Thursday, July 14, 2016
Irrational Man (Παράλογος Άνθρωπος)
Friday, January 28, 2011
Black Swan
Τίτλος: Black Swan (Μαύρος Κύκνος)
Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky
Παραγωγή: 2010
Η νέα ταινία του Aronofsky ξεκινά με μία καταπληκτική σκηνή όπου παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να χορεύει μπαλέτο κάτω από το φως ενός προβολέα και γύρω το απόλυτο σκοτάδι. Από μόνη της αυτή η αρχή υπόσχεται πολλά για την εξέλιξη της ταινίας και σε βάζει στο κλίμα: η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, με μεταμοντέρνες πινελιές, και μία συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων που φαίνεται να έχει έξυπνα επιλέξει ο σκηνοθέτης για να αποδώσει τις βασικές διαθέσεις της ηρωίδας. Η χρήση της κάμερας επίσης –η οποία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια σε κάθε της κίνηση-, εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα σε όλη την ταινία (ίσως λίγο υπερβολικά). Τα παραπάνω αποτελούν τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας του Aronofsky. Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά το χάος με τις αμέτρητες αδυναμίες της ταινίας.
Ας ξεκινήσω από το σενάριο… Καταρχάς να αναφέρω ότι η ταινία έχει να κάνει με το ανέβασμα της Λίμνης των Κύκνων, κι εμείς παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια, Νίνα, να παίρνει τον κεντρικό ρόλο και να προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις του. Με κάπως αφελές και λίγο προσβλητικό τρόπο βλέπουμε ότι: οι μπαλαρίνες είναι συνεχώς αγχωμένες και δεν έχουν κοινωνική ζωή, ο σκηνοθέτης του μπαλέτου είναι γοητευτικός, αυστηρός και πρέπει να κοιμηθείς μαζί του για να πάρεις τον ρόλο, υπάρχει πάντα η αντίπαλη χορεύτρια που θέλει να κλέψει τον ρόλο σου – κι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα κλισέ που παρατηρεί η κριτικός χορού Sarah Kaufman σε άρθρο της για την ταινία.
Έπειτα, ο σκηνοθέτης φαίνεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας: από την αρχή κιόλας της ταινίας βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές (τον σκηνοθέτη μπαλέτου σε αυτή την περίπτωση) να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων στις μπαλαρίνες - επιπόλαιο τέχνασμα του Aronofsky σε μία απόπειρα να εξηγήσει τι συμβαίνει στον θεατή της ταινίας, μιας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μπαλαρίνα που να μην γνωρίζει τι συμβαίνει στο συγκεκριμένο μπαλέτο. (Αυτό σε βάζει σε περαιτέρω σκέψεις: αν ο σκηνοθέτης απευθύνει την επεξήγηση στον τελείως ανυποψίαστο θεατή που δεν έχει επαφή με την τέχνη, τότε γιατί να θέλει να προορίζεται η ταινία του σε τέτοιο target group;) Επιπλέον, υπάρχουν κάποια τεχνικά λάθη όσον αφορά το μπαλέτο: στην ταινία μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια μπορεί να υποδυθεί άπταιστα τον λευκό κύκνο, αλλά πρέπει να γίνει πιο αυθόρμητη και προκλητική για να υποδυθεί τον μαύρο κύκνο. Στην πραγματικότητα ο ρόλος του μαύρου κύκνου είναι πιο απαιτητικός από τεχνική άποψη και το να γίνεις απλά πιο σκληρή και ανέμελη (όπως ζητά ο σκηνοθέτης του μπαλέτου) δεν βοηθά καθόλου μια πραγματική μπαλαρίνα.
