηνοθέτη που δεν μπορώ να χωνέψω (λίγο ρητορική, λίγος δογματισμός, λίγο κήρυγμα, λίγο το κλείσιμο του ματιού στην κάμερα...), αφετέρου τι δουλεία είχε ο Χάνεκε με το αμερικάνικο κοινό; Πίστευε ότι πραγματικά μπορούσε να τους δώσει ένα μάθημα ή ότι αξίζει να προωθήσει την ταινία του ως προϊόν μαζικής κουλτούρας; Έπειτα, αφού έγινε το remake, διάβασα ότι πρόκειται να σκηνοθετήσει τη Λευκή Κορδέλα (επιτέλους ταινία του στα γερμανικά αυτή τη φορά!) και ανακουφίστηκα. Φαίνεται ότι ο Χάνεκε θα επέστρεφε στα γνωστά θέματα του με νέο υλικό αυτή τη φορά. Διαβάζοντας για την υπόθεση της ταινίας και βλέποντας κάποια κλιπάκια, είχα πει ότι σίγουρα θα έφευγε από τις Κάννες με τον Χρυσό Φοίνικα (διαβάστε εδώ την πρόβλεψη, την ανακοίνωση των βραβείων και τα συγχαρητήρια) και, πολύ πιθανό, σε λίγους μήνες να κερδίσει και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Η Λευκή Κορδέλα ήταν ακριβώς όπως την περίμενα και λίγο καλύτερη. Πρόκειται για την πιο αυστηρά συμμετρική σκηνοθεσία του Χάνεκε: ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έξοχα καδραρισμένα πλάνα. Ως συνήθως, έλλειψη μουσικής επένδυσης. Ερμηνείες απίστευτα ρεαλιστικές. Η χρονική διάρκεια κάθε πλάνου φαίνεται να είναι μετρημένη με μαθηματική ακρίβεια. Ακόμα και η προφορά των λέξεων και η αυστηρή δομή και σύνταξη της όμορφης γερμανικής γλώσσας ακούγεται σαν θεατρική πρόζα. Όλα αυτά τα στοιχεία της  καλοκουρδισμένης σκηνοθεσίας συνθέτουν μία ταινία βαριά, ασήκωτη σχεδόν, ταινία που ευτυχώς δεν προορίζεται για τις μάζες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σπουδαίο κινηματογραφικό έργο τέχνης (όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως).

bandFamilie


Η ταινία καταπιάνεται με τα θέματα της τάξης, της οργάνωσης, της καταπίεσης γενικότερα (οικογενειακής, κοινωνικής, σεξουαλικής), τα οποία ξεδιπλώνονται ως μία σειρά ανεξήγητων, φαινομενικά, συμβάντων σε ένα γερμανικό χωριό, λίγο πριν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χάνεκε αποφεύγει το δράμα και τις στομφώδεις δηλώσεις και με ήπιους τόνους αναπαριστά μία ασφυκτικά δομημένη κοινωνία, κρατώντας ταυτόχρονα τη συναισθηματική ένταση να υποβόσκει, σε σημείο όπου ο θεατής αναμένει την έξαρση να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή. Η αποτύπωση των χαρακτήρων και των συμβάντων στο γερμανικό χωριό είναι τόσο λεπτομερής, που ακόμα και μετά την ταινία μορφασμοί και εκφράσεις των χαρακτήρων, φωτογραφίες των τοπίων που φαίνονται να αποτελούν προέκταση του κρυφού ψυχισμού των κατοίκων του, επιστρέφουν στη μνήμη μας με τον μοναδικό τρόπο που ένας Μπέργκμαν θα κατάφερνε. Η ταινία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αφού πλέον έχουμε κατακτήσει τις ελευθερίες που σαφώς οι ήρωες της ταινίας στερούνται, τότε γιατί εξακολουθούμε να έχουμε ενδοιασμούς; Γιατί η επικοινωνία φαντάζει ακόμα και σήμερα τόσο δύσκολη όσο αποξενωμένη διατυπώνεται στην ταινία; Ο Χάνεκε δεν προσπαθεί να ρητορεύσει ότι ο ψυχαναγκασμός και η καταπίεση του γερμανικού λαού έγιναν αίτιο για τον φασισμό και τον πόλεμο που ακολούθησε, όπως αρκετές κριτικές εύκολα βιάστηκαν να συμπεράνουν. Κάτι τέτοιο θα παραήταν εύκολο για έναν σκηνοθέτη της εμβέλειας του Χάνεκε που θέτει πάντα μόνο ερωτήματα όπως ο ίδιος έχει δηλώσει άλλωστε. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, αφού κανείς και όλοι ταυτόχρονα θα μπορούσαν να είναι οι δράστες στην ταινία. Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να λαμβάνει τόπο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία κάθε χώρας και όχι μόνο στη Γερμανία.

