Showing posts with label 4/11. Show all posts
Showing posts with label 4/11. Show all posts

Thursday, July 14, 2016

Irrational Man (Παράλογος Άνθρωπος)


Τίτλος: Irrational Man (Παράλογος Άνθρωπος)

Σκηνοθέτης: Woody Allen

Παραγωγή: 2015





Μερικές φορές είναι δύσκολο να γράψεις για κάτι ανούσιο ή βαρετό. Πρόκειται ωστόσο για ταινία του Woody Allen γι΄αυτό και αποφάσισα να δώσω διπλή βαθμολογία στο τέλος, μία για το πώς αξιολογώ την ταινία υπό την σκηνοθεσία του Woody Allen και μία για το πώς θα την αξιολογούσα εάν επρόκειτο για δημιούργημα άλλου σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι αν δεν είχε υπάρξει σεναριογράφος ο Woody Allen η ταινία ίσως να μη γινόταν ποτέ. Έχοντας πει αυτά, θα ήθελα να πληροφορήσω τον αναγνώστη ότι ο Woody Allen έχει σκηνοθετήσει μερικές από τις πιο αστείες και αγαπημένες μου κωμωδίες (Love and Death, Sleeper), οπότε θα είμαι επιεικής τόσο στις απόψεις μου όσο και στη βαθμολογία.




Είναι η ταινία κακή; Όχι, αλλά είναι σχεδόν αδιάφορη. O Joaquin Phoenix είναι ο αμφιλεγόμενος, ανατρεπτικός, αλλά και γοητευτικός καθηγητής πανεπιστημίου με το όνομα Abe, τον οποίο ερωτεύονται η φοιτήτριά του Jill (Emma Stone) και η συνάδελφός του Rita (Parker Posey). Ο φαινομενικά βαρετός Abe λίγο πριν τη μέση της ταινίας, κρυφακούγοντας μία συζήτηση, θα αποφασίσει να διαπράξει ένα έγκλημα, περνώντας απαρατήρητος. Συγκεκριμένα: ένα φόνο. Διάβασα ότι το σενάριο έχει επιρροές από το Έγκλημα και Τιμωρία, ότι η ταινία θυμίζει το Strangers on a Train της Patricia Highsmith (και την ομώνυμη ταινία του Χίτσκοκ). Τίποτα από αυτά δεν ισχύει κατά την άποψή μου. Αν στα προηγούμενα έργα ο φόνος υπήρχε ως τέχνασμα για μια βαθύτερη ηθικο-φιλοσοφική σκέψη, εδώ το αδύναμο σενάριο με τα κάπως σαχλά twists σε απωθεί από κάτι τέτοιο. Επιπλέον, το στυλ των παραπάνω έργων δεν αντικατοπτρίζεται με κανέναν τρόπο στην παρούσα ταινία. 



Οι ερμηνείες είναι κανονικές. Τι σημαίνει αυτό; Οι ηθοποιοί παίζουν σωστά τον ρόλο τους, αφού η ταινία δεν έχει απαιτήσεις από αυτούς. Η σκηνοθεσία του Woody Allen, επίπεδη, όπως πάντα, σύμφωνα με το στυλ των τελευταίων του δημιουργιών, δυστυχώς δεν επιτρέπει στο είδος του θρίλερ να εξελιχθεί. Πρόκειται για ένα ισοπεδωτικά καυστικό στυλ που πραγματικά ξεχώριζε τις κωμωδίες του, αλλά που ωστόσο δεν ταιριάζει στο genre του μυστηρίου. Και επειδή ανέφερα το χιούμορ, υπάρχουν κάποιες αμήχανες ατάκες, οι οποίες ωστόσο με προβλημάτισαν στο αν πρόκειται για αστεία ή παράξενο διάλογο. Με την ευκαιρία, λέγοντας για αμήχανες ατάκες, θα ήθελα να επισημάνω κάποιες υπερβολές στο σενάριο: οι ήρωες συχνά λένε ότι θέλουν να μετακομίσουν στην Ευρώπη. Αναφέρουν την Οξφόρδη και την Ισπανία, μέρη που φαντάζουν ίσως εξωτικά, αλλά είναι μη ρεαλιστικά για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός άλλου κριτικού. Ίσως να φάνταζαν ιδανικά για κάποιο ροζ μυθιστόρημα του περασμένου αιώνα, αλλά στο παρόν, οι αναφορές αυτές βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου — ίσως αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να είναι επηρεασμένη και από λογοτεχνία του προ-περασμένου αιώνα, ποιος ξέρει.



Μια ταινία λοιπόν που ολοκληρώθηκε για να προσφέρει τίποτα, απλά για να ολοκληρωθεί. Περνάει ευχάριστα ο χρόνος; Νομίζω ότι αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Υπάρχουν σαφώς καλύτερα θρίλερ. Θα το πρότεινα μόνο στον θεατή που θέλει να εντυπωσιάσει λέγοντας ότι είδε μια ταινία του Woody Allen.



Βαθμολογία ως ταινία Woody Allen (έχει άλλη βαρύτητα): 4/10

Βαθμολογία εάν ήταν από άλλο σκηνοθέτη: 2/10






Monday, October 17, 2011

Melancholia



melPost



Τίτλος: Melancholia

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2011

 

Ίσως η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη τα τελευταία χρόνια (κάπου εκεί με το Dogville). Ένας πλανήτης πλησιάζει την Γη και η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη (την παρακολουθούμε στην αρχή της ταινίας με ένα μουσικό βίντεο κλιπ, υπό τη συνοδεία του Τριστάνου). Πρωταγωνίστριες δύο αδερφές, η Justine και η Claire, καθεμία κουβαλάει ολόκληρο τσουβάλι ψυχικών διαταραχών -αλλιώς τι Τριερ θα ήταν- τόσο αλλόκοτων που ίσως να μην έχουν καν μελετηθεί από την ψυχιατρική. Η ταινία είναι άνισα χωρισμένη σε δύο μέρη, από θεματική άποψη, κάθε μέρος με τίτλο το όνομα μιας από της δύο  δερφές.


