Showing posts with label Oscar. Show all posts
Showing posts with label Oscar. Show all posts

Friday, January 28, 2011

Black Swan

 

blackswan-poster

 

Τίτλος: Black Swan (Μαύρος Κύκνος)

Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2010

 

Η νέα ταινία του Aronofsky ξεκινά με μία καταπληκτική σκηνή όπου παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να χορεύει μπαλέτο κάτω από το φως ενός προβολέα και γύρω το απόλυτο σκοτάδι. Από μόνη της αυτή η αρχή υπόσχεται πολλά για την εξέλιξη της ταινίας και σε βάζει στο κλίμα: η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, με μεταμοντέρνες πινελιές, και μία συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων που φαίνεται να έχει έξυπνα επιλέξει ο σκηνοθέτης για να αποδώσει τις βασικές διαθέσεις της ηρωίδας. Η χρήση της κάμερας επίσης –η οποία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια σε κάθε της κίνηση-, εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα σε όλη την ταινία (ίσως λίγο υπερβολικά). Τα παραπάνω αποτελούν τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας του Aronofsky. Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά το χάος με τις αμέτρητες αδυναμίες της ταινίας.

Ας ξεκινήσω από το σενάριο… Καταρχάς να αναφέρω ότι η ταινία έχει να κάνει με το ανέβασμα της Λίμνης των Κύκνων, κι εμείς παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια, Νίνα, να παίρνει τον κεντρικό ρόλο και να προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις του. Με κάπως αφελές και λίγο προσβλητικό τρόπο βλέπουμε ότι: οι μπαλαρίνες είναι συνεχώς αγχωμένες και δεν έχουν κοινωνική ζωή, ο σκηνοθέτης του μπαλέτου είναι γοητευτικός, αυστηρός και πρέπει να κοιμηθείς μαζί του για να πάρεις τον ρόλο, υπάρχει πάντα η αντίπαλη χορεύτρια που θέλει να κλέψει τον ρόλο σου – κι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα κλισέ που παρατηρεί η κριτικός χορού Sarah Kaufman σε άρθρο της για την ταινία.

 

swan-both


Έπειτα, ο σκηνοθέτης φαίνεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας: από την αρχή κιόλας της ταινίας βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές (τον σκηνοθέτη μπαλέτου σε αυτή την περίπτωση) να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων στις μπαλαρίνες - επιπόλαιο τέχνασμα του Aronofsky σε μία απόπειρα να εξηγήσει τι συμβαίνει στον θεατή της ταινίας, μιας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μπαλαρίνα που να μην γνωρίζει τι συμβαίνει στο συγκεκριμένο μπαλέτο. (Αυτό σε βάζει σε περαιτέρω σκέψεις: αν ο σκηνοθέτης απευθύνει την επεξήγηση στον τελείως ανυποψίαστο θεατή που δεν έχει επαφή με την τέχνη, τότε γιατί να θέλει να προορίζεται η ταινία του σε τέτοιο target group;) Επιπλέον, υπάρχουν κάποια τεχνικά λάθη όσον αφορά το μπαλέτο: στην ταινία μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια μπορεί να υποδυθεί άπταιστα τον λευκό κύκνο, αλλά πρέπει να γίνει πιο αυθόρμητη και προκλητική για να υποδυθεί τον μαύρο κύκνο. Στην πραγματικότητα ο ρόλος του μαύρου κύκνου είναι πιο απαιτητικός από τεχνική άποψη και το να γίνεις απλά πιο σκληρή και ανέμελη (όπως ζητά ο σκηνοθέτης του μπαλέτου) δεν βοηθά καθόλου μια πραγματική μπαλαρίνα.

Επιπλέον, κάποιες στιγμές μένουν ανεξήγητες και φαίνονται γελοίες. Η μητέρα της Νίνα (την οποία υποδύεται η εξαιρετική Barbara Hershey) αγοράζει μία τούρτα για να γιορτάσουν το γεγονός ότι η κόρη της κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν η Νίνα λέει με τον πιο αθώο τρόπο ότι δεν έχει όρεξη για τούρτα, η μητέρα της αλλάζει διάθεση εντελώς απότομα και αδικαιολόγητα, λες και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο, και ετοιμάζεται να πετάξει την τούρτα στα σκουπίδια (!!!) Σε άλλη σκηνή η Νίνα δέχεται την πρόταση του σκηνοθέτη της να τον ακολουθήσει σπίτι του, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από αυτόν. Διάλογοι όπως αυτός στην σκηνή που ο ίδιος σκηνοθέτης πάλι την ρωτάει, "You' re not a virgin are you? Do you enjoy making love?", πρέπει να περιλαμβάνονται στα σημεία που έκαναν τον κριτικό του New Yorker, David Denby, να αναφέρει ότι συχνά η ταινία αγγίζει το γελοίο.

Όσον αφορά την ερμηνεία της Natalie Portman (κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες και έχει σίγουρο το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας) ταιριάζει η παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι". Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η Portman δεν παίζει καλά. Παίζει ικανοποιητικά. Αλλά ως εκεί. Κι αυτό γιατί αν και καλή ηθοποιός, η ίδια η ταινία και, συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία, περιορίζουν τον ρόλο της σε μερικές γκριμάτσες: η Νίνα συνεχώς είναι δακρυσμένη, τρέμουν τα χείλη της, μιλάει με σιγανή φωνή, σουφρώνει τα φρύδια της. Έχουμε δηλαδή μία ερμηνεία που περιορίζεται σε 4-5 εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

natalie_portman_ballerina_black_swan


Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει την ευκαιρία στον θεατή να απολαύσει τον κόσμο του μπαλέτου κι ας πρόκειται για μία ταινία όπου αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα. Ο σκηνοθέτης μπαλέτου της ταινίας μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η παράσταση, αλλά όταν αυτή ξεκινήσει δεν βλέπουμε παρά ελάχιστες βιαστικές σκηνές που δεν αποδίδουν καθόλου το κλίμα της Λίμνης των Κύκνων: αντιθέτως βλέπουμε πολλά εφέ και υπερβολές καθώς η Νίνα μεταμορφώνεται σε μαύρο κύκνο.

