Showing posts with label Κάννες. Show all posts
Showing posts with label Κάννες. Show all posts

Monday, October 17, 2011

Melancholia



melPost



Τίτλος: Melancholia

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2011

 

Ίσως η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη τα τελευταία χρόνια (κάπου εκεί με το Dogville). Ένας πλανήτης πλησιάζει την Γη και η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη (την παρακολουθούμε στην αρχή της ταινίας με ένα μουσικό βίντεο κλιπ, υπό τη συνοδεία του Τριστάνου). Πρωταγωνίστριες δύο αδερφές, η Justine και η Claire, καθεμία κουβαλάει ολόκληρο τσουβάλι ψυχικών διαταραχών -αλλιώς τι Τριερ θα ήταν- τόσο αλλόκοτων που ίσως να μην έχουν καν μελετηθεί από την ψυχιατρική. Η ταινία είναι άνισα χωρισμένη σε δύο μέρη, από θεματική άποψη, κάθε μέρος με τίτλο το όνομα μιας από της δύο  δερφές.


Δυστυχώς το πρώτο μέρος είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη. Σκεφτείτε φθηνή σαπουνόπερα γυρισμένη εν μέρει σε Dogma 95 (αν και ο σκηνοθέτης έχει προ πολλού παρατήσει αυτό του το εγχείρημα), όπου κυριαρχεί η χειροκίνητη κάμερα και τα γκρο πλαν. Επίπεδες ερμηνείες, δραματικό σενάριο (στα όρια του κιτς), απίστευτα αφελής διάλογος. Σε αυτό συμβάλλουν αναμφίβολα και πολλοί τεχνικοί λόγοι: το σενάριο και οι διάλογοι προφανώς έχουν μεταφραστεί από τα δανέζικα σε αμερικάνικα, το καστ είναι μείγμα Αμερικάνων, Άγγλων, Δανών, Σκανδιναβών, Γερμανών κ.α. ηθοποιών, οι τοποθεσίες και τα σκηνικά δεν σε πείθουν ότι η ταινία διαδραματίζεται στην Αμερική (βέβαια μπορεί να διαδραματίζεται στην Ευρώπη - ωστόσο, αυτό θα καθιστούσε ανεξήγητη την τόση “αμερικανιά” που διέπει την ταινία). Ακόμα όμως κι αν θέλαμε να δικαιολογήσουμε τις αδυναμίες του πρώτου μέρους ψάχνοντας για τεχνικά σφάλματα, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε άφωνοι με διαλόγους του στυλ, «Μην κοιμάσαι, χάνεις τον γάμο σου» (κι αυτό επειδή η πρωταγωνίστρια αποφάσισε την ώρα του γαμήλιου πάρτυ της να πάει να ρίξει έναν υπνάκο - ήμαρτον Κύριε!)


melan

Το δεύτερο μέρος αποκτά λίγο βάρος επιτέλους. Η Justine πάσχει πλέον από κατάθλιψη (αδικαιολόγητο να βραβευτεί η Dunst στις Κάννες για την ερμηνεία της, καλή μεν, αλλά «μικρή» από όλες τις απόψεις). Αξιοθαύμαστο, είναι το μάλλον τυχαίο γεγονός ότι η κάθε μία από τις δύο αδερφές φαίνεται να παίρνει μορφή μέσα από το μέρος που δεν αναφέρεται στην ίδια, αλλά στην αδερφή της. Είναι η προσωπική μου άποψη, ωστόσο, ότι το πιο μεγάλο ενδιαφέρον κατά της διάρκεια της ταινίας πραγματικά βρίσκεται στο τι θα συμβεί με τον πλανήτη, όπου και το δημιούργημα αυτό του Τρίερ λειτουργεί απλώς σαν είδος επιστημονικής φαντασίας και όχι ως ψευτοψυχολογικό δράμα. Είναι οι λίγες στιγμές που η ταινία πάει κάπως να απογειωθεί και να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον: στιγμές αγωνίας, όπου η ταινία τολμά να λειτουργήσει λίγο υπαρξιακά, αν και σε πολύ μικρό βαθμό. Όμορφες, επίσης, κάποιες έντονα επεξεργασμένες φωτογραφίες, ειδικά υπό τη συνοδεία της βαγκνερικής μουσικής.