Δυστυχώς το πρώτο μέρος είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη. Σκεφτείτε φθηνή σαπουνόπερα γυρισμένη εν μέρει σε Dogma 95 (αν και ο σκηνοθέτης έχει προ πολλού παρατήσει αυτό του το εγχείρημα), όπου κυριαρχεί η χειροκίνητη κάμερα και τα γκρο πλαν. Επίπεδες ερμηνείες, δραματικό σενάριο (στα όρια του κιτς), απίστευτα αφελής διάλογος. Σε αυτό συμβάλλουν αναμφίβολα και πολλοί τεχνικοί λόγοι: το σενάριο και οι διάλογοι προφανώς έχουν μεταφραστεί από τα δανέζικα σε αμερικάνικα, το καστ είναι μείγμα Αμερικάνων, Άγγλων, Δανών, Σκανδιναβών, Γερμανών κ.α. ηθοποιών, οι τοποθεσίες και τα σκηνικά δεν σε πείθουν ότι η ταινία διαδραματίζεται στην Αμερική (βέβαια μπορεί να διαδραματίζεται στην Ευρώπη - ωστόσο, αυτό θα καθιστούσε ανεξήγητη την τόση “αμερικανιά” που διέπει την ταινία). Ακόμα όμως κι αν θέλαμε να δικαιολογήσουμε τις αδυναμίες του πρώτου μέρους ψάχνοντας για τεχνικά σφάλματα, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε άφωνοι με διαλόγους του στυλ, «Μην κοιμάσαι, χάνεις τον γάμο σου» (κι αυτό επειδή η πρωταγωνίστρια αποφάσισε την ώρα του γαμήλιου πάρτυ της να πάει να ρίξει έναν υπνάκο - ήμαρτον Κύριε!)


melan

Το δεύτερο μέρος αποκτά λίγο βάρος επιτέλους. Η Justine πάσχει πλέον από κατάθλιψη (αδικαιολόγητο να βραβευτεί η Dunst στις Κάννες για την ερμηνεία της, καλή μεν, αλλά «μικρή» από όλες τις απόψεις). Αξιοθαύμαστο, είναι το μάλλον τυχαίο γεγονός ότι η κάθε μία από τις δύο αδερφές φαίνεται να παίρνει μορφή μέσα από το μέρος που δεν αναφέρεται στην ίδια, αλλά στην αδερφή της. Είναι η προσωπική μου άποψη, ωστόσο, ότι το πιο μεγάλο ενδιαφέρον κατά της διάρκεια της ταινίας πραγματικά βρίσκεται στο τι θα συμβεί με τον πλανήτη, όπου και το δημιούργημα αυτό του Τρίερ λειτουργεί απλώς σαν είδος επιστημονικής φαντασίας και όχι ως ψευτοψυχολογικό δράμα. Είναι οι λίγες στιγμές που η ταινία πάει κάπως να απογειωθεί και να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον: στιγμές αγωνίας, όπου η ταινία τολμά να λειτουργήσει λίγο υπαρξιακά, αν και σε πολύ μικρό βαθμό. Όμορφες, επίσης, κάποιες έντονα επεξεργασμένες φωτογραφίες, ειδικά υπό τη συνοδεία της βαγκνερικής μουσικής.

Ο Τρίερ δήλωσε ότι επηρεάστηκε πολύ από τον γερμανικό ρομαντισμό. Σε ελληνικά blog διάβασα ότι η ταινία έχει συναίσθημα. Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς την, μου προκαλεί τρόμο για το τι θα συμβεί αν ένας μετεωρίτης χτυπήσει τη γη, καθώς και φόβο μπροστά στην κατάθλιψη (αν και σε αυτή εντρυφήσαμε νομίζω αρκετά με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη.). Αν αυτό έννοουν συναίσθημα, ναι, τότε το ένιωσα. Κατά τα άλλα, οι εμμονές του Τρίερ έχουν αρχίσουν να κουράζουν και φαίνονται να έχουν απήχηση στους λίγους. Παραδόξως, αν και στην Ευρώπη δύσκολα η κριτική


melancholia8

και το κοινό παίρνουν τον Τρίερ στα σοβαρά, στην Ελλάδα φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: υπάρχει κόσμος που πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται για σοβαρό σκηνοθέτη - παρεμπιπτόντως ο ίδιος φαίνεται να διασκεδάζει με τον τρόπο που προκαλεί στις Κάννες και το σόου που δίνει κάθε φορά στις συνεντεύξεις Τύπου- αν και ξένοι κριτικοί δηλώνουν πλέον ότι έχουν καταλάβει αυτές τις τακτικές του σκηνοθέτη.


Ευτυχώς, πάντως, στη συγκεκριμένη ταινία ο Τρίερ δεν προκαλεί με την υπερβολική βία και τους δογματισμούς που είχαν οι προηγούμενές του ταινίες. Αυτό το αναγνωρίζω και το επικροτώ. Άλλωστε η ταινία δεν είναι κακή. Είναι κακή προς μέτρια (εξου και η επιεικής βαθμολογία μου). Σε αφήνει με μια κάποια μελαγχολία (δεν το εννοώ ειρωνικά) και έχει μία ιδιόμορφη ατμόσφαιρα. Έχει καλή φωτογραφία, η λίγο faux ατμόσφαιρα συνηθίζεται, όσο για την θεϊκή μουσική, αν και καταντά κουραστική* μετά από τόση επανάληψη, δένει με κάποιες εικόνες. Κι ας ευχηθούμε ότι, αν ίδιος ο Βάγκνερ έβλεπε τη χρήση της στην ταινία του Τρίερ, δεν θα στριφογύριζε στον τάφο του.

*Να ξεκαθαρίσω ότι δεν εννοώ ότι η μουσική του Βάγκνερ είναι κουραστική, αντιθέτως ο Βάγκνερ είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες. Η επανάληψη ωστόσο του πρελούδιου μέσα στην ταινία είναι αυτή που κουράζει.



Προσωπική Αξιολόγηση:      4  /  11



Το trailer της ταινίας

Monday, May 9, 2011

Werckmeister harmóniák

 

938147hpt2



Τίτλος: Werckmeister harmóniák  (Οι αρμονίες του Werckmeister)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2000



Ή πορεία του Bela Tarr είναι ιδιόμορφη. Ξεκίνησε ομολογουμένως να σκηνοθετεί ταινίες στο ύφος του Cassavetes και του Mike Leigh και κατέληξε σε αργόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο. Ειδικά τα ατέλειωτα μονοπλάνα αποτελούν σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τη ρομαντική μουσική του Mihály Vig, τη μεγάλη διάρκεια των ταινιών (το Satantango κρατάει 7 ώρες!)