Το σενάριο είναι προβλέψιμο, χιλιοειπωμένο (όχι ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα, αν φυσικά γίνει σωστή δουλειά) και κυρίως απλοϊκό – ο έμπειρος σινεφίλ θεατής θα νομίζει ότι η ταινία προορίζεται για το νεανικό κοινό. Τα μηνύματα της ταινίας (γιατί δεν γίνεται ταινία του Aronofsky χωρίς μηνύματα) είναι συγκεχυμένα και μπορούν εύκολα να αποπροσανατολίσουν τους νεαρούς θεατές, προς λάθος κατευθύνσεις. Όσοι γνωρίζουν από χορό και μπαλέτο θα βρούνε κάποια λάθη – τόσο βασικά που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Τα κλισέ στο σενάριο αμέτρητα.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι αδικώ την ταινία μιας και στην Ελλάδα πήρε γενικά καλές κριτικές, προτείνω να ρίξουν και μια ματιά και σε κριτικές του ξένου Τύπου. Επίσης, αν και δεν θέλω να δικαιολογούμαι, η ταινία δεν έχει μόνο αδυναμίες, γι' αυτό και στην πρώτη παράγραφο αναφέρομαι στα δυνατά της σημεία. Παρ' όλα αυτά δεν παύει, κατά την άποψή μου, να είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη, σαφώς κατώτερη από τον Παλαιστή.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      2  /  11

 

Wednesday, November 24, 2010

The Social Network

 

The-Social-Network-movie-poster-David-Fincher

 

Τίτλος: The Social Network

Σκηνοθέτης: David Fincher

Παραγωγή: 2010

 

H ταινία του Fincher βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι τόσο κουραστική όσο θα περίμενε κάνεις (δεδομένου του επουσιώδους θέματός της). Παρατηρούμε εν μέρει την εξελικτική πορεία του Facebook και εν μέρει την “εξέλιξη” του Zuckerberg, του (συν)ιδρυτή του. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλά τόσο από τον τίτλο της ταινίας, όσο και από το περιεχόμενο και τη δομή της, το όλο εγχείρημα φαίνεται να εστιάζεται περισσότερο στο πώς και γιατί δημιουργήθηκε το Facebook παρά στον ίδιο τον δημιουργό του. Ίσως σε αυτό να ευθύνονται και οι μέτριες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, χωρίς καμία να ξεχωρίζει ιδιαίτερα (δεν ξέρω κατά πόσο το να μιλάς γρήγορα και κοφτά όπως ο βασικός πρωταγωνιστής θεωρείται ερμηνεία, ίσως για το είδος της ταινίας να είναι ωστόσο αρκετό).

Σχεδόν επίπεδη και η σκηνοθεσία του Fincher, γρήγορο μοντάζ και εναλλαγές σκηνών, αδιάφορη μουσική επένδυση (έως κακόγουστη - βλ. σκηνή με αγώνα κωπηλασίας), αποφυγή κάθε συναισθηματισμού – συστατικά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης με τις πρόσφατες ταινίες του. (Όσο κι αν μου άρεσε το Seven δεν μπορώ παρά να έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας μουσικά βίντεο κλιπ - στοιχείο που διαφαίνεται έντονα στις τελευταίες του δημιουργίες.)

Εν ολίγοις, είναι το είδος της ταινίας για το οποίο δεν μπορείς να γράψεις και πολλά για το τεχνικό και καλλιτεχνικό μέρος, ενώ όσον αφορά το περιεχόμενο, οποιαδήποτε απόπειρα ηθικής ανάλυσής του θα ξέφευγε από το ύφος αυτού του κινηματογραφικού ιστολογίου και θα οδηγούσε σε φλυαρία.

Συμπέρασμα: καλογυρισμένη ταινία, διασκεδαστική για μια «έξοδο» στο σινεμά με φίλους και ποπ κορν, ίσως λίγο βαρετή κατά διαστήματα (ειδικά αν δεν σας αφορά το Facebook και ο χώρος τον υπολογιστών - προσωπικά είμαι fan και των δύο, ωστόσο πάλι βαρέθηκα σε κάποια σημεία). Δείτε την λοιπόν απλά για να περάσει ο χρόνος σας (ευχάριστα ή αδιάφορα) με παρέα, αλλιώς αν ψάχνετε κάτι με καλλιτεχνική αξία, επιλέξτε άλλη ταινία...

 

Προσωπική Αξιολόγηση:     2 / 11

Thursday, November 12, 2009

Das Weisse Band

the_white_ribbon_poster-424x600

 

Τίτλος: Η Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band)

Σκηνοθέτης: Michael Haneke

Παραγωγή: 2009


Όταν έμαθα ότι ο Χάνεκε πρόκειται να γυρίσει σε remake την ταινία του Funny Games απογοητεύτηκα αρκετά: Αφενός, επειδή για μένα το Funny Games αποτελεί τη μοναδική ταινία του σκηνοθέτη που δεν μπορώ να χωνέψω (λίγο ρητορική, λίγος δογματισμός, λίγο κήρυγμα, λίγο το κλείσιμο του ματιού στην κάμερα...), αφετέρου τι δουλεία είχε ο Χάνεκε με το αμερικάνικο κοινό; Πίστευε ότι πραγματικά μπορούσε να τους δώσει ένα μάθημα ή ότι αξίζει να προωθήσει την ταινία του ως προϊόν μαζικής κουλτούρας; Έπειτα, αφού έγινε το remake, διάβασα ότι πρόκειται να σκηνοθετήσει τη Λευκή Κορδέλα (επιτέλους ταινία του στα γερμανικά αυτή τη φορά!) και ανακουφίστηκα. Φαίνεται ότι ο Χάνεκε θα επέστρεφε στα γνωστά θέματα του με νέο υλικό αυτή τη φορά. Διαβάζοντας για την υπόθεση της ταινίας και βλέποντας κάποια κλιπάκια, είχα πει ότι σίγουρα θα έφευγε από τις Κάννες με τον Χρυσό Φοίνικα (διαβάστε εδώ την πρόβλεψη, την ανακοίνωση των βραβείων και τα συγχαρητήρια) και, πολύ πιθανό, σε λίγους μήνες να κερδίσει και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Η Λευκή Κορδέλα ήταν ακριβώς όπως την περίμενα και λίγο καλύτερη. Πρόκειται για την πιο αυστηρά συμμετρική σκηνοθεσία του Χάνεκε: ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έξοχα καδραρισμένα πλάνα. Ως συνήθως, έλλειψη μουσικής επένδυσης. Ερμηνείες απίστευτα ρεαλιστικές. Η χρονική διάρκεια κάθε πλάνου φαίνεται να είναι μετρημένη με μαθηματική ακρίβεια. Ακόμα και η προφορά των λέξεων και η αυστηρή δομή και σύνταξη της όμορφης γερμανικής γλώσσας ακούγεται σαν θεατρική πρόζα. Όλα αυτά τα στοιχεία της  καλοκουρδισμένης σκηνοθεσίας συνθέτουν μία ταινία βαριά, ασήκωτη σχεδόν, ταινία που ευτυχώς δεν προορίζεται για τις μάζες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σπουδαίο κινηματογραφικό έργο τέχνης (όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως).