Ο Τρίερ δήλωσε ότι επηρεάστηκε πολύ από τον γερμανικό ρομαντισμό. Σε ελληνικά blog διάβασα ότι η ταινία έχει συναίσθημα. Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς την, μου προκαλεί τρόμο για το τι θα συμβεί αν ένας μετεωρίτης χτυπήσει τη γη, καθώς και φόβο μπροστά στην κατάθλιψη (αν και σε αυτή εντρυφήσαμε νομίζω αρκετά με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη.). Αν αυτό έννοουν συναίσθημα, ναι, τότε το ένιωσα. Κατά τα άλλα, οι εμμονές του Τρίερ έχουν αρχίσουν να κουράζουν και φαίνονται να έχουν απήχηση στους λίγους. Παραδόξως, αν και στην Ευρώπη δύσκολα η κριτική


melancholia8

και το κοινό παίρνουν τον Τρίερ στα σοβαρά, στην Ελλάδα φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: υπάρχει κόσμος που πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται για σοβαρό σκηνοθέτη - παρεμπιπτόντως ο ίδιος φαίνεται να διασκεδάζει με τον τρόπο που προκαλεί στις Κάννες και το σόου που δίνει κάθε φορά στις συνεντεύξεις Τύπου- αν και ξένοι κριτικοί δηλώνουν πλέον ότι έχουν καταλάβει αυτές τις τακτικές του σκηνοθέτη.


Ευτυχώς, πάντως, στη συγκεκριμένη ταινία ο Τρίερ δεν προκαλεί με την υπερβολική βία και τους δογματισμούς που είχαν οι προηγούμενές του ταινίες. Αυτό το αναγνωρίζω και το επικροτώ. Άλλωστε η ταινία δεν είναι κακή. Είναι κακή προς μέτρια (εξου και η επιεικής βαθμολογία μου). Σε αφήνει με μια κάποια μελαγχολία (δεν το εννοώ ειρωνικά) και έχει μία ιδιόμορφη ατμόσφαιρα. Έχει καλή φωτογραφία, η λίγο faux ατμόσφαιρα συνηθίζεται, όσο για την θεϊκή μουσική, αν και καταντά κουραστική* μετά από τόση επανάληψη, δένει με κάποιες εικόνες. Κι ας ευχηθούμε ότι, αν ίδιος ο Βάγκνερ έβλεπε τη χρήση της στην ταινία του Τρίερ, δεν θα στριφογύριζε στον τάφο του.

*Να ξεκαθαρίσω ότι δεν εννοώ ότι η μουσική του Βάγκνερ είναι κουραστική, αντιθέτως ο Βάγκνερ είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες. Η επανάληψη ωστόσο του πρελούδιου μέσα στην ταινία είναι αυτή που κουράζει.



Προσωπική Αξιολόγηση:      4  /  11



Το trailer της ταινίας

Monday, May 9, 2011

Werckmeister harmóniák

 

938147hpt2



Τίτλος: Werckmeister harmóniák  (Οι αρμονίες του Werckmeister)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2000



Ή πορεία του Bela Tarr είναι ιδιόμορφη. Ξεκίνησε ομολογουμένως να σκηνοθετεί ταινίες στο ύφος του Cassavetes και του Mike Leigh και κατέληξε σε αργόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο. Ειδικά τα ατέλειωτα μονοπλάνα αποτελούν σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τη ρομαντική μουσική του Mihály Vig, τη μεγάλη διάρκεια των ταινιών (το Satantango κρατάει 7 ώρες!)

Το σενάριο υπόσχεται μυστήριο και ατμόσφαιρα (κάτι που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά): βρισκόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη στην Ανατολική Ευρώπη, είναι χειμώνας και φαίνεται να υπάρχει ένα υπόκωφο κύμα αναστάτωσης στη μικρή αυτή κοινωνία. Αφίσες αναγγέλλουν τον ερχομό ενός τσίρκου με δύο μόνο θεάματα. Μια πελώρια βαλσαμωμένη φάλαινα και τον "Πρίγκιπα", μια αινιγματική φιγούρα με την ικανότητα να σαγηνεύει τα πλήθη. Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Janoς, ταχυδρόμος της κωμόπολης, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί εκφράσεις περιέργειας και αγωνίας στον πρόσωπό του.