Το σενάριο υπόσχεται μυστήριο και ατμόσφαιρα (κάτι που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά): βρισκόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη στην Ανατολική Ευρώπη, είναι χειμώνας και φαίνεται να υπάρχει ένα υπόκωφο κύμα αναστάτωσης στη μικρή αυτή κοινωνία. Αφίσες αναγγέλλουν τον ερχομό ενός τσίρκου με δύο μόνο θεάματα. Μια πελώρια βαλσαμωμένη φάλαινα και τον "Πρίγκιπα", μια αινιγματική φιγούρα με την ικανότητα να σαγηνεύει τα πλήθη. Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Janoς, ταχυδρόμος της κωμόπολης, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί εκφράσεις περιέργειας και αγωνίας στον πρόσωπό του.


tarr_werckmeister_harmonies


Κάποιες από τις σκηνές του Tarr είναι δεξιοτεχνικά και αισθητικά εντυπωσιακές, ωστόσο η μέθοδος του καταντά προβλέψιμη και κουραστική: μετά από ένα μακρύ μονοπλάνο που μπορεί να κρατά από 5 έως 10 λεπτά, ακολουθεί ένα άλλο με παρόμοια διάρκεια, μετά ένα άλλο, κ.ο.κ. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δηλαδή, είναι σαν να παρακολουθούμε αυτόνομες 10λεπτες σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη που, όσο και ατμοσφαιρικές κι αν είναι, κατά την άποψή μου δεν καταλήγουν σε κάτι ολοκληρωμένο. Σε αυτό ίσως να οφείλονται και οι ίδιες οι βλέψεις του σκηνοθέτη. Για να γίνω πιο σαφής, συχνά γίνεται λόγος για το μεταφυσικό και το πνευματικό στοιχείο στις ταινίες του Tarr. Ο ίδιος, ωστόσο, το αρνείται κατηγορηματικά στις συνεντεύξεις του λέγοντας ότι δεν έχει τίποτα θεωρητικό ή φιλοσοφικό κατά νου όταν σκηνοθετεί και ότι απλά γυρίζει σκηνές για να αναδείξει και να αποτυπώσει "τους ανθρώπους". Προσωπικά αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μιας και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα ακολουθεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες χωρίς ποτέ να καταφέρνει να μας πει κάτι για τον καθένα (ή να έστω αφήνει κάτι να εννοηθεί). Είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που συναντάμε στην ταινία που αν αναλογιστούμε ότι στον καθένα αναλογούν λίγα μόνο κινηματογραφικά λεπτά (σε μια ταινία που ο διάλογος είναι ελάχιστος) τότε πραγματικά δεν μας μένει τίποτα από τα πρόσωπα που παρακολουθούμε (πόσο μάλλον οι ανύπαρκτες προσωπικότητές τούς) Τι μας μένει τότε; Εκπληκτική φωτογραφία, παραμυθένια ατμόσφαιρα (ή μάλλον κάτι μεταξύ εφιάλτη και παραμυθιού), μονοπλάνα που από άποψη δεξιοτεχνίας σε αφήνουν άφωνο (μόνο η σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η κάμερα μπαινοβγαίνει από τα δωμάτια, αξίζει για να δεις την ταινία).

werckmeister-2


Η μόνη ένσταση μου είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο ζητάω κάτι παραπάνω από μία ταινία πέρα από εντυπωσιακή τεχνική και όμορφη φωτογραφία. Σίγουρα η καφκική ατμόσφαιρα επιτυγχάνει το στόχο της, όμως έχοντας ήδη δει την ταινία δύο φορές ένιωθα ότι έλειπε το κέντρο βάρους. Επίσης, οι ασαφείς δηλώσεις του σκηνοθέτη για τον κάπως τεχνικό και πρακτικό τρόπο που σκηνοθετεί, αρνούμενος κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, γίνονται αισθητές και μέσα στην ταινία όπου η προβλεψιμότητα της τεχνικής δεν έχει κάτι ουσιώδες να δώσει στον θεατή. Όπως και να 'χει όμως πρόκειται για μια πολύ καλά δουλεμένη ταινία, και για ένα γενναίο έργο τέχνης (από την άποψη ότι χρησιμοποιεί κάπως παλιομοδίτικες τεχνικές και στυλ που λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν). Αξίζει λοιπόν να δει κάποιος την ταινία αυτή για να βιώσει το μοναδικό στυλ και την σπάνια κινηματογραφική ματιά αυτού του σκηνοθέτη.

Δεν έχω δει ακόμα το Άλογο του Τορίνου. Ο ίδιος ο Tarr δήλωσε ότι ένας κύκλος έκλεισε και ότι πρόκειται για την τελευταία του ταινία. Αν είναι αλήθεια (μιας και στο παρελθόν, μετά από παρόμοιες δηλώσεις, σκηνοθέτες έχουν αλλάξει γνώμη), είναι πολύ κρίμα μιας και έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια φωνή στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      7  /  11

 

Η εντυπωσιακή αρχή της ταινίας

Thursday, October 29, 2009

Σπασμένες Αγκαλιές

 

los-abrazos-rotos-poster

 

Τίτλος: Σπασμένες Αγκαλιές (Los Abrazos Rotos)

Σκηνοθέτης: Pedro Almodovar

Παραγωγή: 2009


Πιστεύω ότι μετά το Όλα Για Τη Μητέρα Μου, οι 5 ταινίες του Αλμοδόβαρ που ακολούθησαν ναι μεν είχαν ένα ώριμο, λιγότερο παιχνιδιάρικο στυλ, αλλά από την άλλη τους έλειπε η ζωντάνια και η φρεσκάδα, το "νεύρο"-trademark του σκηνοθέτη. Δεν λέω ότι ήταν κακές ταινίες –σίγουρα πολύ πάνω από τον μέσο όρο- ωστόσο μου άφηναν μία γεύση απογοήτευσης (βέβαια με το Όλα για τη Μητέρα Μου έφτασε τόσο ψηλά που δύσκολα κάποιος σκηνοθέτης θα επαναλάμβανε τέτοιο κατόρθωμα στις μετέπειτα ταινίες του).