Επιπλέον, κάποιες στιγμές μένουν ανεξήγητες και φαίνονται γελοίες. Η μητέρα της Νίνα (την οποία υποδύεται η εξαιρετική Barbara Hershey) αγοράζει μία τούρτα για να γιορτάσουν το γεγονός ότι η κόρη της κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν η Νίνα λέει με τον πιο αθώο τρόπο ότι δεν έχει όρεξη για τούρτα, η μητέρα της αλλάζει διάθεση εντελώς απότομα και αδικαιολόγητα, λες και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο, και ετοιμάζεται να πετάξει την τούρτα στα σκουπίδια (!!!) Σε άλλη σκηνή η Νίνα δέχεται την πρόταση του σκηνοθέτη της να τον ακολουθήσει σπίτι του, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από αυτόν. Διάλογοι όπως αυτός στην σκηνή που ο ίδιος σκηνοθέτης πάλι την ρωτάει, "You' re not a virgin are you? Do you enjoy making love?", πρέπει να περιλαμβάνονται στα σημεία που έκαναν τον κριτικό του New Yorker, David Denby, να αναφέρει ότι συχνά η ταινία αγγίζει το γελοίο.
Όσον αφορά την ερμηνεία της Natalie Portman (κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες και έχει σίγουρο το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας) ταιριάζει η παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι". Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η Portman δεν παίζει καλά. Παίζει ικανοποιητικά. Αλλά ως εκεί. Κι αυτό γιατί αν και καλή ηθοποιός, η ίδια η ταινία και, συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία, περιορίζουν τον ρόλο της σε μερικές γκριμάτσες: η Νίνα συνεχώς είναι δακρυσμένη, τρέμουν τα χείλη της, μιλάει με σιγανή φωνή, σουφρώνει τα φρύδια της. Έχουμε δηλαδή μία ερμηνεία που περιορίζεται σε 4-5 εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει την ευκαιρία στον θεατή να απολαύσει τον κόσμο του μπαλέτου κι ας πρόκειται για μία ταινία όπου αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα. Ο σκηνοθέτης μπαλέτου της ταινίας μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η παράσταση, αλλά όταν αυτή ξεκινήσει δεν βλέπουμε παρά ελάχιστες βιαστικές σκηνές που δεν αποδίδουν καθόλου το κλίμα της Λίμνης των Κύκνων: αντιθέτως βλέπουμε πολλά εφέ και υπερβολές καθώς η Νίνα μεταμορφώνεται σε μαύρο κύκνο.
Το σενάριο είναι προβλέψιμο, χιλιοειπωμένο (όχι ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα, αν φυσικά γίνει σωστή δουλειά) και κυρίως απλοϊκό – ο έμπειρος σινεφίλ θεατής θα νομίζει ότι η ταινία προορίζεται για το νεανικό κοινό. Τα μηνύματα της ταινίας (γιατί δεν γίνεται ταινία του Aronofsky χωρίς μηνύματα) είναι συγκεχυμένα και μπορούν εύκολα να αποπροσανατολίσουν τους νεαρούς θεατές, προς λάθος κατευθύνσεις. Όσοι γνωρίζουν από χορό και μπαλέτο θα βρούνε κάποια λάθη – τόσο βασικά που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Τα κλισέ στο σενάριο αμέτρητα.
Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι αδικώ την ταινία μιας και στην Ελλάδα πήρε γενικά καλές κριτικές, προτείνω να ρίξουν και μια ματιά και σε κριτικές του ξένου Τύπου. Επίσης, αν και δεν θέλω να δικαιολογούμαι, η ταινία δεν έχει μόνο αδυναμίες, γι' αυτό και στην πρώτη παράγραφο αναφέρομαι στα δυνατά της σημεία. Παρ' όλα αυτά δεν παύει, κατά την άποψή μου, να είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη, σαφώς κατώτερη από τον Παλαιστή.
Προσωπική Αξιολόγηση: 2 / 11
Wednesday, November 24, 2010
The Social Network
Τίτλος: The Social Network
Σκηνοθέτης: David Fincher
Παραγωγή: 2010
H ταινία του Fincher βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι τόσο κουραστική όσο θα περίμενε κάνεις (δεδομένου του επουσιώδους θέματός της). Παρατηρούμε εν μέρει την εξελικτική πορεία του Facebook και εν μέρει την “εξέλιξη” του Zuckerberg, του (συν)ιδρυτή του. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλά τόσο από τον τίτλο της ταινίας, όσο και από το περιεχόμενο και τη δομή της, το όλο εγχείρημα φαίνεται να εστιάζεται περισσότερο στο πώς και γιατί δημιουργήθηκε το Facebook παρά στον ίδιο τον δημιουργό του. Ίσως σε αυτό να ευθύνονται και οι μέτριες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, χωρίς καμία να ξεχωρίζει ιδιαίτερα (δεν ξέρω κατά πόσο το να μιλάς γρήγορα και κοφτά όπως ο βασικός πρωταγωνιστής θεωρείται ερμηνεία, ίσως για το είδος της ταινίας να είναι ωστόσο αρκετό).