tarr_werckmeister_harmonies


Κάποιες από τις σκηνές του Tarr είναι δεξιοτεχνικά και αισθητικά εντυπωσιακές, ωστόσο η μέθοδος του καταντά προβλέψιμη και κουραστική: μετά από ένα μακρύ μονοπλάνο που μπορεί να κρατά από 5 έως 10 λεπτά, ακολουθεί ένα άλλο με παρόμοια διάρκεια, μετά ένα άλλο, κ.ο.κ. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δηλαδή, είναι σαν να παρακολουθούμε αυτόνομες 10λεπτες σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη που, όσο και ατμοσφαιρικές κι αν είναι, κατά την άποψή μου δεν καταλήγουν σε κάτι ολοκληρωμένο. Σε αυτό ίσως να οφείλονται και οι ίδιες οι βλέψεις του σκηνοθέτη. Για να γίνω πιο σαφής, συχνά γίνεται λόγος για το μεταφυσικό και το πνευματικό στοιχείο στις ταινίες του Tarr. Ο ίδιος, ωστόσο, το αρνείται κατηγορηματικά στις συνεντεύξεις του λέγοντας ότι δεν έχει τίποτα θεωρητικό ή φιλοσοφικό κατά νου όταν σκηνοθετεί και ότι απλά γυρίζει σκηνές για να αναδείξει και να αποτυπώσει "τους ανθρώπους". Προσωπικά αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μιας και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα ακολουθεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες χωρίς ποτέ να καταφέρνει να μας πει κάτι για τον καθένα (ή να έστω αφήνει κάτι να εννοηθεί). Είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που συναντάμε στην ταινία που αν αναλογιστούμε ότι στον καθένα αναλογούν λίγα μόνο κινηματογραφικά λεπτά (σε μια ταινία που ο διάλογος είναι ελάχιστος) τότε πραγματικά δεν μας μένει τίποτα από τα πρόσωπα που παρακολουθούμε (πόσο μάλλον οι ανύπαρκτες προσωπικότητές τούς) Τι μας μένει τότε; Εκπληκτική φωτογραφία, παραμυθένια ατμόσφαιρα (ή μάλλον κάτι μεταξύ εφιάλτη και παραμυθιού), μονοπλάνα που από άποψη δεξιοτεχνίας σε αφήνουν άφωνο (μόνο η σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η κάμερα μπαινοβγαίνει από τα δωμάτια, αξίζει για να δεις την ταινία).

werckmeister-2


Η μόνη ένσταση μου είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο ζητάω κάτι παραπάνω από μία ταινία πέρα από εντυπωσιακή τεχνική και όμορφη φωτογραφία. Σίγουρα η καφκική ατμόσφαιρα επιτυγχάνει το στόχο της, όμως έχοντας ήδη δει την ταινία δύο φορές ένιωθα ότι έλειπε το κέντρο βάρους. Επίσης, οι ασαφείς δηλώσεις του σκηνοθέτη για τον κάπως τεχνικό και πρακτικό τρόπο που σκηνοθετεί, αρνούμενος κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, γίνονται αισθητές και μέσα στην ταινία όπου η προβλεψιμότητα της τεχνικής δεν έχει κάτι ουσιώδες να δώσει στον θεατή. Όπως και να 'χει όμως πρόκειται για μια πολύ καλά δουλεμένη ταινία, και για ένα γενναίο έργο τέχνης (από την άποψη ότι χρησιμοποιεί κάπως παλιομοδίτικες τεχνικές και στυλ που λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν). Αξίζει λοιπόν να δει κάποιος την ταινία αυτή για να βιώσει το μοναδικό στυλ και την σπάνια κινηματογραφική ματιά αυτού του σκηνοθέτη.