bandField 
Η Λευκη Κορδέλα ταινία φαίνεται να προτρέπει τους κριτικούς επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους (στο Rotten Tomatoes αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε μία αρνητική κριτική). Ο Χάνεκε είναι μέσα στους πραγματικά ελάχιστους μεγάλους δημιουργούς της εποχής μας και ένας σκηνοθέτης που θα αφήσει ιστορία στην πορεία του κινηματογράφου. Άκρως διανοούμενος, βαθυστόχαστος, έχει το θάρρος να θέτει μόνο μεγάλα ερωτήματα, αγνοώντας τη δίψα του κοινού για εύκολες απαντήσεις. Από αυτή την άποψη είναι ένας πραγματικός auteur, του οποίου η Τέχνη και το όραμα δεν γνωρίζουν συμβιβασμούς.

bandBird
Για όσους με κατηγορούν ότι τίθεμαι πάντα υπέρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αγνοώντας τον αμερικάνικο, ένα έχω να πω: ας αναλογιστεί κάποιος τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργείται ο κινηματογράφος ως  διασκέδαση και ο κινηματογράφος ως Τέχνη. Από τη μία έχουμε τα  τα γελοία ποσά που πληρώνονται οι ηθοποιοί στο Χόλυγουντ για τις κατω-του-μετριου ερμηνείες του, και από την άλλη έχουμε ένα πλήθος άγνωστων γερμανών ηθοποιών σε αυτή την ταινία (στην πλειοψηφία παιδιά!!!) να ζούνε το ρόλο τους καλύτερα από κάθε celebrity "ηθοποιό". Το σίγουρο είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών στη Λευκή Κορδέλα μου έφεραν στον νου αντίστοιχες μεγάλων ευρωπαίων ηθοποιών.

bandBarn 
Συχνά, βλέποντας μία κλασική ταινία που σήμερα θεωρείται αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αναρωτιέμαι τι να σκεφτόταν άραγε τότε το κοινό και η κριτική; Τι συνέβη μετά την πρώτη προβολή μιας σπουδαίας ταινίας; Ο κόσμος τη θεώρησε αμέσως αριστούργημα ή μήπως δεν είχε καταλάβει ακριβώς για πόσο σημαντικό έργο τέχνης πρόκειται; Πώς ένιωσαν, άραγε, αυτοί που ήταν παρόντες στις πρώτες  προβολές ενός τέτοιου σπουδαίου έργου; Η απορία μου αυτή μου λύθηκε παρακολουθώντας τη Λευκή Κορδέλα. Φίλοι αναγνώστες του blog να το θυμηθείτε, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που στο μέλλον θα ανήκει στην κατηγορία των "κλασικών" αριστουργημάτων, ανάλογων με αυτών των Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Μπρεσσόν, Ντράγιερ... Πρόκειται για την πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του σκηνοθέτη (μαζί με το Code Inconnu), ο οποίος θα πρέπει αυτομάτως να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σπουδαιότερους δημιουργούς, ακόμα κι από αυτούς που ίσως μέχρι σήμερα να είχαν τις αμφιβολίες τους για το έργο του.

Προσωπική Αξιολόγηση:    9,5  / 11


ΥΓ. Η καλύτερη ελληνική κριτική που έχω διαβάσει μέχρι τώρα για την ταινία -και μία από τις καλύτερες κριτικές γενικότερα, αφού μιλά ουσιαστικά, αποφεύγοντας τη συνήθη κριτικοφλυαρία- είναι αυτή της Πόλυς Λυκούργου για το περιοδικό Σινεμά.