Το Σπασμένες Αγκαλιές έχει όλα τα στοιχεία που συναντάμε στις ταινίες του Αλμοδόβαρ και που προσωπικά τόσο θαυμάζω: Δαιδαλώδες σενάριο, σκηνές που αγγίζουν το φιλμ νουάρ, ένας χιτσκοκικός τόνος στη πλοκή, δυνατές ερμηνείες, πολύχρωμα πλάνα. Σε δύο σημεία ίσως αυτή του η ταινία να υστερεί αισθητικά: στο στυλ και στη μουσική που σε αυτή την περίπτωση φαίνονται να κρατούν μία ελαφρώς πιο θαμπή απόχρωση σε σχέση με τις προηγούμενές του ταινίες. Επίσης το συναίσθημα είναι πιο συγκρατημένο για τα δεδομένα του Αλμοδόβαρ.

rotos-embrace

Αν και η ταινία, όπως είπα, είναι αρκετά καλύτερη από την πλειοψηφία των ταινιών που βλέπουμε κάθε χρόνο, από την άλλη δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να μας μεταδώσει. Μάλιστα θα έλεγα ότι με τις Σπασμένες Αγκαλιές ο Αλμοδόβαρ φαίνεται να ανακυκλώνει τις ιδέες και τα θέματά του χωρίς όμως να έχει κάτι ουσιαστικό να μας πει. Με άλλα λόγια φοβάμαι ότι θα αναγκαστώ να πω πως αρχίζει να μας κουράζει κιόλας (και το "κουράζει" είναι η τελευταία λέξη που θα μπορούσα να φανταστώ για να χαρακτηρίσω τις ευφάνταστες και συχνά πληθωρικές ταινίες αυτού του σπουδαίου –και αγαπητού μου-  σκηνοθέτη). Γνωρίζω ότι ακριβώς το ίδιο έχουν επαναλάβει και αρκετοί κριτικοί –και πραγματικά περίμενα να έχουν άδικο- όμως θα συμφωνήσω μαζί τους. Απόδειξη η σεκάνς που κλείνει την ταινία, παραπομπή στο Γυναίκες Στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, όπου εμείς οι θεατές παρατηρούμε μία αδιάφορη και "στεγνή" παραλλαγή της παραπάνω ταινίας, δίχως κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν επρόκειτο για ζωγράφο θα έλεγα ότι ο καλλιτέχνης αποφάσισε να πετάξει την πολύχρωμη παλέτα του, αντικαθιστώντας την με πιο γήινα χρώματα.

rotos-penelope

Δυνατές (αλλά και αναμενόμενες) οι ερμηνείες των Penelope Cruz και Blanca Portillo, ενώ την παράσταση κλέβει πιστεύω ο Lluis Homar στον ρόλο του γοητευτικού, τυφλού συγγραφέα (το συνεχές αινιγματικό χαμόγελό του, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, ακροβατεί μεταξύ της υπεροψίας, του σαρκασμού και φαίνεται να κρύβει μία προσωπικότητα που έχει βιώσει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ζωής και του έρωτα). Πολύ καλή, αλλά όχι και η καλύτερη, η δουλειά του εικονολήπτη Rodrigo Prieto.

rotos-director Ο Αλμοδόβαρ με τις πρωταγωνίστριες Penelope Cruz και Blanca Portillo.

Μπορεί, λοιπόν, οι ταινίες του Αλμοδόβαρ να έχουν αρχίσει να επαναλαμβάνουν τα θέματά τους και τις εμμονές του σκηνοθέτη, ωστόσο συνεχίζουν να βλέπονται ευχάριστα κι ας μην παρέχουν το ίδιο βάθος και ουσία. Το Σπασμένες Αγκαλιές αποτελεί μεν μια καλοφτιαγμένη ταινία, αλλά δεν είναι πιστεύω ικανή να συναγωνιστεί άλλες ταινίες σύγχρονων κορυφαίων δημιουργών, ούτε τις παλιότερες δημιουργίες του ίδιου το Αλμοδόβαρ. Έχω παρατηρήσει ότι και οι δύο τελευταίες ταινίες του σκηνοθέτη (Volver και Σπασμένες Αγκαλιές) τελειώνουν με μία δραματική φράση – φράσεις οι οποίες θα ταίριαζαν γάντι στο στυλ των παλαιότερων δημιουργιών του, αλλά πλέον ακούγονται σαν να βγήκαν  άχαρα από ροζ μυθιστόρημα και να έρχονται σε αντίθεση με τη "νέα", μετα-σουρεάλ ωριμότητα του σκηνοθέτη. Όχι λοιπόν κάτι το αξιόλογο, ωστόσο αν δείτε τις Σπασμένες Αγκαλιές ο χρόνος σας θα περάσει ευχάριστα, πολύ καλύτερα σε σχέση με  την πλειονότητα των ταινιών που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2009.

 
Προσωπική Αξιολόγηση:    4,5  / 11

 

Ακολουθεί ενδιαφέρον 3λεπτο βίντεο, όπου ο σκηνοθέτης μιλά για τον ρόλο της Penelope Cruz στην ταινία (στα αγγλικά, με υπότιτλους):

Tuesday, April 7, 2009

Vicky Cristina Barcelona



Τίτλος:
Vicky Cristina Barcelona

Σκηνοθέτης: Woody Allen

Παραγωγή: 2008


To Vicky Cristina Barcelona είναι μία ταινία που βλέπεται ευχάριστα. Είναι ανάλαφρη, πολύχρωμη, με ωραία φωτογραφία και ωραίες πρωταγωνίστριες. Ανήκει στην τελευταία -ανισόρροπη κατ' εμέ- περίοδο του Woody Allen που ξεκίνησε με το Match Point.