Δεν έχω δει ακόμα το Άλογο του Τορίνου. Ο ίδιος ο Tarr δήλωσε ότι ένας κύκλος έκλεισε και ότι πρόκειται για την τελευταία του ταινία. Αν είναι αλήθεια (μιας και στο παρελθόν, μετά από παρόμοιες δηλώσεις, σκηνοθέτες έχουν αλλάξει γνώμη), είναι πολύ κρίμα μιας και έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια φωνή στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      7  /  11

 

Η εντυπωσιακή αρχή της ταινίας

Thursday, January 20, 2011

Sud Pralad

 

tropical malady

 

Τίτλος: Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια)

Σκηνοθέτης: Apichatpong Weerasethakul

Παραγωγή: 2004


Η κινηματογραφική κριτική στην Ελλάδα είναι λίγο πίσω σε σχέση με άλλες χώρες τις Ευρώπης. Τι εννοώ με αυτό; Υπάρχουν ταινίες που δεν προβάλλονται καν στην Ελλάδα, ωστόσο τα media δεν φροντίζουν καν να τις καλύψουν. Αυτή είναι και η περίπτωση του Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια). To 2004 δεν προβλήθηκε καν στην Ελλάδα. Την στιγμή που ο ευρωπαϊκός Τύπος έγραφε διθυραμβικές κριτικές και την στιγμή που η ταινία είχε ήδη πάρει το βραβείο επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών!!! Ίσως το όνομα του σκηνοθέτη (Apichatpong Weerasethakul) να τρόμαξε τους Έλληνες διανομείς, ίσως η ταινία να ήταν πολύ «πειραματική» και αφηρημένη για το ελληνικό κοινό. Ευτυχώς γνώριζα για την ταινία όσο ήμουν στην Αγγλία και είχα φροντίσει να την δω.

Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ να μπω σε πολλές λεπτομέρειες. Ούτε να προσπαθήσω να κάνω κριτική. Κι αυτό γιατί η σκηνοθετική ματιά του Weerasethakul είναι τόσο ιδιαίτερη, τόσο ποιητική και συγκεκριμένη, που το αποτέλεσμα, παραδόξως, είναι πολύ… αφηρημένο! Κι αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο μαγευτική!  Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η ταινία είναι σίγουρα ένα αριστούργημα.

Χωρίζεται σε δύο μέρη, όπου στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την αγάπη που εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο Ταϊλανδούς στρατιώτες. Σε κάποια στιγμή, στη μέση της ταινίας, ο ένας από αυτούς αποχωρεί από το πλάνο (πού πάει και γιατί δεν ξέρουμε, ούτε πότε ακριβώς συμβαίνει αυτό!) και, μετά από μία σύντομη διακοπή, ξεκινά το δεύτερο μέρος της ταινίας. Όπου ο στρατιώτης που έμεινε πίσω κυνηγάει ένα πνεύμα-θρύλο της περιοχής μές στην πυκνή και σκοτεινή ζούγκλα. Μια ζούγκλα που κρύβει πολλά μυστήρια: έναν άνθρωπο με ουρά (η αναφορά στον θρύλο;;;), το πνεύμα μιας νεκρής αγελάδας να αφήνει το σώμα της, την πάλη σώμα με σώμα με τον γυμνό σύντροφό του… Κι όλα αυτά μέσα σ' ένα κλίμα φόβου για ό,τι κρύβει η ζούγκλα, ορατό και μη…

tropical-malady-2004

Δεν ξέρουμε αν το δεύτερο μέρος της ταινίας επεξηγεί το πρώτο. Ούτε είμαστε σίγουροι τελείως αν το πνεύμα του συντρόφου είναι αυτό που κυνηγά ο πρωταγωνιστής και στο οποίο αναφέρεται ο θρύλος. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Πολλοί είναι και οι παραλληλισμοί του δεύτερου μέρους με την άγρια και πρωτόγονη φύση του έρωτα. Όλες αυτές οι άλυτες απορίες, η μη επιτηδευμένη σκηνοθεσία, οι ήχοι της ζούγκλας και το μυστήριό της, συνθέτουν μία σαγηνευτική ατμόσφαιρα. Το φινάλε είναι μεγαλειώδες μέσα σε όλη την απλότητά του.