Απόσπασμα από την ταινία:

Thursday, October 29, 2009

Σπασμένες Αγκαλιές

 

los-abrazos-rotos-poster

 

Τίτλος: Σπασμένες Αγκαλιές (Los Abrazos Rotos)

Σκηνοθέτης: Pedro Almodovar

Παραγωγή: 2009


Πιστεύω ότι μετά το Όλα Για Τη Μητέρα Μου, οι 5 ταινίες του Αλμοδόβαρ που ακολούθησαν ναι μεν είχαν ένα ώριμο, λιγότερο παιχνιδιάρικο στυλ, αλλά από την άλλη τους έλειπε η ζωντάνια και η φρεσκάδα, το "νεύρο"-trademark του σκηνοθέτη. Δεν λέω ότι ήταν κακές ταινίες –σίγουρα πολύ πάνω από τον μέσο όρο- ωστόσο μου άφηναν μία γεύση απογοήτευσης (βέβαια με το Όλα για τη Μητέρα Μου έφτασε τόσο ψηλά που δύσκολα κάποιος σκηνοθέτης θα επαναλάμβανε τέτοιο κατόρθωμα στις μετέπειτα ταινίες του).

Το Σπασμένες Αγκαλιές έχει όλα τα στοιχεία που συναντάμε στις ταινίες του Αλμοδόβαρ και που προσωπικά τόσο θαυμάζω: Δαιδαλώδες σενάριο, σκηνές που αγγίζουν το φιλμ νουάρ, ένας χιτσκοκικός τόνος στη πλοκή, δυνατές ερμηνείες, πολύχρωμα πλάνα. Σε δύο σημεία ίσως αυτή του η ταινία να υστερεί αισθητικά: στο στυλ και στη μουσική που σε αυτή την περίπτωση φαίνονται να κρατούν μία ελαφρώς πιο θαμπή απόχρωση σε σχέση με τις προηγούμενές του ταινίες. Επίσης το συναίσθημα είναι πιο συγκρατημένο για τα δεδομένα του Αλμοδόβαρ.

rotos-embrace

Αν και η ταινία, όπως είπα, είναι αρκετά καλύτερη από την πλειοψηφία των ταινιών που βλέπουμε κάθε χρόνο, από την άλλη δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να μας μεταδώσει. Μάλιστα θα έλεγα ότι με τις Σπασμένες Αγκαλιές ο Αλμοδόβαρ φαίνεται να ανακυκλώνει τις ιδέες και τα θέματά του χωρίς όμως να έχει κάτι ουσιαστικό να μας πει. Με άλλα λόγια φοβάμαι ότι θα αναγκαστώ να πω πως αρχίζει να μας κουράζει κιόλας (και το "κουράζει" είναι η τελευταία λέξη που θα μπορούσα να φανταστώ για να χαρακτηρίσω τις ευφάνταστες και συχνά πληθωρικές ταινίες αυτού του σπουδαίου –και αγαπητού μου-  σκηνοθέτη). Γνωρίζω ότι ακριβώς το ίδιο έχουν επαναλάβει και αρκετοί κριτικοί –και πραγματικά περίμενα να έχουν άδικο- όμως θα συμφωνήσω μαζί τους. Απόδειξη η σεκάνς που κλείνει την ταινία, παραπομπή στο Γυναίκες Στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, όπου εμείς οι θεατές παρατηρούμε μία αδιάφορη και "στεγνή" παραλλαγή της παραπάνω ταινίας, δίχως κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν επρόκειτο για ζωγράφο θα έλεγα ότι ο καλλιτέχνης αποφάσισε να πετάξει την πολύχρωμη παλέτα του, αντικαθιστώντας την με πιο γήινα χρώματα.

rotos-penelope

Δυνατές (αλλά και αναμενόμενες) οι ερμηνείες των Penelope Cruz και Blanca Portillo, ενώ την παράσταση κλέβει πιστεύω ο Lluis Homar στον ρόλο του γοητευτικού, τυφλού συγγραφέα (το συνεχές αινιγματικό χαμόγελό του, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, ακροβατεί μεταξύ της υπεροψίας, του σαρκασμού και φαίνεται να κρύβει μία προσωπικότητα που έχει βιώσει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ζωής και του έρωτα). Πολύ καλή, αλλά όχι και η καλύτερη, η δουλειά του εικονολήπτη Rodrigo Prieto.

rotos-director Ο Αλμοδόβαρ με τις πρωταγωνίστριες Penelope Cruz και Blanca Portillo.