Σχεδόν επίπεδη και η σκηνοθεσία του Fincher, γρήγορο μοντάζ και εναλλαγές σκηνών, αδιάφορη μουσική επένδυση (έως κακόγουστη - βλ. σκηνή με αγώνα κωπηλασίας), αποφυγή κάθε συναισθηματισμού – συστατικά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης με τις πρόσφατες ταινίες του. (Όσο κι αν μου άρεσε το Seven δεν μπορώ παρά να έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας μουσικά βίντεο κλιπ - στοιχείο που διαφαίνεται έντονα στις τελευταίες του δημιουργίες.)
Εν ολίγοις, είναι το είδος της ταινίας για το οποίο δεν μπορείς να γράψεις και πολλά για το τεχνικό και καλλιτεχνικό μέρος, ενώ όσον αφορά το περιεχόμενο, οποιαδήποτε απόπειρα ηθικής ανάλυσής του θα ξέφευγε από το ύφος αυτού του κινηματογραφικού ιστολογίου και θα οδηγούσε σε φλυαρία.
Συμπέρασμα: καλογυρισμένη ταινία, διασκεδαστική για μια «έξοδο» στο σινεμά με φίλους και ποπ κορν, ίσως λίγο βαρετή κατά διαστήματα (ειδικά αν δεν σας αφορά το Facebook και ο χώρος τον υπολογιστών - προσωπικά είμαι fan και των δύο, ωστόσο πάλι βαρέθηκα σε κάποια σημεία). Δείτε την λοιπόν απλά για να περάσει ο χρόνος σας (ευχάριστα ή αδιάφορα) με παρέα, αλλιώς αν ψάχνετε κάτι με καλλιτεχνική αξία, επιλέξτε άλλη ταινία...
Προσωπική Αξιολόγηση: 2 / 11
Saturday, August 28, 2010
Inception
Τίτλος: Inception
Σκηνοθέτης: Christopher Nolan
Παραγωγή: 2010
Το Ιnception είναι μία αρκετά φιλόδοξη παραγωγή, τουλάχιστον στα μάτια του σκηνοθέτη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είχε την ιδέα για την ταινία στο μυαλό του για περίπου μία δεκαετία. Ο λόγος; Τον γοητεύει ο κόσμος των ονείρων και οι δυνατότητές τους. Γι αυτό και το σενάριο έχει ως εξής: ο Cobb (Leonardo di Caprio) έχει την ικανότητα να μπαίνει στα όνειρα ανθρώπων και να κλέβει μυστικά από τα υποσυνείδητά τους. Ο ίδιος κατηγορείται για τον φόνο της συζύγου του, τον οποίο φυσικά και δεν έχει διαπράξει. Μια μέρα του παρουσιάζεται η εξής επαγγελματική πρόταση από έναν Γιαπωνέζο επιχειρηματία: να μπει στα όνειρα κάποιου άλλου επιχειρηματία, και να του εμφυτεύσει μια ιδέα ώστε ο τελευταίος να καταφέρει να διαλύσει και να πουλήσει την κολοσσιαία επιχείρηση που πρόκειται να κληρονομήσει από τον πατέρα του. Ως αντάλλαγμα, ο Cobb θα μπορέσει να επιστρέψει σπίτι του και θα αφεθεί ελεύθερος από όλες τις κατηγορίες, από την αμερικάνικη κυβέρνηση.
Η ταινία είναι αξιοθαύμαστη για το στυλιζαρισμένο look, κάποια εντυπωσιακά εφέ (αν σας ενδιαφέρουν τέτοια πράγματα) και το πολύ καλό μοντάζ (αν σας ενδιαφέρει το τεχνικό μέρος). Από εκεί και πέρα όλα γίνονται αστραπιαία: η ταινία έχει διάρκεια 2μισι ώρες και δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σκηνή που να κρατάει πάνω από 10 δευτερόλεπτα! Πρόκειται για μία απίστευτα γρήγορη ταινία που καθιστά δύσκολη τη συγκέντρωση του θεατή. Αρκετές από τις αρνητικές κριτικές που γράφτηκαν στον ξένο Τύπο επικεντρώνονται στο παραπάνω. Εγώ δεν το θεωρώ τόσο σημαντικό. Οι αδυναμίες τις ταινίες βρίσκονται παντού.