Ό σκηνοθέτης πήρε τον Χρυσό Φοίνικα φέτος στις Κάννες για τη νέα του ταινία ("Ο Θείος Boonmee θυμάται τις προηγούμενες του ζωές"). Προφανώς και γι' αυτό και το Sud Pralad επιτέλους προβλήθηκε στην Ελλάδα με  έξι χρόνια καθυστέρηση. Και για να επανέλθω στο θέμα της ελληνικής κριτικής και πόσο πίσω είναι, έχω να πως το εξής:  η ταινία πέρασε απαρατήρητη από τα περισσότερα blogs, ενώ οι ελάχιστες κριτικές στα ελληνικά media ήταν μέτριες (!!!), την στιγμή που το Sight and Sound την τοποθετεί μέσα στις σημαντικότερους ταινίες της δεκαετίας που πέρασε, και οι ξένες κριτικές είχαν γράψει τα καλύτερα όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Πρόκειται για ένα σπάνιο αριστούργημα, μια πολύ ποιητική ταινία με πολύ προσωπικό στίγμα που σε μαγεύει. Δείτε την οπωσδήποτε!

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      9,5 /  11



Το trailer της ταινίας.

Les amours imaginaires

 

amoursPoster

 

Τίτλος: Les Amours Imaginaires (Φανταστικές Αγάπες)

Σκηνοθέτης: Xavier Dolan

Παραγωγή: 2010

 

Η ταινία του Dolan είναι αρκετά ευφάνταστη και άρτια από τεχνική άποψη δεδομένου ότι πρόκειται για την δεύτερη «έπίσημη» ταινία ενός 21χρονου σκηνοθέτη, η οποία έγινε μάλιστα δεκτή στο μη διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών.

Δεν πρόκειται για κάποιο αριστούργημα και ο θεατής δεν θα πρέπει να έχει υψηλές απαιτήσεις πριν πάει να δει την ταινία. Ωστόσο, βλέποντάς την δεν μπορείς παρά να νιώσεις ευχάριστα. Προσωπικά, πέρα από κάποιες έντονες αδυναμίες στο σενάριο, μπορώ να πω ότι όχι μόνο η ταινία δεν με ενόχλησε, αλλά αντιθέτως την βρήκα τόσο διασκεδαστική που την είδα δύο φορές.

Το σενάριο αφορά ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε δύο αγόρια κι ένα κορίτσι: η Marie και ο Francis (τον ρόλο του οποίου υποδύεται πολύ εκφραστικά ο ίδιος ο σκηνοθέτης ), δύο πολύ καλοί φίλοι, ερωτεύονται ταυτόχρονα τον γοητευτικό Nicolas, που σαν νεαρός Άδωνις προσγειώνεται μια νύχτα στις ζωές του. Μπορεί να ακούγεται κλισέ και βαρετό, ωστόσο η τόσο ζωντανή σκηνοθεσία του Dolan κάνει την ταινία απόλαυση από την αρχή ως το τέλος της! Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μία έντονη παλέτα χρωμάτων, εξαιρετική rock και pop μουσική (που συχνά συνοδεύει πλάνα σε αργή κίνηση) και πολύ ιδιαίτερη φωτογραφία. Ως αποτέλεσμα η ταινία σφύζει από ζωή, νεανικότητα και ζωντάνια.

Γι' αυτές του τις τεχνικές ο Dolon έχει συγκριθεί με τον Kar Wai Wong – μία σύγκριση που βρίσκω ατυχή και άκυρη. Έχει επίσης χαρακτηριστεί ως το νέο παιδί-θαύμα του ανεξάρτητου κινηματογράφου, χαρακτηρισμό τον οποίο επίσης βρίσκω υπερβολικό και ανώριμο. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για τέτοιες βαρυσήμαντες δηλώσεις και η ταινία έχει τα αδύναμα σημεία της, κυρίως όσον αφορά την πλοκή και το σενάριο, όπως έχω ήδη πει. Ωστόσο, τέτοια είναι η χημεία των τριών πρωταγωνιστών μεταξύ τους και τόσο πετυχημένο το «δέσιμό» τους με τα πολύχρωμα πλάνα, που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις το εξαιρετικό αποτέλεσμα, το θάρρος και την τόλμη του τόσου νεαρού σκηνοθέτη. Μπορεί, λοιπόν, η ταινία να μην είναι σπουδαία, είναι ωστόσο πιο ευφάνταστη και αισθητικά ικανοποιητική από τις περισσότερες μέτριες ταινίες του είδους.