bandFamilie


Η ταινία καταπιάνεται με τα θέματα της τάξης, της οργάνωσης, της καταπίεσης γενικότερα (οικογενειακής, κοινωνικής, σεξουαλικής), τα οποία ξεδιπλώνονται ως μία σειρά ανεξήγητων, φαινομενικά, συμβάντων σε ένα γερμανικό χωριό, λίγο πριν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χάνεκε αποφεύγει το δράμα και τις στομφώδεις δηλώσεις και με ήπιους τόνους αναπαριστά μία ασφυκτικά δομημένη κοινωνία, κρατώντας ταυτόχρονα τη συναισθηματική ένταση να υποβόσκει, σε σημείο όπου ο θεατής αναμένει την έξαρση να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή. Η αποτύπωση των χαρακτήρων και των συμβάντων στο γερμανικό χωριό είναι τόσο λεπτομερής, που ακόμα και μετά την ταινία μορφασμοί και εκφράσεις των χαρακτήρων, φωτογραφίες των τοπίων που φαίνονται να αποτελούν προέκταση του κρυφού ψυχισμού των κατοίκων του, επιστρέφουν στη μνήμη μας με τον μοναδικό τρόπο που ένας Μπέργκμαν θα κατάφερνε. Η ταινία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αφού πλέον έχουμε κατακτήσει τις ελευθερίες που σαφώς οι ήρωες της ταινίας στερούνται, τότε γιατί εξακολουθούμε να έχουμε ενδοιασμούς; Γιατί η επικοινωνία φαντάζει ακόμα και σήμερα τόσο δύσκολη όσο αποξενωμένη διατυπώνεται στην ταινία; Ο Χάνεκε δεν προσπαθεί να ρητορεύσει ότι ο ψυχαναγκασμός και η καταπίεση του γερμανικού λαού έγιναν αίτιο για τον φασισμό και τον πόλεμο που ακολούθησε, όπως αρκετές κριτικές εύκολα βιάστηκαν να συμπεράνουν. Κάτι τέτοιο θα παραήταν εύκολο για έναν σκηνοθέτη της εμβέλειας του Χάνεκε που θέτει πάντα μόνο ερωτήματα όπως ο ίδιος έχει δηλώσει άλλωστε. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, αφού κανείς και όλοι ταυτόχρονα θα μπορούσαν να είναι οι δράστες στην ταινία. Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να λαμβάνει τόπο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία κάθε χώρας και όχι μόνο στη Γερμανία.

bandField 
Η Λευκη Κορδέλα ταινία φαίνεται να προτρέπει τους κριτικούς επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους (στο Rotten Tomatoes αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε μία αρνητική κριτική). Ο Χάνεκε είναι μέσα στους πραγματικά ελάχιστους μεγάλους δημιουργούς της εποχής μας και ένας σκηνοθέτης που θα αφήσει ιστορία στην πορεία του κινηματογράφου. Άκρως διανοούμενος, βαθυστόχαστος, έχει το θάρρος να θέτει μόνο μεγάλα ερωτήματα, αγνοώντας τη δίψα του κοινού για εύκολες απαντήσεις. Από αυτή την άποψη είναι ένας πραγματικός auteur, του οποίου η Τέχνη και το όραμα δεν γνωρίζουν συμβιβασμούς.

bandBird
Για όσους με κατηγορούν ότι τίθεμαι πάντα υπέρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αγνοώντας τον αμερικάνικο, ένα έχω να πω: ας αναλογιστεί κάποιος τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργείται ο κινηματογράφος ως  διασκέδαση και ο κινηματογράφος ως Τέχνη. Από τη μία έχουμε τα  τα γελοία ποσά που πληρώνονται οι ηθοποιοί στο Χόλυγουντ για τις κατω-του-μετριου ερμηνείες του, και από την άλλη έχουμε ένα πλήθος άγνωστων γερμανών ηθοποιών σε αυτή την ταινία (στην πλειοψηφία παιδιά!!!) να ζούνε το ρόλο τους καλύτερα από κάθε celebrity "ηθοποιό". Το σίγουρο είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών στη Λευκή Κορδέλα μου έφεραν στον νου αντίστοιχες μεγάλων ευρωπαίων ηθοποιών.

bandBarn 
Συχνά, βλέποντας μία κλασική ταινία που σήμερα θεωρείται αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αναρωτιέμαι τι να σκεφτόταν άραγε τότε το κοινό και η κριτική; Τι συνέβη μετά την πρώτη προβολή μιας σπουδαίας ταινίας; Ο κόσμος τη θεώρησε αμέσως αριστούργημα ή μήπως δεν είχε καταλάβει ακριβώς για πόσο σημαντικό έργο τέχνης πρόκειται; Πώς ένιωσαν, άραγε, αυτοί που ήταν παρόντες στις πρώτες  προβολές ενός τέτοιου σπουδαίου έργου; Η απορία μου αυτή μου λύθηκε παρακολουθώντας τη Λευκή Κορδέλα. Φίλοι αναγνώστες του blog να το θυμηθείτε, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που στο μέλλον θα ανήκει στην κατηγορία των "κλασικών" αριστουργημάτων, ανάλογων με αυτών των Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Μπρεσσόν, Ντράγιερ... Πρόκειται για την πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του σκηνοθέτη (μαζί με το Code Inconnu), ο οποίος θα πρέπει αυτομάτως να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σπουδαιότερους δημιουργούς, ακόμα κι από αυτούς που ίσως μέχρι σήμερα να είχαν τις αμφιβολίες τους για το έργο του.

Προσωπική Αξιολόγηση:    9,5  / 11


ΥΓ. Η καλύτερη ελληνική κριτική που έχω διαβάσει μέχρι τώρα για την ταινία -και μία από τις καλύτερες κριτικές γενικότερα, αφού μιλά ουσιαστικά, αποφεύγοντας τη συνήθη κριτικοφλυαρία- είναι αυτή της Πόλυς Λυκούργου για το περιοδικό Σινεμά.

Απόσπασμα από την ταινία:

Wednesday, July 8, 2009

The Piano

(Μαθήματα Πιάνου)
pianopost


Τίτλος: The Piano (Μαθήματα Πιάνου) 
Σκηνοθέτης: Jane Campion 
Παραγωγή: 1993
 
Μην αφήσετε το βουνό των υπερθετικών σχολίων που κατακλύζουν τα ‘Μαθήματα Πιάνου’ να σας αποθαρρύνει: Η ερωτική ιστορία του 19ου αιώνα από την Jane Campion ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα. Ετοιμαστείτε για κάτι ξεχωριστό.” Με αυτά τα λόγια ξεκινά την κριτική του ο Vincent Canby για τους New York Times to 1993, την χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία. Και είναι αλήθεια.

Το “Μαθήματα Πιάνου” ανήκει σε μία σπάνια κατηγορία ταινιών που ναι μεν είναι αγαπητές από το ευρύ κοινό, αλλά ταυτόχρονα και από τους πιο σκληροπυρηνικούς κριτικούς!