Ο Νόλαν, πέρα από τον χαρακτήρα του Di Caprio φαίνεται να αδιαφορεί να μας αφήσει να μπούμε στο πετσί των υπόλοιπων πρωταγωνιστών, και υπενθυμίζω πως μιλάμε για ταινία που κρατάει 2μισι ώρες, αρκετός χρόνος δηλαδή για να αναδυθούν όλοι οι χαρακτήρες. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης φαίνεται να μη μπορεί να κρατήσει επιτυχημένα μία σκηνή με όλους τους πρωταγωνιστές μαζί, ώστε να δούμε την αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους. Λογικό θα μου πείτε, μιας και οι σκηνές εναλλάσσονται αστραπιαία! Όλα αυτά όμως έχουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη πραγματικού συναισθήματος: δεν υπάρχει ούτε ένας ανθρώπινος χαρακτήρας με τον οποίο να μπορεί ο θεατής να ταυτιστεί συναισθηματικά. Κι αυτό γιατί ο Νόλαν επικεντρώνεται τόσο στη πλοκή και την τεχνική επεξήγηση του σχεδίου των ηρώων και του πως λειτουργεί η εμφύτευση ιδεών, που πραγματικά ξεχνάει σχεδόν να μας δείξει την ανθρώπινη πλευρά τους, μην αφήνοντας την ταινία να αναπνεύσει συναισθηματικά.
Δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της ταινίας: η έλλειψη ερμηνειών. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο μας έχει αποδείξει ότι μπορεί να παίξει καλά. Ωστόσο οι ερμηνευτικές του δυνατότητες σε αυτή την ταινία περιορίζονται σε μερικές γκριμάτσες, στο να υψώνει τη φωνή του και να συνοφρυώνεται. Ίσως ένας άλλος ηθοποιός να μπορούσε να σκιαγραφήσει καλύτερα την προσωπικότητα του Cobb, κυρίως την συνύπαρξη της σκοτεινής του φύσης ως επαγγελματία κλέφτη υποσυνείδητων και της συναισθηματικής του φύσης, συγκεκριμένα τη σχέση του με τη γυναίκα του (κάτι που περίμενα σε όλη την ταινία ο σκηνοθέτης να αναπτύξει συναισθηματικά, αλλά… μάταια!)
Το soundrack του Hans Zimmer όσο εντυπωσιακό κι αν ακούγεται, κουράζει μετά από 2μισι ώρες: είναι πομπώδες, πολύ δυνατό και υπερφιλόδοξο. Το ίδιο κουράζει και το γρήγορο μοντάζ και οι εναλλαγές σκηνών. Αν τον σκηνοθέτη τον ενδιαφέρει τόσο ο κόσμος των ονείρων, τότε δεν υπήρχε κάποιος πιο ήπιος τρόπος να μας τον παρουσιάσει; Δεν λέω, ο καθένας έχει τις δικές του καλλιτεχνικές ιδέες, αλλά σε μία ταινία που επί 2μισι ώρες το πιστολίδι και το κυνηγητό δεν σταματάει, η μουσική ολοένα και δυναμώνει, το σενάριο περιπλέκεται περισσότερο, δεν ξέρω κατά πόσο μιλάμε για ειλικρινή απόπειρα ανάλυσης κάποιου θέματος ή για ένα προσωπικό project εντυπωσιασμού.