Τον εξοικειωμένο θεατή τον περιμένει ένα μικρό σοκ: ο σκηνοθέτης έχει βαλθεί να μας αφηγείται όχι μόνο το τι συμβαίνει στην οθόνη, αλλά να μας αναλύει και την προσωπικότητα των δύο πρωταγωνιστών. Έτσι, από την αρχή της ταινίας μαθαίνουμε ότι η Vicky (Rebecca Hall) είναι πιο λογική και ξέρει να χειρίζεται με πυγμή τα συναισθήματά της, ενώ η Cristina (Scarlett Johansson) είναι μια αθεράπευτα ρομαντική, συναισθηματικά αυθόρμητη γυναίκα. Σίγουρα θα ήταν προτιμότερο αυτό να μην μας το έλεγε από την αρχή ο σκηνοθέτης, αφού ένας θεατής με μέσο ΙQ μπορεί να το καταλάβει σταδιακά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Όμως φαίνεται ότι, με το να αρχίσει την αφήγηση ο ίδιος ο Woody Αllen, μας προδιαθέτει να μην πάρουμε την ταινία ως ένα σοβαρό ψυχογράφημα, αλλά ως πιο light entertainment. Έτσι η αφήγηση του σκηνοθέτη αποκτά κάποια βάση, ωστόσο να τονίσω (όπως διάβασα και σε απάντηση μιας κριτικής στον ξένο Τύπο) ότι η αφήγηση είναι περιττή, πολλές φορές με τον σκηνοθέτη να μας λέει ότι, π.χ. η Vicky και η Cristina περπατάνε μαζί χαζεύοντας τα αξιοθέατα στη Βαρκελώνη, ενώ και μόνοι μας εκείνη τη στιγμή μπορούμε να το δούμε ξεκάθαρα στην οθόνη ότι όντως περπατάνε μαζί χαζεύοντας τα αξιοθέατα στη Βαρκελώνη...


Η πανέμορφη Scarlett Johansson κινείται στον χώρο με χάρη και κάνει χαριτωμένες γκριμάτσες, σε έναν ρόλο που δεν την διαφοροποιεί ερμηνευτικά από το Match Point. Η Rebecca Hall ίσως έχει μία λίγο πιο αξιόλογη ερμηνεία, αλλά κι αυτή περιορίζεται σε λίγες, συγκεκριμένες κινήσεις για να μας δείξει τον διστακτικό χαρακτήρα της. Γενικά το τρίο Javier Bardem, Johansson και Hall φαίνεται απλά να υπάρχει μπροστά από τον φακό, αφού μάλλον τον στυλ της ταινίας δεν είναι για πολλά-πολλά, όσον αφορά τις ερμηνείες. Τη διαφορά, ωστόσο, κάνει η Penelope Cruz (πραγματικά εκθαμβωτική) με τις συνεχείς αλλαγές στη διάθεση και το ταμπεραμέντο της να είναι αρκετά πειστικές. Τώρα για το αν άξιζε το όσκαρ ένας τόσο μικρός ρόλος (έστω κι ας ήταν Β' ερμηνείας) αμφιβάλλω. Οι τρεις πρωταγωνίστριες βέβαια είναι η Vicky, η Cristina και η Βαρκελώνη (εξ ου και ο τίτλος), αλλά και οι τρεις μας δίνουν κάπως επίπεδες ερμηνείες (μέρος του Όλα για τη Μητέρα Μου του Almodovar είναι γυρισμένο στην Βαρκελώνη, χωρίς ο σκηνοθέτης να δείχνει το παραμικρό αξιοθέατο, ωστόσο το κλίμα, η κουλτούρα, η ατμόσφαιρα της πόλης αποτυπώνονται πιο έντονα στο μυαλό του θεατή).

Οι παλαιότερες ταινίες του Woody Allen γινόντουσαν με σκοπό να καυτηριάσουν και να παρουσιάσουν με κωμικοτραγικό τρόπο υπαρξιακά ζητήματα ή θέματα ανθρωπίνων σχέσεων. Θα έβαζα τις πρώιμες ταινίες, Sleeper, Love and Death, Take the Money and Run, στη σουρεαλιστά κωμική περίοδο του (η αγαπημένη μου), όπου τα πάντα επιτρέπονταν. Μετά η σκηνοθεσία του έγινε λίγο πιο ώριμη, το χιούμορ πιο σαρκαστικό, κι έκανε τις καλύτερες του ταινίες όπως το Annie Hall και το Manhattan. Κι έπειτα ακολούθησαν ταινίες, ίσως όχι στο ίδιο επίπεδο, αλλά εξίσου αστείες, μέχρι περίπου το Small Time Crooks (2000). Από εκεί και πέρα το στυλ του με κάθε του ταινία φαίνεται να διαφοροποιείται, μέχρι που αλλάζει ριζικά με το Match Point. Από εκεί κι έπειτα ο Woody Allen φαίνεται να έχει χάσει κάπως τον προσανατολισμό του και θα έπρεπε να σκεφτεί ποιον σκοπό εξυπηρετούν οι ταινίες τους: αν θέλει κάτι να μας πει, τότε η τελευταία του ταινία δεν καταλήγει κάπου. Αν θέλει απλά να μας διασκεδάσει, τότε που είναι το χιούμορ που είναι τόσο αυθόρμητο και διάχυτο στις παλαιότερες ταινίες του; Από τη μία λοιπόν, ο Woody Allen έχει υιοθετήσει ένα πιο σοβαρό στυλ, από την άλλη μας ξεκαθαρίζει με την προσέγγιση του ότι δεν πρόκειται για σοβαρή ταινία... Μερικοί κριτικοί ένιωσαν αμήχανα με το Match Point, και ομολογώ ότι την ίδια αμηχανία νιώθω και με το Vicky Cristina Barcelona.


Προσωπική αξιολόγηση: 4 / 11

Friday, February 6, 2009

The Wrestler (Ο Παλαιστής)

wrestPo

Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2008

Ο Παλαιστής είναι η καλύτερη ταινία του Aronofsky μέχρι σήμερα. Ωστόσο, όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, φαίνεται να προορίζεται (ή να ελπίζει) σε ένα target group κάτω των 30.

Ο Aronofsky επιτέλους φαίνεται να επικεντρώνεται στην πλοκή της ταινίας και τον χαρακτήρα των ηρώων του. Η σκηνοθεσία του είναι σχεδόν απέριττη (λέω "σχεδόν" επειδή και πάλι υπάρχουν 1-2 σκηνές υπερβολής, όπως αυτή στην οποία χορεύει με την κόρη του σε μια άδεια ballroom αίθουσα και που ευτυχώς κρατάει ελάχιστα μόνο δευτερόλεπτα) με αρκετά κοντινά πλάνα να επικεντρώνονται στον πόνο (σωματικό και ψυχικό) του πρωταγωνιστή, επιτυγχάνοντας την ταύτιση μας μαζί του. Λείπουν, ευτυχώς, οι εμμονές με τα ωραία πρόσωπα των πρωταγωνιστών, τα zoom και η έμφαση σε σκηνές και εκφράσεις που, ναι μεν φαντάζουν ωραία, αλλά δεν μας λένε κάτι για την ταινία καθαυτή, λείπουν τα στυλιζαρισμένα πλάνα και φωτογραφία, ενώ αντιθέτως αρκετές φορές η κάμερα είναι χειροκίνητη. Και επιτέλους υπάρχει ένα διακριτικό score που ακούγεται ελάχιστα και μόνο στις στιγμές που πρέπει. Καμία σχεση δηλαδή με τις δύο προηγούμενες απόπειρες του Aronofsky.