Παρακολουθούμε την ιστορία της Ada McGrath, μιας μουγκής Σκοτσέζας γυναίκας που αναγκάζεται μαζί με την κόρη της να αφήσει την πατρίδα της για να πάει στη Νέα Ζηλανδία και να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν έχει δει ποτέ της. Αυτή τουλάχιστον είναι η εισαγωγή της ταινίας, αφού η ίδια η ταινία –γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στην άγρια φύση της Ν. Ζηλανδίας- προσφέρει πολύ περισσότερα από μία ερωτική ιστορία. Δεν θέλω όμως να αναφέρω τίποτα άλλο από το εξαιρετικό αυτό σενάριο.

1083_012199

Η ερμηνεία της Holy Hunter είναι μέσα στις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες όλων των εποχών (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ Α' γυναικείας ερμηνείας). Δεν είναι υπερβολή να την χαρακτηρίσω ως συγκλονιστική. Ούτε υπερβολή είναι να χαρακτηρίσω ως καταπληκτική την ερμηνεία της νεαρής Anna Paquien, η οποία πήρε το όσκαρ Β΄ γυναικείας ερμηνείας (“Ένα από τα πιο εξαιρετικά παραδείγματα υποκριτικής από παιδί στην ιστορία του κινηματογράφου” – Rogert Ebert). O Harvey Keitel ως υποψήφιος εραστής της Ada με το σημαδεμένο πρόσωπό του (ο ίδιος Μαορί στην καρδιά) εμφανίζεται ως ένα πρωτόγονο στοιχείο ανάμεσα στη στημένη κοινωνία των Νεοζηλανδών κατοίκων και των ιθαγενών (Μαορί). Οι σκηνές όπου εμφανίζεται γυμνός να καθαρίζει το πιάνο ή όταν κρυμμένος κάτω από αυτό χαϊδεύει το πόδι της Ada μέσα από μία μικρή τρύπα που έχει η κάλτσα της, είναι φορτισμένες με μεγάλες δόσεις ερωτισμού, ίσως όπως μόνο μία γυναίκα θα μπορούσε να τον αποδώσει.

Βέβαια, το εξαιρετικό επίτευγμα της σκηνοθέτιδας Jane Campion είναι ότι έχει γράψει ένα πολύ ρομαντικό σενάριο (κέρδισε το όσκαρ σεναρίου) κι έχει σκηνοθετήσει άξια μία απίστευτα συναισθηματική ταινία δίχως ίχνος μελοδραματισμού. Ο φακός της παρατηρεί πράγματα που μόνο το γυναικείο μάτι ίσως να πρόσεχε. Εστιάζεται σε παράξενες γωνίες και αντικείμενα: από τη μία σε μεγαλόπνοα πλάνα με το πιάνο μόνο στην παραλία και πελώρια κύματα να σκάνε γύρω του, και αμέσως μετά σε σύντομα πλάνα που δείχνουν το αγχώδες ανέμισμα μια βεντάλιας ή το νευρικό κράτημα μιας απλής κούπας τσάι. Από τη μία η λάσπη, η βρωμιά, η αγγλική “εξευγενισμένη κοινωνία”, και από την άλλη το πιάνο, η μουσική, οι πρωτόγονοι Μαορί. Δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί που η συνύπαρξή τους συνθέτει το τοπίο της ανεξερεύνητης ζούγκλας που βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός των βασικών χαρακτήρων της ταινίας. Ο Stuart Dryburgh, υπεύθυνος φωτογραφίας, κατάφερε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα, αποδίδοντας τα αχανή δάση σε αποχρώσεις σκούρου μπλε και πράσινου, και φωτίζοντας τα πρόσωπα της Ada και της κόρης της με κατάχλωμες άσπρες αποχρώσεις αντίστοιχα (στην αρχή της ταινίας, κι ενώ οι Μαορί οδηγούν τις δύο πρωταγωνίστριες στο νέο τους σπίτι μέσα από την άγρια ζούγκλα, σταματάνε σε κάποιο σημείο παραπονούμενοι ότι αν συνεχίσουν από τον ίδιο δρόμο θα έρθουν αντιμέτωποι με τον χώρο ταφής των προγόνων τους -- χώρο φαντασμάτων. Την ίδια στιγμή η κάμερα εστιάζεται στα χλωμά πρόσωπα των δύο γυναικών κάνοντας απατηλούς υπαινιγμούς…)

the-piano2

Η ταινία έχει δύο μεγάλες κλιμακώσεις. Και οι δύο παρουσιάζονται με δραματικά οπερετικό τρόπο και σε αφήνουν άφωνο, προσηλωμένο στην οθόνη. Από μόνες τους θα μπορούσαν να αποτελούν σκηνές από πίνακα ζωγραφικής – όπως οι περισσότερες σκηνές στην ταινία άλλωστε. Σε συνδυασμό με την μουσική του Michael Nyman, μπορώ να πω ότι αυτό που βιώνει πλέον ο θεατής δεν είναι πλέον μια ιστορία που ξεδιπλώνεται στην οθόνη, αλλά ένα δραματικό ποίημα. Απλά δύο λόγια για τη μουσική: το soundtrack (μεγάλο best seller όταν κυκλοφόρησε η ταινία) ήταν αυτό που έκανε τον Nyman γνωστό στο ευρύ κοινό (σε αυτό το κοινό τουλάχιστον που δεν τον ήξερε από τις ταινίες του Greenaway ή που δεν ασχολείται με μοντέρνα μουσική –- αφού ήδη επρόκειτο για αρκετά καταξιωμένο συνθέτη). Η μικρή μου ένσταση είναι ότι 1-2 κομμάτια ακούγονται απλά ως αλλόκοτα μέσα στην ταινία. Είναι περίεργο να βλέπεις μία Σκοτσέζα στον 19ο αιώνα να παίζει στο πιάνο μινιμαλιστική μουσική (!!!), αντί π.χ. Σούμπερτ (για να αναφέρω έναν ρομαντικό). Ωστόσο, τέτοια είναι η συναισθηματική δύναμη του βασικού μουσικού θέματος για πιάνο, το οποίο ακούγεται κατά τη διάρκεια της ταινίας (και που μπορείτε να ακούσετε στο video στο τέλος της ανάρτησης αυτής), που πραγματικά σε συνεπαίρνει και σε πείθει ότι δεν πρόκειται για αναγνωρισμένη μουσική, αλλά μουσική που έγραψε η ίδια η Ada και βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά της (“Η μουσική είναι η ομιλία της Ada”, αναφέρει ο Nyman στις σημειώσεις που συνοδεύουν το soundtrack).