Προσωπικά βρήκα την ταινία απίστευτα κουραστική, και πρέπει να πω ότι από τα πρώτα δυσνόητα λεπτά μέχρι το over-the-top φινάλε (τρία όνειρα, το ένα μέσα στο άλλο, και αδιάκοπο πιστολίδι χωρίς νόημα στα χιόνια) είχα την συναίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλούσε, όσο συγκεντρωμένος κι αν ήμουν. Ωστόσο έμεινα μέχρι το τέλος γιατί είχα την ελπίδα ότι κάτι ίσως φωτίσει την ταινία (κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη). Αυτά βέβαια δεν είναι παρά οι προσωπικές μου απόψεις. Π.χ., αν και η ταινία πήρε μικτές κριτικές από τον ξένο Τύπο στο imdb βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην 4η θέση στις προτιμήσεις του κοινού. Επίσης, να επισημάνω ότι έχει παρατηρηθεί ένα μεγάλο fan club που υποστηρίζει με πάθος την ταινία, κυρίως λόγο του πρωτότυπου σεναρίου της: είναι οι ίδιοι υποστηρικτές που έχουν μυθοποιήσει παρόμοιες ταινίες: Matrix, Memento, Old Boy, Fight Club – ταινίες με στυλ που προσπαθούνε κάτι καινούριο από άποψη σεναρίου (συνήθως μπλέκοντας τη μνήμη, το φανταστικό με το πραγματικό, το υποσυνείδητο, και πλασάροντας μια μετα-κομπιουτερίστικη αμπελοφιλοσοφία). Η αντίληψη περί πρωτότυπου σεναρίου, ωστόσο, είναι υποκειμενική (π.χ. για μένα πρωτότυπο σενάριο έχει η Κόκκινη Ταινία, το Persona, το Inland Empire…), το ίδιο και το στυλ (υπάρχει το καλλιτεχνικό, το λυρικό, το φωτογραφικό, το στυλ βίντεο-κλιπ, το στυλ video game σαν αυτό της συγκεκριμένης ταινίας, κ.ο.κ.)
Άλλωστε το ότι η ταινία δίχασε κριτικούς σημαίνει ότι το ίδιο θα κάνει και με το κοινό. Για το είδος της ταινίας που ανήκει, είναι πολύ κάτω του μετρίου. Αυτή είναι η άποψή μου. Πολύ στυλ, καθόλου ουσία. Αν σας ενδιαφέρουν ταινίες δράσης με "δράση" ή επιστημονικής φαντασίας με έξυπνο σενάριο, αλλά και σκηνοθεσία που σε κρατάει σε ενδιαφέρον, έχω να αντιπροτείνω τις εξής των τελευταίων χρόνων: το πολύ καλό Heat του Michael Mann, το Bourne Ultimatum, το Minority Report, το Contact, άντε και το Avatar (σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, απλώς αυτές μου ήρθαν τώρα στο μυαλό). Αν από την άλλη σας ενδιαφέρει το καλλιτεχνικό σινεμά, μείνετε μακριά! Αξίζει να δει κάποιος την ταινία για τα εντυπωσιακά εφέ και το επαγγελματικό (αν και κουραστικό) μοντάζ. Και μιας και δεν προσβάλλει τον θεατή με κανέναν τρόπο, συν το ότι προέρχεται κι από έναν ανερχόμενο σκηνοθέτη του Holywood, θα είμαι επιεικής και με τη βαθμολογία μου, σύμφωνα με τα στάνταρντ αυτού του ιστολογίου.
Προσωπική αξιολόγηση: 2 / 11
Thursday, October 1, 2009
Αντίχριστος
Τίτλος: Antichrist (Αντίχριστος)
Σκηνοθέτης: Lars von Trier
Παραγωγή: 2009
Η ταινία του Τρίερ δεν είναι τελικά τόσο κακή για τον ντόρο και το γιουχάισμα που προκάλεσε στις Κάννες. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι είναι καλύτερη από τις τελευταίες προσπάθειες του σκηνοθέτη (είμαι της άποψης ότι τίποτα δεν μπορούσε να πάει χειρότερα από το Dancer in the Dark).