Όλα αυτά είναι θετικά και αποτελούν μία ευχάριστη έκπληξη για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Καλή είναι και η ερμηνεία του Ρουρκ. Ωστόσο θεωρώ υπερβολή να μιλήσει κάποιος για συγκλονιστική ερμηνεία. Ίσως επειδή ο ρόλος του Παλαιστή είναι τόσο κοντά με τον πραγματικό Ρουρκ (ο ίδιος μποξερ που έχει περάσει πολλές δύσκολες περιόδους κατά καιρούς). Προσωπικά, ο ρόλος του στον Παλαιστή μου θύμισε αρκετά -και σίγουρα έχει κοινά με- τον Marv, τον χαρακτήρα που υποδυόταν στο Sin City.

wrest4

Η νέα ταινία του Aronofsky δείχνει σαν να προσπαθεί να αποκτήσει cult status και πιστέψτε με είναι ήδη cult (βρίσκεται ήδη στη θέση 47 του IMDB -- πράγμα που λέει πολλά για το πως ψηφίζει ο μέσος θεατής). Δεν είναι και τόσο δύσκολο, αφού είναι (χωρίς να το θέλει) μία φαλλοκρατική ταινία που θα λατρέψει ο macho άνδρας και οι έφηβοι. Ακούγονται τραγούδια Guns N Roses, Bruce Springsteen και Scorpions και άλλα hard rock 80s κομμάτια. Υπάρχει αίμα, πάλη, βία, ιδρώτας. Μυες και τεστοστερόνη. Μπίρα και στριπτίζ. Νομίζω αυτά τα συστατικά είναι αρκετά για να μιλάνε κάποιοι για cult ταινία.

Ως θέμα, τι έχει να μου πει ο κόσμος του wrestling; Μου αποδεικνύει πόσο ανεγκέφαλοι και μαζοχιστές μπορούν να γίνουν οι άνδρες, με κάνει να απορώ με την θεοποίηση της βίας, αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος της ταινίας και του σκηνοθέτη. Η μοναξιά που ακολουθεί τη δόξα, ο μοναχικός τρόπος να ζει κάποιος είναι και ο μοναδικός για μερικούς. Υπάρχουν άτομα που ο αληθινός καθημερινός κόσμος δεν τους χωράει και που μπορούν να ζήσουν μόνο στο περιβάλλον όπου γίνονται κατανοητοί και αποδεκτοί - ασχέτως με το αν αυτό συμβαδίζει με τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι Θεοί στο βασίλειο τους, αλλά άστεγοι στην καθημερινότητα που καθορίζει το σύνολο. Σημασία έχει αν έχουν τη δύναμη να κρατήσουν την ισορροπία ανάμεσα στα δύο.

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, το σενάριο θα μπορούσε άνετα να είναι η ίδια η ιστορία του Μίκυ Ρουρκ. Καλά όλα αυτά, αλλά τα γνωρίζω ήδη από την τηλεόραση και τις φθηνές εκπομπές που δραματοποιούν αληθινές ιστορίες έκπτωτων αστέρων. Οπότε, τι έχει να μου δώσει αυτή η ταινία ως μορφή τέχνης; Σίγουρα υπάρχει ρεαλισμός σε μερικές σκηνές, αλλά δυστυχώς περιορίζεται στην απεικόνιση splatter και βίας. Και συναίσθημα σε μικρές δόσεις, που φαίνεται περισσότερα να χαϊδεύει τους ήρωες παρά να μελετά σε βάθος την προσωπικότητά τους. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Η ταινία ξεκινά με τη σημείωση “20 χρόνια μετά”. Μετά από τι, και γιατί δεν μας δείχνει ή δεν σκιαγραφεί το πριν, παρά μόνο κάνει νίξεις; Παράδειγμα δεύτερο: ο χαρακτήρας της χορεύτριας Cassidy παίζει σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο (δίπλα από από τον Ρουρκ) στην ταινία, παραμένει όμως ανεξερεύνητος.

wret3

Στον κινηματογράφο υπήρξαν καλύτερες ταινίες που καταπιάνονται με τα ίδια θέματα σε βάθος και όχι απλά για την διασκέδαση του θεατή. Γι αυτόν το λόγο η ταινία Ο Παλαιστής δεν έχει κάτι νέο να μας πει. Είναι μια μέτρια ταινία, με απλά καλές ερμηνείες και αξιόλογη προσπάθεια για ρεαλιστική σκηνοθεσία. Μερικούς θα συγκινήσει λίγο, άλλους (έφηβους και "μάγκες"') θα τους εξιτάρει η βία και η αδρεναλίνη, το μέσο γυναικείο κοινό θα προτιμούσε να έβλεπε Βridget Jones, ενώ για τον απαιτητικό θεατή η ταινία θα περάσει απαρατήρητη, με μόνο την ερμηνεία του Ρουρκ να μείνει ίσως νωπή στο μυαλό του μέχρι και τα Όσκαρ.

Ωστόσο για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη από τον σκηνοθέτη και σίγουρα είναι ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση για τον Αρονόφσκι.

Προσωπική αξιoλόγηση: 4 / 11



Tuesday, January 20, 2009

Uc Maymun (Τρεις Πίθηκοι)



Σκηνοθέτης:
Nuri Bilge Ceylan

Προσωπική Αξιολόγηση:
4 / 11


Υποτίθεται ότι ο Nuri Bilge Ceylan είναι από τους σημαντικότερους Τούρκους σκηνοθέτες και αυτό το λέω επειδή δεν έχει τύχει να δω κάποιαν προηγούμενη ταινίας του οπότε είναι και λίγο δύσκολο να κάνω κριτική από την στιγμή που δεν γνωρίζω το έργο του σκηνοθέτη. Αν πρέπει όμως να περιορίσω την κριτική μου στους "3 Πιθήκους" ίσως αυτό να με κάνει και κάπως πιο αντικειμενικό αφού δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το κινηματογραφικό παρελθόν του σκηνοθέτη.