Προσωπική Αξιολόγηση:      5  /  11

 

 

Σκηνή από την ταινία: οι δύο φίλοι, θαυμάζουν το αντικείμενο του πόθου τους να χορεύει με την μητέρα του…

Thursday, November 12, 2009

Das Weisse Band

the_white_ribbon_poster-424x600

 

Τίτλος: Η Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band)

Σκηνοθέτης: Michael Haneke

Παραγωγή: 2009


Όταν έμαθα ότι ο Χάνεκε πρόκειται να γυρίσει σε remake την ταινία του Funny Games απογοητεύτηκα αρκετά: Αφενός, επειδή για μένα το Funny Games αποτελεί τη μοναδική ταινία του σκηνοθέτη που δεν μπορώ να χωνέψω (λίγο ρητορική, λίγος δογματισμός, λίγο κήρυγμα, λίγο το κλείσιμο του ματιού στην κάμερα...), αφετέρου τι δουλεία είχε ο Χάνεκε με το αμερικάνικο κοινό; Πίστευε ότι πραγματικά μπορούσε να τους δώσει ένα μάθημα ή ότι αξίζει να προωθήσει την ταινία του ως προϊόν μαζικής κουλτούρας; Έπειτα, αφού έγινε το remake, διάβασα ότι πρόκειται να σκηνοθετήσει τη Λευκή Κορδέλα (επιτέλους ταινία του στα γερμανικά αυτή τη φορά!) και ανακουφίστηκα. Φαίνεται ότι ο Χάνεκε θα επέστρεφε στα γνωστά θέματα του με νέο υλικό αυτή τη φορά. Διαβάζοντας για την υπόθεση της ταινίας και βλέποντας κάποια κλιπάκια, είχα πει ότι σίγουρα θα έφευγε από τις Κάννες με τον Χρυσό Φοίνικα (διαβάστε εδώ την πρόβλεψη, την ανακοίνωση των βραβείων και τα συγχαρητήρια) και, πολύ πιθανό, σε λίγους μήνες να κερδίσει και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Η Λευκή Κορδέλα ήταν ακριβώς όπως την περίμενα και λίγο καλύτερη. Πρόκειται για την πιο αυστηρά συμμετρική σκηνοθεσία του Χάνεκε: ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έξοχα καδραρισμένα πλάνα. Ως συνήθως, έλλειψη μουσικής επένδυσης. Ερμηνείες απίστευτα ρεαλιστικές. Η χρονική διάρκεια κάθε πλάνου φαίνεται να είναι μετρημένη με μαθηματική ακρίβεια. Ακόμα και η προφορά των λέξεων και η αυστηρή δομή και σύνταξη της όμορφης γερμανικής γλώσσας ακούγεται σαν θεατρική πρόζα. Όλα αυτά τα στοιχεία της  καλοκουρδισμένης σκηνοθεσίας συνθέτουν μία ταινία βαριά, ασήκωτη σχεδόν, ταινία που ευτυχώς δεν προορίζεται για τις μάζες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σπουδαίο κινηματογραφικό έργο τέχνης (όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως).

bandFamilie


Η ταινία καταπιάνεται με τα θέματα της τάξης, της οργάνωσης, της καταπίεσης γενικότερα (οικογενειακής, κοινωνικής, σεξουαλικής), τα οποία ξεδιπλώνονται ως μία σειρά ανεξήγητων, φαινομενικά, συμβάντων σε ένα γερμανικό χωριό, λίγο πριν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χάνεκε αποφεύγει το δράμα και τις στομφώδεις δηλώσεις και με ήπιους τόνους αναπαριστά μία ασφυκτικά δομημένη κοινωνία, κρατώντας ταυτόχρονα τη συναισθηματική ένταση να υποβόσκει, σε σημείο όπου ο θεατής αναμένει την έξαρση να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή. Η αποτύπωση των χαρακτήρων και των συμβάντων στο γερμανικό χωριό είναι τόσο λεπτομερής, που ακόμα και μετά την ταινία μορφασμοί και εκφράσεις των χαρακτήρων, φωτογραφίες των τοπίων που φαίνονται να αποτελούν προέκταση του κρυφού ψυχισμού των κατοίκων του, επιστρέφουν στη μνήμη μας με τον μοναδικό τρόπο που ένας Μπέργκμαν θα κατάφερνε. Η ταινία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αφού πλέον έχουμε κατακτήσει τις ελευθερίες που σαφώς οι ήρωες της ταινίας στερούνται, τότε γιατί εξακολουθούμε να έχουμε ενδοιασμούς; Γιατί η επικοινωνία φαντάζει ακόμα και σήμερα τόσο δύσκολη όσο αποξενωμένη διατυπώνεται στην ταινία; Ο Χάνεκε δεν προσπαθεί να ρητορεύσει ότι ο ψυχαναγκασμός και η καταπίεση του γερμανικού λαού έγιναν αίτιο για τον φασισμό και τον πόλεμο που ακολούθησε, όπως αρκετές κριτικές εύκολα βιάστηκαν να συμπεράνουν. Κάτι τέτοιο θα παραήταν εύκολο για έναν σκηνοθέτη της εμβέλειας του Χάνεκε που θέτει πάντα μόνο ερωτήματα όπως ο ίδιος έχει δηλώσει άλλωστε. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, αφού κανείς και όλοι ταυτόχρονα θα μπορούσαν να είναι οι δράστες στην ταινία. Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να λαμβάνει τόπο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία κάθε χώρας και όχι μόνο στη Γερμανία.