campion Μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία λοιπόν. Μοναδικό παράπονο ίσως ότι οι χαρακτήρες δεν είναι αρκετά τρισδιάστατοι. Όμως, όπως ανέφερα, η ταινία λειτουργεί με βάση το συναίσθημα πάνω απ’ όλα και σε κάνει να ξεχάσεις οτιδήποτε ατέλειες. Για μένα –και το έχω πει πολλές φορές- τα “Μαθήματα Πιάνου” είναι η πιο ποιητική ταινία που έχω δει. Πρόκειται για μια λυρική-δραματική ποίηση (σε αντίθεση π.χ. με την στοχαστική/υπερβατική ποίηση του Ταρκόφσκι, ενός μεγάλου ποιητή της 7ης τέχνης). Τέτοια είναι η συναισθηματική φόρτιση της ταινίας που έχει καταφέρει να συνεπάρει όλα τα είδη κοινού και κριτικών, ενώ κάποιος θα περίμενε, π.χ., ότι ο ρομαντισμός της δεν θα ήταν  αποδεκτός από τον αντρικό πληθυσμό. Παραμένει και το αριστούργημα της Κάμπιον (το “Πορτραίτο μιας Κυρίας”, αν και πολύ καλό καταπιάνεται με ένα μεγαλειώδες έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πιο δύσκολα πείθει για το είδος του, ενώ το “In the Cut” ήταν απλά… πρόχειρο). Αναμένεται φυσικά να δούμε τη νέα ταινία της Κάμπιον, την ερχόμενη σεζόν, η οποία έχει πάρει ήδη καλές κριτικές.

Το "Μαθήματα Πιάνου" δίκαια άξιζε το βραβείο καλύτερης ταινίας στις Κάννες το 1993. Είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία-αριστούργημα βουτηγμένη στην ποίηση και σε έναν εξωτικό κόσμο, όπου τα συναισθήματα παίρνουν διαστάσεις παραμυθιού.


Προσωπική Αξιολόγηση: 8,5 / 11

Δυστυχώς το youtube δεν μου επιτρέπει να κάνω embed το εξής video, αλλά προτείνω σε όλους να δούνε μία από τις ομορφότερες σκηνές στην ταινία. Είναι η στιγμή που η Ada (Holly Hunter) έχει ήδη παρακαλέσει τον Baines (Harvey Keitel) να πάρει αυτήν και την κόρη της γι άλλη μια φορά στην παραλία που έχουν παρατήσει το πιάνο, όπου και παίζει μέχρι το βράδυ. Πραγματική μαγεία...

Saturday, February 28, 2009

Slumdog Millionaire

slumPost

 

Τίτλος: Slumdog Millionaire

Σκηνοθέτης: Danny Boyle

Παραγωγή: 2008

 

Από τις προηγούμενες δουλειές του Άγγλου σκηνοθέτη Danny Boyle έχω δει το Shallow Grave, το Trainspotting, και το The Beach. Καμία από αυτές δεν βρήκα αξιόλογη ταινία, με εξαίρεση ίσως το Shallow Grave απλά και μόνο επειδή είχε κάποιο σασπένς. Το Slumdog Millionaire κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας και συνολικά 8 Όσκαρ. Αναμενόμενο το αποτέλεσμα, γνωρίζοντας πως συνήθως ψηφίζει η ακαδημία: μάλλον το Slumdog Millionaire ήταν η χειρότερη από τις υποψήφιες ταινίες.

Οι αδυναμίες πολλές. Ξεκινώντας από το σενάριο, το οποίο ακροβατούσε ανάμεσα στα όρια του παράλογου και του γελοίου. Με λίγα λόγια μου θύμισε τα «λογοτεχνικά» βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων συγγραφέων που αποτελούνται από ανάλαφρες ιστορίες χωρίς ουσία. Η πλοκή διαδραματίζεται γύρω από ένα τηλεπαιχνίδι, ο ήρωας ένα φτωχός νεαρός που είναι μοιραίο να κερδίσει (η ταινία φροντίζει να το τονίσει αρκετές φορές), όπως επίσης μοιραίος είναι και ο έρωτας του για μία όμορφη κοπέλα που γνώρισε όταν έμεινε ορφανός. Ακούγεται αφελές και, πιστέψτε με, είναι. Υπήρχαν σκηνές παράλογες και αναφέρω ενδεικτικά τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας της ταινίας μαθαίνει για το όνομα του όπλου, ή την σκηνή όπου κλέβει τρόφιμα όσο βρίσκεται στο τρένο. Υπερβολικός, και καθόλου ρεαλιστικός, ο τρόπος που παρουσιάζεται ο παρουσιαστής του τηλεοπτικού παιχνιδιού. Καθόλου πειστικός και ψεύτικος και ο διάλογος μεταξύ των μικρών παιδιών.

slum1

Όσο για τις ερμηνείες, κυμαίνονται από κακές ως αδιάφορες. Ο πρωταγωνιστής Dev Patel ερμηνεύει με υπερβολή κι αυτός τον ρόλο του. Όσο συμμετέχει στο τηλεπαιχνίδι, οι αντιδράσεις του είναι πέρα για πέρα αφύσικες, σε σημείο που αναρωτιέσαι αν υποτίθεται ότι ο ήρωας πάσχει από κάποιο πρόβλημα υγείας (σωματικό ή διανοητικό). Ο αδερφός του από την άλλη, φαίνεται να αλλάζει διαθέσεις λες και πρόκειται για άτομο με πολλαπλή προσωπικότητα. Συμπαθητική, αλλά τελικά αδιάφορη και η πρωταγωνίστρια Freida Pinto.

Όσοι έχετε δει δείγμα από τις προηγούμενες ταινίες του Danny Boyle θα ξέρετε τι να περιμένετε. Γρήγορη σκηνοθεσία, με πολύχρωμα πλάνα, έντονη μουσική, μια τάση προς την υπερβολή: η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής λούζεται μες στα κόπρανα παραπέμπει σε χοντροκομμένο χιούμορ και μου θύμισε την παρόμοια, αντιαισθητική σκηνή στο Trainspotting – ήταν, αλήθεια, απαραίτητη; Και μιας και μίλησα για χιούμορ, υπάρχει συχνά η εναλλαγή στις διαθέσεων όπως μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης: τη μία στιγμή βλέπεις την ανθρώπινη εξαθλίωση και μόλις με το που πας να νιώσεις τον πόνο τον πρωταγωνιστών, αμέσως ακολουθεί κάποιο πρόχειρο αστείο, λες και ο Danny Boyle θέλει να μας υπενθυμίζει συνεχώς πως πρόκειται εν τέλει για μια feel good ταινία.

slum2

Σε γενικές γραμμές ο επιφανειακός τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες των ηρώων του, ο γρήγορος ρυθμός, ο εύκολος και μπανάλ συναισθηματισμός, η έλλειψη κάποιου λόγου ύπαρξης αυτής της ταινίας, πέρα από το να διασκεδάσει τον θεατή παραπέμπουν σε προϊόν έτοιμο να καταναλωθεί από την γενιά του MTV (η απόδειξη; Η ταινία βρίσκεται ήδη στο top 250 του IMDB και το κοινό την έχει ψηφίσει στην θέση #39 !!!)