Μπορεί, λοιπόν, οι ταινίες του Αλμοδόβαρ να έχουν αρχίσει να επαναλαμβάνουν τα θέματά τους και τις εμμονές του σκηνοθέτη, ωστόσο συνεχίζουν να βλέπονται ευχάριστα κι ας μην παρέχουν το ίδιο βάθος και ουσία. Το Σπασμένες Αγκαλιές αποτελεί μεν μια καλοφτιαγμένη ταινία, αλλά δεν είναι πιστεύω ικανή να συναγωνιστεί άλλες ταινίες σύγχρονων κορυφαίων δημιουργών, ούτε τις παλιότερες δημιουργίες του ίδιου το Αλμοδόβαρ. Έχω παρατηρήσει ότι και οι δύο τελευταίες ταινίες του σκηνοθέτη (Volver και Σπασμένες Αγκαλιές) τελειώνουν με μία δραματική φράση – φράσεις οι οποίες θα ταίριαζαν γάντι στο στυλ των παλαιότερων δημιουργιών του, αλλά πλέον ακούγονται σαν να βγήκαν  άχαρα από ροζ μυθιστόρημα και να έρχονται σε αντίθεση με τη "νέα", μετα-σουρεάλ ωριμότητα του σκηνοθέτη. Όχι λοιπόν κάτι το αξιόλογο, ωστόσο αν δείτε τις Σπασμένες Αγκαλιές ο χρόνος σας θα περάσει ευχάριστα, πολύ καλύτερα σε σχέση με  την πλειονότητα των ταινιών που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2009.

 
Προσωπική Αξιολόγηση:    4,5  / 11

 

Ακολουθεί ενδιαφέρον 3λεπτο βίντεο, όπου ο σκηνοθέτης μιλά για τον ρόλο της Penelope Cruz στην ταινία (στα αγγλικά, με υπότιτλους):

Wednesday, October 14, 2009

La Notte

NotteCov «Μα κάθε φορά που ετοιμάζομαι να επικοινωνήσω με κάποιον, η αγάπη εξαφανίζεται.»
- Valentina (Monica Vitti)


Τίτλος: La Notte (Η Νύχτα)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1961


Τι σκέφτονται άραγε οι ήρωες του Αντονιόνι όταν παρατηρούν τους άλλους ανθρώπους; H Lidia (Jeanne Moreau) περπατά μόνη στους άδειους δρόμους του Μιλάνου. Δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Ένας εργάτης φαίνεται να τρώει το κολατσιό του ακουμπώντας την πλάτη του σε έναν τοίχο. Η Lidia σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, τον παρατηρεί. Όταν αυτός γυρίσει και την κοιτάξει αυτή τον προσπερνά, μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσει το κεφάλι της και να τον περιεργαστεί γι άλλη μια φορά. Ο λόγος άγνωστος. Τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή της ηρωίδας; Γιατί περιεργάζεται τον κόσμο, ακόμα και τον ίδιο τον σύζυγό της λες και βλέπει για πρώτη φορά άνθρωπο; Τι προσπαθεί να «διαβάσει»; Την ίδια νύχτα σε ένα κοσμικό πάρτι, στον κήπο βρίσκεται μια γάτα ανάμεσα στο πλήθος, στέκεται σαν στήλη άλατος, κοιτάζοντας έντονα ένα μικρό άγαλμα απέναντι της. «Κοιτάζει αυτό το άγαλμα όλη τη νύχτα», θα πει η οικοδέσποινα στη Lidia κάποια στιγμή αναφερόμενη στη γάτα. «Ποιος ξέρει τι σκέφτεται; Ίσως και να το περιμένει να ζωντανέψει... Οι γάτες είναι παράξενες...» Οι παραπάνω δύο σκηνές δεν διαρκούν παρά μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα, σε σημείο που ο θεατής μπορεί καν να μην τις προσέξει, αφού πρόκειται για λεπτομέρειες. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες μιας καθημερινής μέρας που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αλλά εν τέλει ίσως και να είναι άμεσα συνδεδεμένες, αποτελώντας μυστηριώδεις αλλεπάλληλους υπαινιγμούς για την ύπαρξή μας, μέσα σε ένα δαιδαλώδες σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι το ένα και το αυτό είτε διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, είτε απλά 24 ώρες.