bandField 
Η Λευκη Κορδέλα ταινία φαίνεται να προτρέπει τους κριτικούς επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους (στο Rotten Tomatoes αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε μία αρνητική κριτική). Ο Χάνεκε είναι μέσα στους πραγματικά ελάχιστους μεγάλους δημιουργούς της εποχής μας και ένας σκηνοθέτης που θα αφήσει ιστορία στην πορεία του κινηματογράφου. Άκρως διανοούμενος, βαθυστόχαστος, έχει το θάρρος να θέτει μόνο μεγάλα ερωτήματα, αγνοώντας τη δίψα του κοινού για εύκολες απαντήσεις. Από αυτή την άποψη είναι ένας πραγματικός auteur, του οποίου η Τέχνη και το όραμα δεν γνωρίζουν συμβιβασμούς.

bandBird
Για όσους με κατηγορούν ότι τίθεμαι πάντα υπέρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αγνοώντας τον αμερικάνικο, ένα έχω να πω: ας αναλογιστεί κάποιος τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργείται ο κινηματογράφος ως  διασκέδαση και ο κινηματογράφος ως Τέχνη. Από τη μία έχουμε τα  τα γελοία ποσά που πληρώνονται οι ηθοποιοί στο Χόλυγουντ για τις κατω-του-μετριου ερμηνείες του, και από την άλλη έχουμε ένα πλήθος άγνωστων γερμανών ηθοποιών σε αυτή την ταινία (στην πλειοψηφία παιδιά!!!) να ζούνε το ρόλο τους καλύτερα από κάθε celebrity "ηθοποιό". Το σίγουρο είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών στη Λευκή Κορδέλα μου έφεραν στον νου αντίστοιχες μεγάλων ευρωπαίων ηθοποιών.

bandBarn 
Συχνά, βλέποντας μία κλασική ταινία που σήμερα θεωρείται αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αναρωτιέμαι τι να σκεφτόταν άραγε τότε το κοινό και η κριτική; Τι συνέβη μετά την πρώτη προβολή μιας σπουδαίας ταινίας; Ο κόσμος τη θεώρησε αμέσως αριστούργημα ή μήπως δεν είχε καταλάβει ακριβώς για πόσο σημαντικό έργο τέχνης πρόκειται; Πώς ένιωσαν, άραγε, αυτοί που ήταν παρόντες στις πρώτες  προβολές ενός τέτοιου σπουδαίου έργου; Η απορία μου αυτή μου λύθηκε παρακολουθώντας τη Λευκή Κορδέλα. Φίλοι αναγνώστες του blog να το θυμηθείτε, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που στο μέλλον θα ανήκει στην κατηγορία των "κλασικών" αριστουργημάτων, ανάλογων με αυτών των Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Μπρεσσόν, Ντράγιερ... Πρόκειται για την πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του σκηνοθέτη (μαζί με το Code Inconnu), ο οποίος θα πρέπει αυτομάτως να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σπουδαιότερους δημιουργούς, ακόμα κι από αυτούς που ίσως μέχρι σήμερα να είχαν τις αμφιβολίες τους για το έργο του.