Έχοντας δει το Slumdog Millionaire έμεινα με την απορία: γιατί να γυριστεί μία τέτοια ταινία; Θέλει να μεταδώσει κάποιο μήνυμα ο σκηνοθέτης, να δημιουργήσει ένα καλό έργο Τέχνης, να μας μεταφέρει κάποια ερεθίσματα, να μας προβληματίσει ίσως; Τίποτα από αυτά! Προφανώς, όπως ανέφερα και παραπάνω η ταινία υπάρχει για να κρατήσει ικανοποιημένα τα πλήθη που θέλουν απλά να πάνε σινεμά ή να νοικιάσουν ένα DVD για να περάσει κάπως η ώρα τους. Το Slumdog Millionaire είναι αδύναμο παντού: αδιάφορο σενάριο, κακές ερμηνείες, φιλόδοξη (και ματαιόδοξη) σκηνοθεσία. Για άλλη μια φορά μία από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς κερδίζει το Όσκαρ καλύτερη ταινίας, κάνοντας έτσι τον απαίδευτο θεατή να πιστεύει ότι πρόκειται για κάτι το ξεχωριστό. Κι εγώ θέλω να ρωτήσω: αξίζει κάποιος να σπαταλήσει δύο πολύτιμες ώρες από τη μέρα του που δεν θα τον οδηγήσουν πουθενά, ενώ μπορεί να καλλιεργηθεί με ένα προϊόν αυθεντική τέχνης;

Προσωπική αξιολόγηση:   1,5  /  11

 

ΥΓ. Όπως έγινε και με το Trainspotting, το soundrack του Slumdog Millionaire έκανε επιτυχία – φαντάζομαι κυρίως στο νεαρό καταναλωτικό κοινό. Προσωπικά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς κάποιος θα μπορούσε να ακούσει αυτή την μουσική (σαχλή κατ’ εμέ) πάνω από μία φορά. Περί ορέξεως όμως, κολοκυθόπιτα…

Tuesday, January 20, 2009

Milk



Σκηνοθέτης:
Gus van Sant

Προσωπική Αξιολόγηση:
6 / 11


Το Milk του Gus van Sant ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, πέρα από τις προσδοκίες μου. Τι εννοώ: ο Gus van Sant είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες (προσωπικά τον θεωρώ ανάμεσα στους δύο καλύτερους εν ζωή Αμερικάνους σκηνοθέτες). Οι ταινίες του Gerry, Last Days και Elephant αποτελούν την "ανεπίσημη" Τριλογία του Θανάτου του συγκεκριμένου σκηνοθέτη και είναι η προσωπική μου άποψη ότι είναι από τις σημαντικότερες και πιο ουσιώδης ταινίες των τελευταίων 10 ετών. Έχοντας βέβαια τέτοια άποψη γι αυτόν τον σκηνοθέτη και διαβάζοντας σε κριτικές ότι με το Milk ο Gus van Sant επιστρέφει στο mainstream (ή αλλιώς να πω συμβατικό ή εμπορικό) κινηματογράφο απογοητεύτηκα. Ανάμεσα στις προηγούμενες mainstream ταινίες του συγκαταλέγονται το "Το Die For" και το "Good Will Hunting" -- καλές ταινίες χωρίς όμως να είναι κάτι το ξεχωριστό.

Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πει κάποιος και για το Milk. Μια πολύ καλή ταινία η οποία όμως δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Τι ήταν αυτό λοιπόν που οδήγησε έναν τόσο ποιητικό και "αργό" σκηνοθέτη να επιστρέψει σε μια πιο "συμβατική" ταινία; Η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο Gus van Sant ήθελε τόσο να διηγηθεί την ιστορία του Harvey Milk που ίσως ένας "ίσιος" σκηνοθετικός δρόμος να ήταν ο μόνος τρόπος να γίνει αυτή η ιστορία κατανοητή από το ευρύ κοινό (και η αλήθεια είναι ότι στις προηγούμενες ταινίες του είχα γίνει μάρτυρας του κόσμου που εκνευρισμένος έφευγε από το σινεμά πριν καν τελειώσουν οι ταινίες του). Και συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη που μας μετέδωσε την ιστορία του ήρωα Harvey Milk -- ενός ατόμου που ελάχιστοι είχαμε ακουστά πριν την κυκλοφορία της ταινίας στην χώρα μας.

Το σενάριο είναι καλοδουλεμένο, αλλά γνωρίζοντας την προσποιητή macho συμπεριφορά του μέσου straight Έλληνα υποθέτω ότι η ταινία θα ενοχλήσει αρκετά άτομα, τα οποία στο κάτω-κάτω θα δυσκολευτούν να ταυτιστούν με το θέμα της ταινίας. Και σε αυτό έχω να κάνω την εξής παρατήρηση: πώς γίνεται όλοι οι gay να βλέπουν χρόνια τώρα ταινίες με straight ζευγάρια και να μην ενοχλούνται, και μόλις οι straight παρακολουθήσουν έστω και μία ταινία με gay να μην μπορούν να ταυτιστούν συναισθηματικά (σάμπως το συναίσθημα του έρωτα διαφέρει;) Δεν είναι και αυτό μια πολύ σημαντική μορφή σεξισμού/ρατσισμού; Γιατί ο gay να ανέχεται συνεχώς ταινίες με straight θέμα, και ο μέσος straight να μην μπαίνει καν στον κόπο να κατανοήσει μια ταινία με gay;



Επειδή όμως ξεφεύγω από την κριτική -αν και πιστεύω ότι σε αυτή την περίπτωση τέτοιου είδους προβληματισμοί οφείλουν να είναι μέρος της κριτικής- θα ήθελα να επικεντρωθώ λίγο στις ερμηνείες, οι οποίες είναι άψογες. Ο Sean Penn ως Harvey Milk βρίσκει τον εαυτό του σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του (ο ίδιος βέβαια δήλωσε ότι είχε ταυτιστεί τόσο με τον χαρακτήρα που υποδύεται με αποτέλεσμα να ερωτευθεί την προσωπικότητά του Harvey Milk). Η υποκριτική ικανότητα του Sean Penn λοιπόν είναι σημαντική, αφού δεν περιορίζεται απλά σε μια γκριμάτσα ή μια προφορά, αλλά στον τρόπου που ο χαρακτήρας του ζει στον χώρο και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο. Από το πιο τρυφερό φιλί στον εραστή του, τον "κόσμο" του όταν ακούει όπερα, μέχρι την περίπλοκη συμπάθεια (να πούμε έλξη;) του απέναντι στον πολιτικό αντίπαλό του. Τον τελευταίο υποδύεται ο Josh Brolin πολύ πειστικά (ο ρόλος είχε αρχικά προταθεί στον καλό φίλο του σκηνοθέτη Matt Damon, όμως αυτός αναγκάστηκε να αρνηθεί λόγω άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων). Επίσης ξεχωρίζει ο Emile Hirsch, ο οποίος (συμπτωματικά;) είχε παίξει και στην ταινία του Sean Penn Into the Wild, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Και στο Milk η ερμηνεία του είναι τόσο καλή που εγώ προσωπικά ένιωσα ότι αρκετές φορές ξεπερνούσε και αυτήν του Sean Penn.