Ας αρχίσω λοιπόν με τα θετικά… Η ταινία είναι χωρισμένη σε κεφάλαια και το πρώτο από αυτά με τίτλο “Εισαγωγή” ξεκινά με την υπνωτικά όμορφη άρια Lascia ch'io pianga από την όπερα Rinaldo του Χέντελ. Αυτή η εισαγωγή λοιπόν, προβάλλει σε αργή κίνηση και σε υπέροχα πλούσιες γκρίζες αποχρώσεις τους ήρωες της ταινίας να ερωτοτροπούν μέσα στο μπάνιο, όσο το μωρό τους βγαίνει από την κούνια του, ανοίγει το παράθυρο και κάνει βουτιά στο κενό. Είναι μία πολύ συμβολική σκηνή, υπέροχα δοσμένη από τον Τρίερ – ομολογώ ότι για μένα ήταν μία έκπληξη από τον σκηνοθέτη. Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα, αλλά αναφέρονται ως Αυτός (He) και Αυτή (She) και τους ρόλους υποδύονται ο Willem Dafoe και η Charlotte Gainsbourg αντίστοιχα. Οπότε, αν μη τι άλλο, η ταινία ξεκινά με έναν μαγευτικό τόνο και συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη για την έξοχη χρήση της άριας που ήδη έχει ως αποτέλεσμα να κάνει τον Χέντελ πιο γνωστό στο ευρύ κοινό (αρκετά κλιπάκια τις άριας στο YouTube έχουν σχόλια που αναφέρονται στην ταινία).
Παρόμοιες, υπέροχα φωτογραφημένες σκηνές κυριαρχούν συχνά μες στην ταινία, κυρίως πριν ή μετά κάποιο κεφάλαιο, προσδίδοντας της μία μυστηριακή, μαγευτική ατμόσφαιρα. Αυτό είναι κάτι καινούριο πιστεύω στην σκηνοθεσία του Τρίερ και μπράβο του πάλι γι αυτή του την εξέλιξη.
Κι εδώ ακριβώς –στην υπέροχη φωτογραφία- σταματούν και τα θετικά της ταινίας και ξεκινά… το σκηνοθετικό χάος! Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω τίποτα πέρα από το ότι είναι αδιάφορες -- μου διαφεύγει ο λόγος που βραβεύτηκε η Gainsbourg στις Κάννες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπήρχαν καλύτερες γυναικείες ερμηνείες. Άλλωστε οι ηρωίδες του Τρίερ περνούν πάντα από τέτοια βασανιστήρια –ωρύονται, χτυπιούνται, κλάινε- κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι συνώνυμο με την καλή ερμηνεία, αλλά αντιθέτως με το εύκολο εφέ του δραματικού εντυπωσιασμού.
Το σενάριο είναι ελαφρύ, όχι ότι παίζει μεγάλο ρόλο, απλά δεν βγάζει και μεγάλο νόημα. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί την απίστευτη μεταμόρφωση της ηρωίδας στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας. Ακριβώς σε αυτό το μισάωρο ο σκηνοθέτης φαίνεται να ξεφεύγει. Η προβολή της βίας είναι αδικαιολόγητα ωμή. Προσωπικά, δεν θυμάμαι να έχω σοκαριστεί με τέτοιο τρόπο ξανά με ταινία! Και όλα αυτά γιατί; Θέλει να πει κάτι ο σκηνοθέτης; Λογικά ναι, αφού το ταξίδι μέχρι το φινάλε δεν έχει κάποια ουσία, ούτε πρόκειται για εμπειρία που πρέπει να ζήσει ο θεατή δίχως να αποκομίσει κάτι. Άλλωστε όλες οι ταινίες του Τρίερ είναι στρατευμένες προς πολύ συγκεκριμένα μηνύματα.
Για πρώτη φορά η οικουμενική επιτροπή στις Κάννες (υπεύθυνη για να βραβεύει ταινίες που προωθούν τις πνευματικές αξίες και ιδεώδη) έδωσε ένα “αντι-βραβείο” στον σκηνοθέτη γι αυτή του την ταινία. Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της επιτροπής είπε, “Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί μετά από την επίδραση που έχει αυτή η ταινία… Πρόκειται για την πιο μισογυνιστική ταινία από τον αυτοαποκαλούμενο καλύτερο σκηνοθέτη στον κόσμο”. Με το παραπάνω συμφωνώ: ο μισογυνισμός είναι διάχυτος στο τέλος της ταινίας. Βέβαια, ο κάθε θεατής μπορεί να ερμηνεύσει την ταινία διαφορετικά.