Πριν δω τους "3 Πιθήκους" διάβασα από γνωστό κριτικό σε περιοδικό μια διθυραμβική κριτική. Αυτό που κίνησε την περιέργεια μου ήταν η σύγκριση της σκηνοθεσίας του Ceylan με αυτήν του Ταρκόφσκι. Αυτό δεν ήταν καλό γιατί, ναι μεν είχα την περιέργεια να δω την ταινία, αλλά από την άλλη ο Ταρκόφσκι είναι για μένα ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών, οπότε η σύγκριση θα ήταν δύσκολη.

Όσον αφορά την σύγκριση με Ταρκόφσκι πραγματικά δεν βρήκα κανένα απολύτως κοινό σημείο: o Ταρκόφσκι χρησιμοποιεί πολύ αργά, ατελείωτα πλάνα χωρίς διακοπή, ο Ceylan κυρίως στατικά πλάνα. Ο Ταρκόφσκι καταπιάνεται με υπαρξιακά θέματα τα οποία είναι βαθιά πνευματικά, ο Ceylan είναι πιο γήινος και καθημερινός. O Ταρκόφσκι χρησιμοποιεί κυρίως την μουσική του Μπετόβεν, του Μπαχ και του Βέρντι, ο Ceylan χρησιμοποίησε αρκετές φορές ένα αφόρητο λαϊκό άσμα (ringtone) κατά τη διάρκεια της ταινίας που φαίνεται ότι είχε κάποιο νόημα, αλλά σίγουρα ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να είχε βρει έναν πιο κομψό τρόπο να το περάσει.

Όμως για να μην νομίζει ο αναγνώστης ότι βασίζομαι μόνο στην σύγκρισή μου με τον Ταρκόφσκι, θα προσπαθήσω να αναφερθώ στην ταινία καθαυτή όπως την κρίνω χωρίς να γνωρίζω τον σκηνοθέτη. Ας ξεκινήσω με το σενάριο, το οποίο μου θύμισε ελληνική σειρά (το Φίλα τον Βάτραχο Σου αρχικά, αλλά και σενάρια του Παπακαλιάτη). Ο σκηνοθέτης εστίαζε συνεχώς το πλάνο του για αρκετή ώρα στους ήρωες του ή σε κάποιο τοπίο, οπότε η κάπως "ψαγμένη" σκηνοθεσία έσωζε την ταινία από το μπανάλ σενάριο και την έκανε να φαντάζει πιο σοβαρή.

Τώρα για την φωτογραφία: η φωτογραφία στάθηκε πιστεύω η κύρια αιτία να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στην ταινία. Υπεύθυνος ο Gökhan Tiryaki, ο οποίος ομολογώ ότι ήταν ικανός να "καδραρίσει" έξοχα μία σκηνή.
Όμως -και αυτό το όμως είναι πολύ σημαντικό- η επιλογή χρωμάτων του Ceylan με έκανε να απορώ σε όλη την ταινία. Ο Ceylan με τον Tiryaki λοιπόν χρησιμοποιούν σκούρα, θαμπά χρώματα, έναν παράξενο συνδυασμό μεταλλικού χρώματος και sepia, χρώματα τα οποία αλλοιώνουν την υφή ολόκληρης της ταινίας και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την σοβαρότητα (ή σοβαροφάνεια) της. Γιατί το λέω αυτό; Παρόμοια επεξεργασία εικόνας με τον ίδιο τρόπο και χρώματα βλέπουμε συχνά στα μουσικά RnB βίντεο κλιπ! Προσθέτουν δράμα και φαντασία σε μια φωτογραφία ή πλάνο, αλλά ταιριάζουν σε ένα πόστερ ταινίας επιστημονικής ή όπως είπα σε κάποιο μουσικό κλιπάκι, αφού αφαιρούν τελείως τον ρεαλισμό από μία ταινία η οποία χρησιμοποιεί ως όπλο της τις πολύ ρεαλιστικές ερμηνείες των χαρακτήρων της. (Μπορείτε να κάνετε κλικ στις φωτογραφίες από την ταινία που έχω στο τέλος της ανάρτησης για να καταλάβετε τι εννοώ.)

Πέρα από τα αρνητικά της ταινίας, να πω ότι βρήκα τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών πολύ καλές, και κυρίως οι 3 αυτοί χαρακτήρες έβγαζαν έναν έντονο ερωτισμό, ασχέτως με το ότι πρόκειται για τα μέλης μιας οικογένειας. Γενικά βρήκα το κλίμα της ταινίας αρκετά ερωτικό και ο σκηνοθέτης κατάφερε να μου μεταδώσει την κάψα του καλοκαιριού και του ανθρώπινου πάθους (στην ταινία αφήνεται να εννοηθεί ότι υπάρχει κάποιος καύσωνας -- άφθονος ιδρώτας, ανεμιστήρες, ήλιος, σε σημείο να νιώθεις την λάβρα μέχρι και όταν πέφτει η νύχτα).

Εν ολίγοις, αν και η ταινία ήταν αρκετά ατμοσφαιρική, δεν μπορώ να πω ότι μου άφησε κάτι ουσιώδες -- την ξέχασα αμέσως και προσωπικά το μόνο που θυμάμαι είναι οι τέλεια στυλιζαρισμένες φωτογραφίες τύπου βίντεο-κλιπ. Ένιωσα κάποια ανακούφιση πρέπει να πω διαβάζοντας μερικές ξένες κριτικές οι οποίες ήταν αρκετά μέτριες γιατί έχοντας διαβάσει ότι πρόκειται για κάποιον μεγάλο σκηνοθέτη ανησύχησα ότι ίσως να μου διέφευγε κάτι όσο έβλεπα την ταινία. Ωστόσο ελπίζω να ήταν απλά μια μέτρια στιγμή του Ceylan και ότι στο μέλλον θα δω κάτι από αυτόν που θα με κάνει να τον χαρακτηρίσω μεγάλο κινηματογραφιστή.


Monday, March 3, 2008

Juno

Επέστρεψα λοιπόν. Και είπα να συνεχίσω το blogging με κάτι που αγαπώ αλλά ο χρόνος δεν μου επέτρεπε να ασχοληθώ: τον κινηματογράφο. Πέρα από τον ελεύθερο χρόνο, αφορμή στάθηκε και ένα άρθρο στο περιοδικό Σινεμά.  Ανάμεσα λοιπόν στα διάφορα posts μου, θα κάνω και κριτική σε ταινίες που βλέπω, ξεκινώντας με τις υποψήφιες για oscar καλύτερης ταινίας. Και συγκεκριμένα με το Juno... Μια ταινία που το κοινό είτε λατρεύει είτε βαριέται, σύμφωνα με το imdb, από έναν σκηνοθέτη το όνομα του οποίου ομολογώ ότι  άκουγα για πρώτη φορά.