Το La Notte (που πράγματι διαδραματίζεται μέσα σε ένα 24ωρο) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι για την αποξένωση και έλλειψη επικοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις: το L' Avventura (Η Περιπέτεια) είναι η πρώτη ταινία, ακολουθεί το La Notte (Η Νύχτα), και η τριλογία κλείνει με το L' Eclisse (H Έκλειψη), κριτική της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δύο είναι οι κεντρικοί ήρωες στην ταινία: Η προαναφερθείσα Lidia, τον ρόλο της οποίας υποδύεται εκφραστικότατα η Jeanne Moreau, και ο σύζυγός της, ο πετυχημένος συγγραφέας Giovanni Pontano (Marcello Mastroianni). Ταιριάζει γάντι στον Mastroianni ο ρόλος του γοητευτικού και μελαγχολικού, διανοούμενου γυναικοκατακτητή (!). Νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες ερμηνείες του, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας τα βάθη της προσωπικότητάς του ρόλου που υποδύεται παραμένουν ένα αίνιγμα: λατρεύει τις νυχτερινές εξορμήσεις και τις ωραίες γυναίκες, παρορμητικός, αλλά ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικός, ενώ τα μάτια του προδίδουν μια κάποια μελαγχολία. Ο χαρακτήρας του συνοψίζεται με τα ίδια τα λόγια του σε μία μεταφορική ιστορία που διηγείται σε μία θαυμάστριά του: «Θα σου πω την ιστορία ενός ερημίτη, ενός διανοούμενου φυσικά, τρεφόταν μόνο με δροσοσταλίδες, μέχρι που έφτασε στην πόλη...όπου δοκίμασε κρασί και κατέληξε αλκοολικός.»

NotteFinale

Σε αντίθεση με τον Giovanni, η Lidia φαίνεται συνεχώς να αποφεύγει τον κόσμο. Και όταν έρχεται τελικά σε επαφή μαζί του προτιμά να τον παρατηρεί σιωπηλή. Η ταινία ξεκινά με το ζευγάρι να επισκέπτεται έναν ετοιμοθάνατο φίλο τους στο νοσοκομείο. Εκεί είναι η Lidia αυτή που δεν θα αντέξει την κατάσταση του ασθενούς και θα βγει έξω για να κλάψει. Ο σύζυγός της, αντιθέτως, όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά αποχωρώντας από το νοσοκομείο δεν θα διστάσει να αφεθεί στα χάδια μιας ανεξέλεγκτης ασθενούς που θα τον παρασύρει στο δωμάτιό της. Με αυτή την μυστηριώδη και κάπως αρρωστημένη σκηνή ο Αντονιόνι μας προδιαθέτει για την συγκεχυμένη, παρορμητική προσωπικότητα του Giovanni και μας προετοιμάζει για τις επόμενες πράξεις του.

Καθώς η μέρα κυλά αργά, η Lidia θα περιπλανιέται στους δρόμους του Μιλάνου -αφού θα έχει πρώτα "δραπετεύσει" από μία αποπνικτική παρουσίαση του βιβλίου του Giovanni- παρατηρώντας αδιάκοπα σαν μικρό παιδί τα διάφορα μέρη και τον κόσμο που συναντά. Η φυγή της από την βιβλιοπαρουσίαση και η βόλτα που θα την οδηγήσει στο να διαλύσει τον καβγά μιας συμμορίας, τονίζουν τον τρόπο με την οποίο η ηρωίδα αρνείται να παραδεχθεί (ή να αποδεχθεί) την υποκρισία και την έλλειψη ανθρωπιάς γύρω της. Άραγε αποτελεί αφορμή για αυτή της την στάση η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο της ή την απασχολούσε κάτι βαθύτερο από πριν;