Τέλος, να ξεκαθαρίσω ότι επειδή πριν ανέφερα την ταινία ως "mainstream" δεν νομίζω ότι ο όρος συμβατικό σινεμά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το Milk, αλλά μάλλον και καμιά άλλη ταινία του Gus van Sant πέρα, ίσως, από το Good Will Hunting. Σε αυτή την ταινία ο van Sant συνθέτει πλάνα από μια πολύχρωμη παλέτα, με γρήγορο μοντάζ αρκετές φορές, ενώ δεν ξεχνάει να μας υπενθυμίζει ότι πρόκειται για έναν δεξιοτέχνη σκηνοθέτη, κινηματογραφώντας συχνά τους ήρωές του μέσα από άλλα αντικείμενα (είτε πρόκειται για μια σφυρίχτρα, έναν καθρέφτη ή ένα τζάμι). Το μόνο που ομολογώ ότι με ενόχλησε κάπως στην ταινία ήταν η μουσική του συνθέτη Danny Elfman (ο Gus van Sant τον έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες ταινίες του) την οποία και βρήκα λίγο γλυκανάλατη.

Το Milk μπορεί να μην είναι ένα αριστούργημα (και σε αυτό συμφωνώ με την κριτική του kioy). Ωστόσο είναι μία αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, με πολύ δυνατές ερμηνείες από όλο το cast (και κυρίως εκεί βασίζω και την προσωπική μου βαθμολογία). Ευτυχώς ο Gus van Sant αποφεύγει τον συναισθηματισμό και αρκετές φορές προσεγγίζει τον χαρακτήρα του Milk με χιούμορ και κάποια αφέλεια και επιπολαιότητα υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ότι πρόκειται ουσιαστικά για έναν απλό άνθρωπο που κατάφερε κυριολεκτικά να σώσει τις ζωές τόσων ανθρώπων και στον οποίο οι επόμενες γενεές θα πρέπει να έχουν ευγνωμοσύνη. Και πιστεύω ότι ακριβώς αυτό επιχείρησε και τελικά κατάφερε να πραγματοποιήσει και ο Gus van Sant με αυτή του την ταινία, και γι αυτό διαφέρει τόσο από την προηγούμενη δουλειά του. Την συνιστώ στον καθένα -- σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς!


Thursday, March 20, 2008

Θα Χυθεί Αίμα



There Will Be Blood
(Θα Χυθεί Αίμα)


Σκηνοθέτης:
Paul Thomas Anderson


Προσωπική Αξιολόγηση:

9.5 / 11
Αριστούργημα


(φώτο από το εκπληκτικό soundtrack της ταινίας).






Το
There Will Be Blood δεν είναι απλά η καλύτερη ταινία της χρονιάς που πέρασε. Είναι -για μένα τουλάχιστον, αλλά και για πολλούς άλλους- από τις καλύτερες, ίσως και η καλύτερη, αμερικάνικη ταινία των τελευταίων χρόνων. Βραβεύτηκε (δικαίως) στο Φεστιβάλ Βερολίνου με την Ασημένια Άρκτο για τη σκηνοθεσία της και τη μουσική της.

Ο σκηνοθέτης
Paul Thomas Anderson είχε ως μέντορα τον Robert Altman και αυτό φαίνεται στις προηγούμενες ταινίες του (Boogie Nights, Magnolia). Πριν δω την ταινία περίμενα να δω κάτι σε παρόμοιο στυλ των προηγούμενων ταινιών του (οι οποίες παρεμπιπτόντως ήταν εξαιρετικές) αλλά το There Will Be Blood ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου. Ένα έπος με σκηνοθεσία τόσο μινιμαλιστική, θεατρικές ερμηνείες που συχνά αγγίζουν τα όρια της υπερβολής, ένα soundtrack εκπληξη που συνδυάζει Brahms και ατονική μοντέρνα μουσική από τον κιθαρίστα των Radiohead, μία πλοκή που ξεδιπλώνεται ανομοιόμορφα και 2-3 κλιμακώσεις που θυμίζουν τις δραματικές όπερες του R. Strauss.

Το στυλ της ταινίας παράξενο, απόκοσμο, όπως έγραψε ένας κριτικός μοιάζει η ταινία να προσγειώθηκε από άλλο πλανήτη! Οι αρχικές στιγμές θυμίζουν έντονα Kubrick (στην ταινία δεν υπάρχει διάλογος για τα πρώτα 15 λεπτά -- και όχι 20 όπως πολλοί παραπονιούνται!) Οι θεατρικές ερμηνείες και διάλογοι, καθώς και τα λιτά σκηνικά παραπέμπουν σε ταινίες του Lars von Trier και την αισθητική του Dogma. Και πιστέψτε με, πρέπει να δείτε την ταινία για να καταλάβετε πόσο αλλόκοτα δένει το πρωτότυπο soundtrack με τις σκηνές (καιρό είχα να ακούσω τόσο ευρηματικό soundtrack σε αμερικάνικη ταινία!)

Από σκηνοθετική άποψη κάποιες σκηνές είναι απλά και μόνο αριστουργηματικές. Ένα από τα ατυχήματα (έχει αρκετά) με τις πετρελαιοπηγές θυμίζει σκηνές αποκάλυψης (προσωπικά μου θύμισε αρκετά τη σκηνή της πυρκαγιάς μες στο απόλυτο σκοτάδι στην Ώρα του Λύκου του Χάνεκε.) Σε μια άλλη σκηνή ο Daniel Plainview (Daniel Day Lewis) πηγαίνει στην παραλία με τον αδερφό του: αφού μπει μέσα στα ήρεμα νερά και καθώς παρατηρεί τον τελευταίο, ένα μεγάλο κύμα -σκηνοθετικό τέχνασμα- έρχεται από πίσω του ακριβώς, προϊδεάζοντας μας για κάτι σκοτεινό που περνάει από το μυαλό του πρωταγωνιστή εκίνη τη στιγμή και έναν αναβράζοντα θυμό (ακριβώς όπως το κύμα) έτοιμο να εκραγεί. Οι σκηνές με τον Eli στην Εκκλησία έχουν απίστευτη δύναμη με την εξωπραγματικότητα τους και τις υπερ-δραματικές ερμηνείες τους. Όσο για το φινάλε (το οποίο φυσικά και δεν θα αποκαλύψω), το οποίο έρχεται και αυτό εκεί που δεν το περιμένεις, θυμίζει στην ένταση του δραματική όπερα. Ορισμένοι κριτικοί δίστασαν να δώσουν το χαρισματικό τελευταίο "αστεράκι" στην ταινία (που θα την χαρακτήριζε έτσι απόλυτο αριστούργημα) εξαιτίας του φινάλε. Προσωπικά το βρήκα εύστοχο και μέσα στο κλίμα της υπόλοιπης ταινίας: ένα συμβατικό τέλος θα ερχόταν σε αντίθεση με μία τόσο μα τόσο αντισυμβατική ταινία.