JUNO

Director: Jason Reitman

Αξιολόγηση: 4/11

Ξεκίνησα με το Juno επειδή Κυριακή βράδυ ήθελα να δω κάτι ανάλαφρο, μία κωμωδία (δεν μου αρέσει να χωρίζω τις ταινίες σε κατηγορίες, άλλα από το πολύχρωμο poster της ταινίας και τις κριτικές που αναγράφονται σε αυτό, κωμωδία θα την χαρακτήριζες). 

Το σενάριο με λίγα λόγια: η πρωταγωνίστρια Juno, 16 ετών και μαθήτρια γυμνασίου, μένει έγκυος από έναν συμμαθητή της και αποφασίζει να δώσει το μωρό για υιοθεσία σε ένα πλούσιο ζευγάρι που το έχει ανάγκη.

Η ταινία με απογοήτευσε για πολλούς λόγους, και όλοι έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι πάντα διαβάζω πολλές κριτικές προτού δω μια ταινία, οπότε αυτλη τη φορά είχα μεγάλες προσδοκίες. Μερικές κριτικές (όπως π.χ. ο πάντα υπερβολικός Roger Ebert) έκαναν λόγο για μία συγκλονιστική ερμηνεία από την πρωταγωνίστρια Ellen Page. Την ερμηνεία της την βρήκα καλή, αλλά τίποτα παραπάνω. Άλλωστε ο ρόλος είναι τέτοιος που δεν σου δίνει την ευκαιρία να αποδείξεις στο έπακρο το ερμηνευτικό σου ταλέντο.  Μάλιστα θα έλεγα ότι αρκετές φορές ο διάλογος φάνταζε αφύσικος, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται στο σκηνοθετικό ύφος της ταινίας.

Το σενάριο της Diablo Cody είναι πρωτότυπο επειδή αποφεύγει τα κλισέ (π.χ. τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την εγκυμοσύνη της Juno οι γονείς της), σε τέτοιο βαθμό όμως που γίνεται υπερβολικό, ιδιαίτερα με τον επιτηδευμένο διάλογο που προανέφερα (αρκετοί Αμερικάνοι άλλωστε συμφωνούν ότι η νεολαία δεν μιλάει χρησιμοποιώντας τόσο πολύ jargon και μάλιστα το συγκεριμένο των ηρώων της ταινίας). Τώρα όσον αφορά το χιούμορ της ταινίας: βασίζεται κυρίως σε ατάκες που οι νεαροί πρωταγωνιστές πετάνε με απάθεια και πραγματικά πιστεύω ότι απευθύνεται κυρίως σε αγγλόφωνο κοινό. Δεν νομίζω ότι είναι το είδος των αστείων που θα έκαναν, π.χ. έναν Ευρωπαίο να γελάσει, μάλλον επειδή το ύφος τους είναι τόσο απόμακρο από την κουλτούρα μας και την πραγματικότητα μας. Επίσης παρατήρησα ότι οι ατάκες λέγονται με με κάπως στημένο τρόπο, αλλά ίσως να έχω και άδικο.

Η σκηνοθεσία τώρα... Λιτή, απέριττη, αργή (χωρίς όμως να κάνει βαρετή την ταινία). Προσωπικά θα προτιμούσα πιο γρήγορους, upbeat ρυθμούς για τέτοιου είδους ταινία, που θα τόνιζαν την εκκεντρικότητα των χαρακτήρων και τον "εξωτικό" διάλογο των πρωταγωνιστών. Βέβαια η σκηνοθεσία είχε και κάποια στοιχεία που μου άρεσαν πολύ, όπως η χρήση διαφόρων θεμάτων (η καρέκλα, το jogging που έκανε η ομάδα του συμπρωταγωνιστή με τα χρυσά σορτσάκια, η εναλλαγή των εποχών, κτλ.) Επίσης, λίγα λόγια για την μουσική: όπως και ι ίδια η ταινία, η μουσική είτε θα σας ξετρελάνει, είτε θα σας εκνευρίσει. Προσωπικά την βρήκα ενοχλητική. Ναι μεν πιστεύω ότι έδενε με το "aloof" ύφος της ταινίας, αν και πολλοί είναι αυτοί που θα προτιμούσαν punk ή ροκ κομμάτια (όπως άλλωστε δηλώνει ότι ακούει και η Juno αρκετές φορές μες στη ταινία). Όπως έχει, η μουσική αποτελείται από υποτονικά κομμάτια για κιθάρα με παιδικά αστείους στίχους και απλοϊκές (σχολικές;) μελωδίες.

Το συμπέρασμά μου: το Juno σίγουρα δεν είναι μια άσχημη ταινία, άλλωστε έχει πάρει μερικές διθυραμβικές κριτικές. Προσωπικά, την βρίσκω αδιάφορη και θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι πιο εποικοδομητικό, όπως να διαβάσω ένα βιβλίο ή να έβλεπα μία καλύτερη ταινία. Σίγουρα για μένα (και για πολλούς άλλους) αποτελεί την πιο υπερεκτιμημένη ταινία της χρονιάς. Ο κριτικός της Guardian, Peter Bradshaw (με τον οποίο τις περισσότερες φορές συμφωνώ, όσο με κανέναν άλλον κριτικό ίσως) την αξιολογεί ως άριστη, και προσθέτει ¨"...the film has the ephemeral charm of a great pop song." Ακριβώς σε αυτό θα μείνω, ότι ναι μεν μπορεί να είναι χαριτωμένη, αλλά πραγματικά δεν νομίζω ότι έχει κάποια διαχρονική αξία (όπως οφείλει κάθε πραγματικό έργο τέχνης -- και αν δεν αποτελεί υψηλό έργο τέχνης τότε δεν δικαιολογεί μερικές από τις κριτικές που έχει πάρει). Σίγουρα όμως θα θεωρηθεί cult, κυρίως από την offbeat νεολαία, κυρίως λόγω της χαρακτηριστικής μουσικής και τις "cool" αμερικανικές ατάκες. Με μία λέξη, συμπαθητική.