Ο Αντίχριστος πρόκειται πιθανώς για μία ταινία φτιαγμένη με σκοπό να σοκάρει και να εντυπωσιάσει. Δύο λόγοι με ωθούν –όπως και αρκετούς κριτικούς- σε αυτό το συμπέρασμα: οι δύο απίστευτα σοκαριστικές σκηνές που φαίνεται λες και βγήκαν ξαφνικά από άλλο είδος ταινίας, καθώς και η αφιέρωση στο τέλος (περισσότερα γι αυτήν παρακάτω). Ο ίδιος ο Τρίερ σε συνέντευξη του δήλωσε ότι σκηνοθέτησε την ταινία ως ένα είδος θεραπείας, μετά το τέλος της ψυχοθεραπείας του – η τελευταία αποτέλεσμα της κατάθλιψης που τον ταλαιπωρούσε τελευταία. Ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς ως κοινό τι του φταίμε; Δήλωσε, επίσης, ότι είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου και ότι ενδιαφέρεται να φτιάχνει ταινίες, όπως ο ίδιος είπε, “για να υπερασπιστώ μία ιδέα που δεν είναι δικιά μου. Έτσι για παράδειγμα θα έκανα μία ταινία όπου θα έδειχνα την ανθρώπινη πλευρά του Χίτλερ. Αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα”.
Το πιο παράδοξο από όλα; Στο τέλος της ταινίας ο σκηνοθέτης αφιερώνει την ταινία στον Ταρκόφσκι! Ένδειξη, όπως είπαν κάποιοι ότι δεν θέλει να πάρουμε την ταινία στα σοβαρά, αλλά πως απλά προσπαθεί να προκαλέσει (φυσικά μπορείτε να διαφωνήσετε με αυτό). Κι αυτό γιατί ο Ταρκόφσκι και οι ταινίες του μες στην ποίηση, τον ανθρωπισμό και την υπερβατικότητα, βρίσκονται στους αντίποδες των ταινιών του Τρίερ. Από ότι έχω διαβάσει, πράγματι ο Ταρκόφσκι είναι ο “Θεός” του Τρίερ, και σύμφωνα με όσα είπε ο Τρίερ όταν έδειξε στον Ταρκόφσκι την πρώτη του ταινία, ο τελευταίος την αποδοκίμασε!
Ο σκηνοθέτης πλαισιωμένος από τους δύο πρωταγωνιστές.
Για να ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν: ο Αντίχριστος είναι καλύτερη από τις πρόσφατες ταινίες του Τρίερ. Έχει όμορφη φωτογραφία και οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους τους ελαφρώς πιο πειστικά. Προσπαθώντας να ενσωματώσει τη φύση και τα ζώα στο σενάριο, συχνά το καθιστά γελοίο, χωρίς εξηγήσεις, ούτε καν νύξεις που να βγάζουν έστω κάποιο νόημα (βλ. αναφορά σε μάγισσες). Οι ερμηνείες αν και καλύτερες, όπως είπα, από προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, παραμένουν απλά μέτριες. Με απλά λόγια, η ταινία δεν έχει λόγω ύπαρξης: “Το σενάριο φαίνεται να γράφτηκε απλά και μόνο για να δικαιολογήσει δύο από τις πιο σοκαριστικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά”, όπως λεει η κριτικός των Times Wendy Ide. Κάποιοι φαν βιάστηκαν να μιλήσουν για αριστούργημα. Όπως όμως αρκετοί κριτικοί έχουν επισημάνει η ταινία είναι υπερβολικά αμφίσημη και διφορούμενη για να θεωρηθεί σπουδαίο κινηματογραφικό έργο. Η άποψη μου; Δείτε την απλά για τα ωραία πλάνα, την άρια του Χέντελ και για να διασκεδάσετε με την προκλητικότητα του σκηνοθέτη. Γι αυτό άλλωστε και ο σχετικά καλός βαθμός μου, παρ’ όλη την παλαβομάρα της ταινίας αυτής!
Προσωπική Αξιολόγηση: 2,5 / 11
Ακολουθεί ένα πολύ ενδιαφέρον κλιπάκι που δείχνει την πορεία της ταινίας στις Κάννες (συμπεριλαμβανόμενης και της ενδιαφέρουσας συνέντευξης τύπου όπου ο Τρίερ αυτοαποκαλείται ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο).