Κάτω:
Ο σκηνοθέτης Paul Thomas Anderson
δίνει οδηγίες στον Daniel Day Lew
is

Όπως θα παρατηρήσατε δεν έχω αναφέρει τίποτα ακόμα για το σενάριο και ούτε πρόκειται. Και αυτό γιατί δεν πιστεύω ότι παίζει κάποιον ουσιαστικό λόγο. Πολλοί είπαν ότι η ταινία είναι μία επική βιογραφία (bioepic), άλλοι ότι έχει να κάνει με το πετρέλαιο και το πόσο άπληστοι μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι. Άλλοι ότι το κεντρικό θέμα είναι οι οικογενειακές σχέσεις.

Ποια είναι η γνώμη μου; Η ταινία δεν έχει να κάνει με τίποτα από τα παραπάνω. Ο τίτλος της ταινίας λέει πολύ περισσότερα απ΄ότι το σενάριο. Για μένα η ταινία έχει να κάνει κατεξοχήν με την σκοτεινή πλευρά που ο κάθε άνθρωπος έχει μέσα του. Τόσο σκοτεινή που αγγίζει τα όρια του διαβολικού και μας κάνει να είμαστε -είτε το θέλουμε είτε όχι- μοναχικά άτομα που, όσο και να προσποιούνται, δεν αντέχουν τη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Αν έχετε διαβάσει Dostoyevsky θα παρατηρήσετε ότι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι άκρως "ντοστογιεφσκικοί", σκοτεινοί και μισάνθρωποι -- κάτι που ξέρουν να κρύβουν καλά. "Τhere are times when I look at people and I see nothing worth liking", εξομολογείται ο πρωταγωνιστής κάποια στιγμή στον αδερφό του. "I want to earn enough money [so] that I can get away from everyone."

Και κάτι ακόμα για τις
ερμηνείες, κυρίως αυτή του Daniel Day Lewis (που κέρδισε και το όσκαρ ανδρικής ερμηνείας γι αυτήν την ταινία). Μερικοί -έστω και ελάχιστοι- κριτικοί αναφέρθηκαν σε overacting (ή αλλιώς υπερ-ερμηνεία). Πρόκειται για μια επιτηδευμένη θεατρικότητα, κάτι που μπορείς να αποκαλέσεις ακαδημαϊκή ερμηνεία, την οποία χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης μαζί με άλλα τεχνάσματα (ιδιόμορφη προφορά, θεατρικό διάλογο) για να δημιουργήσει το "ονειρικό" (ή εφιαλτικό) κλίμα της ταινίας. Δεν διαφέρει καθόλου από τις ιδιαίτερα ακαδημαϊκές ερμηνείες σε ταινίες μεγάλων σκηνοθετών. Ως παράδειγμα αναφέρω: Αγγελόπουλο (Harvey Keitel στο Βλέμμα του Οδυσσέα, Bruno Ganz στο Μία Αιωνιότητα και Μία Μέρα), Kubrick (Nicole Kidman, Tom Cruise στο Ματια Ερμητικά Κλειστά), Trier (Bjork στο Χορεύοντας στο Σκοτάδι, Nicole Kidman στο Dogville).

Άκουσα για θεατές που έφευγαν στα μέσα της ταινίας και άλλους που την χαρακτήρισαν βαρετή (την ταινία την έχω δει τρεις φορές χωρίς να βαρεθώ ούτε μία -- αντιθέτως με κρατούσε σε μία κατάσταση διαρκούς έξαρσης και αυτό γιατί χαρακτηρίζεται από μία υποβόσκουσα
ρυθμική ορμή). Αυτό βέβαια εξαρτάται από τι ταινίες έχεις μάθει να βλέπει ο καθένας. Υπάρχουν ταινίες για διασκέδαση και χαβαλέ και οι ταινίες - έργα τέχνης (όπως έχω πει και σε προηγούμενο post). Η ταινία του Paul Thomas Anderson είναι απαιτητική από τους θεατές γι αυτό και δεν πιστεύω ότι συνιστάται σε κοινό που θέλει απλά να περάσει ανάλαφρα την ώρα του χωρίς να χρειάζεται να σκεφτεί καθόλου. Ακόμα και αν σας άρεσαν οι προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, με το There Will Be Blood ο Paul Thomas Anderson φαίνεται να απευθύνεται σε πιο σινεφίλ κοινό που γνωρίζει τις βασικές τεχνικές των μεγάλων σκηνοθετών και των κινηματογραφικών αριστουργημάτων του παρελθόντος. Όμως η ταινία δεν είναι απλά άλλη μία Tosca με μοντέρνα σκηνικά. Ο Paul Thomas Anderson δεν αρκείται στο να ανακυκλώσει απλά αυτές τις τεχνικές, αλλά καταφέρνει να εφεύρει καινούριες, να ξεπεράσει τα όρια του σύγχρονου κινηματογράφου, συνδυάζοντας ακαδημαϊκές ερμηνείες, ένα από τα πιο πρωτότυπα soundtracks, και παράξενους ρυθμούς.

Γι αυτό και συμφωνώ απολύτως με τον κριτικό της Guardian όταν κάνει λόγο για ένα νέο είδος κινηματογράφου που ο σκηνοθέτης Paul Thomas Anderson έχει εφεύρει με το There Will Be Blood. Ο ίδιος κριτικός καταλήγει: "Είναι μία ταινία απέναντι στην οποία όλοι οι σκηνοθέτες και θεατές θα θέλουν να αναμετρηθούν". Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερη φιλοφρόνηση και ήταν ακριβώς αυτό που ένιωσα κι εγώ όσες φορές την είδα. Άκρως πρωτότυπη και αριστουργηματική! Έτσι είναι ο γενναίος Μεγάλος Κινηματογράφος!


ΥΓ. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ μια εξίσου καλή κριτική από τον blogger Sensual Monk.