NotteDancer
Η μέρα θα φύγει και τους δυο πρωταγωνιστές θα τους βρει η νύχτα μαζί με την απότομη απόφαση της ηρωίδας να δεχτεί την πρόταση για ένα κοσμικό πάρτι (κάτι που αρχικά είχε αρνηθεί). Το κλίμα της αποξένωσης που κυριαρχούσε στο πρώτο μισό της ταινίας, δεν φαίνεται να υποχωρεί στο δεύτερο μισό που διαδραματίζεται ανάμεσα σε πολλούς καλεσμένους, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, στο πάρτι της υπερπολυτελούς έπαυλης ενός εφοπλιστή. Οι δύο πρωταγωνιστές θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Giovanni θα επιχειρήσει να αναμειχθεί και να γνωρίσει νέο κόσμο. Η Lidia, από την άλλη, βρίσκεται την περισσότερη ώρα μόνη και αποφεύγει οποιαδήποτε γνωριμία. Ακόμα και όταν μία φίλη της της προτείνει να την συστήσει σε έναν γοητευτικό άνδρα, αυτή αρνείται πεισματικά και σηκώνεται να φύγει. Αν και η Lidia θα συναντήσει ξανά τυχαία τον ίδιο άνδρα, κι ενώ φαίνεται να της αρέσει, θα συνεχίσει να τρέχει μακριά του, σαν να θέλει να αποφύγει οποιαδήποτε έντονη σχέση, όχι μόνο μαζί του αλλά με οτιδήποτε ζωντανό. Ωστόσο, η ίδια η Lidia είναι αυτή που θα παροτρύνει τον Giovanni να γνωρίσει μία όμορφη καλλονή η οποία φαίνεται να πλήττει ολομόναχη μες στην έπαυλη όσο οι άλλοι διασκεδάζουν έξω στον κήπο. Αυτή η καλλονή που ακούει στο όνομα Valentina (Monica Vitti) θα υπάρξει το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της ταινίας. Πολλά θα διαδραματιστούν σε αυτό το νυχτερινό πάρτι και δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω εδώ, αφού η μαγεία στις ταινίες του Antonioni έγκειται ακριβώς στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης πλοκής, όπου ο θεατής θα περίμενε με αγωνία να δει την εξέλιξή της.

NotteTrois
Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τον θεατή να εντρυφήσει στην απλή καθημερινότητα των δύο ηρώων του χωρίς να ανοίγει τελείως τα χαρτιά του για τις εμμονές που απασχολούν τους χαρακτήρες τους. Μέσα από λήψεις και τοποθετήσεις της κάμερας με γεωμετρική αυστηρότητα και ακρίβεια (τεχνικές που θα βρούνε την ωρίμανση τους στην Έκλειψη), θα κάνει παραλληλισμούς ανάμεσα στη διαμόρφωση του χώρου -άλλοτε άδειου και κενού και άλλοτε μες στο χάος του πλήθους και των αυτοκινήτων- και του ψυχισμού των ηρώων του. Πολύ έξυπνη και η χρήση του ήχου: στο πρώτο μισό της ταινίας ακούμε απειλητική φασαρία από ελικόπτερα, ρουκέτες, αυτοκίνητα, και σταδιακά, καθώς πέφτει η νύχτα, jazz μελωδίες θα αρχίσουν να συνθέτουν τη φιλάρεσκη ατμόσφαιρα των νυχτερινών γνωριμιών που ως συνήθως μυρίζουν προσδοκία.

Από τις ταινίες της τριλογίας, το La Notte είναι κατά τη γνώμη μου αυτή όπου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον θεατή και να τον κάνει να νιώσει τα αόρατα ρεύματα της αποξένωσης είναι πιο διακριτική και ειλικρινής: τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαίσθητα ακόμα και στον μυημένο σινεφίλ. Επιπλέον, είναι πιστεύω η ταινία που περιέχει περισσότερο συναίσθημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο, αν και αυτό φυσικά αφήνεται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, που στην πορεία γίνονται τρεις, φαίνονται να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα άτομα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν και πέφτουν θύματα παρορμητικών αποφάσεων και επιλογών: ο καθένας μοιάζει να βρίσκεται (ή να είχε βρεθεί) με το σωστό άτομο στο λάθος χώρο, τη λάθος στιγμή. Αυτό που αρχικά ξεκινά σαν μία συνάντηση όλο προσδοκία, συχνά καταλήγει να φαίνεται μάταιο και ρηχό. Πρόκειται για μία κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν που περιγράφει η όμορφη Valentina όταν εξομολογείται, «Ένιωθα δυστυχισμένη αυτή τη βραδιά, αλλά το παιχνίδι μας μου 'φτιαξε το κέφι, τώρα όμως η δυστυχία εισχωρεί πάλι μέσα μου σαν τη μελαγχολία ενός σκύλου.»

Προσωπική Αξιολόγηση: 10 / 11


Ο Giovanni (M. Mastroianni) με τη σύζυγό του Lidia (J. Moreau). Και η νύχτα μόλις έχει ξεκινήσει.