Προσωπική Αξιολόγηση:    9,5  / 11


ΥΓ. Η καλύτερη ελληνική κριτική που έχω διαβάσει μέχρι τώρα για την ταινία -και μία από τις καλύτερες κριτικές γενικότερα, αφού μιλά ουσιαστικά, αποφεύγοντας τη συνήθη κριτικοφλυαρία- είναι αυτή της Πόλυς Λυκούργου για το περιοδικό Σινεμά.

Απόσπασμα από την ταινία:

Thursday, October 1, 2009

Αντίχριστος

 antiCov

 

Τίτλος: Antichrist (Αντίχριστος)

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2009


Η ταινία του Τρίερ δεν είναι τελικά τόσο κακή για τον ντόρο και το γιουχάισμα που προκάλεσε στις Κάννες. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι είναι καλύτερη από τις τελευταίες προσπάθειες του σκηνοθέτη (είμαι της άποψης ότι τίποτα δεν μπορούσε να πάει χειρότερα από το Dancer in the Dark).

Ας αρχίσω λοιπόν με τα θετικά… Η ταινία είναι χωρισμένη σε κεφάλαια και το πρώτο από αυτά με τίτλο “Εισαγωγή” ξεκινά με την υπνωτικά όμορφη άρια Lascia ch'io pianga από την όπερα Rinaldo του Χέντελ. Αυτή η εισαγωγή λοιπόν, προβάλλει σε αργή κίνηση και σε υπέροχα πλούσιες γκρίζες αποχρώσεις τους ήρωες της ταινίας να ερωτοτροπούν μέσα στο μπάνιο, όσο το μωρό τους βγαίνει από την κούνια του, ανοίγει το παράθυρο και κάνει βουτιά στο κενό. Είναι μία πολύ συμβολική σκηνή, υπέροχα δοσμένη από τον Τρίερ – ομολογώ ότι για μένα ήταν μία έκπληξη από τον σκηνοθέτη. Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα, αλλά αναφέρονται ως Αυτός (He) και Αυτή (She) και τους ρόλους υποδύονται ο Willem Dafoe και η Charlotte Gainsbourg αντίστοιχα. Οπότε, αν μη τι άλλο, η ταινία ξεκινά με έναν μαγευτικό τόνο και συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη για την έξοχη χρήση της άριας που ήδη έχει ως αποτέλεσμα να κάνει τον Χέντελ πιο γνωστό στο ευρύ κοινό (αρκετά κλιπάκια τις άριας στο YouTube έχουν σχόλια που αναφέρονται στην ταινία).

antichristbw

Παρόμοιες, υπέροχα φωτογραφημένες σκηνές κυριαρχούν συχνά μες στην ταινία, κυρίως πριν ή μετά κάποιο κεφάλαιο, προσδίδοντας της μία μυστηριακή, μαγευτική ατμόσφαιρα. Αυτό είναι κάτι καινούριο πιστεύω στην σκηνοθεσία του Τρίερ και μπράβο του πάλι γι αυτή του την εξέλιξη.

Κι εδώ ακριβώς –στην υπέροχη φωτογραφία- σταματούν και τα θετικά της ταινίας και ξεκινά… το σκηνοθετικό χάος! Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω τίποτα πέρα από το ότι είναι αδιάφορες -- μου διαφεύγει ο λόγος που βραβεύτηκε η Gainsbourg στις Κάννες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπήρχαν καλύτερες γυναικείες ερμηνείες. Άλλωστε οι ηρωίδες του Τρίερ περνούν πάντα από τέτοια βασανιστήρια –ωρύονται, χτυπιούνται, κλάινε- κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι συνώνυμο με την καλή ερμηνεία, αλλά αντιθέτως με το εύκολο εφέ του δραματικού εντυπωσιασμού.

antich2

Το σενάριο είναι ελαφρύ, όχι ότι παίζει μεγάλο ρόλο, απλά δεν βγάζει και μεγάλο νόημα. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί την απίστευτη μεταμόρφωση της ηρωίδας στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας. Ακριβώς σε αυτό το μισάωρο ο σκηνοθέτης φαίνεται να ξεφεύγει. Η προβολή της βίας είναι αδικαιολόγητα ωμή. Προσωπικά, δεν θυμάμαι να έχω σοκαριστεί με τέτοιο τρόπο ξανά με ταινία! Και όλα αυτά γιατί; Θέλει να πει κάτι ο σκηνοθέτης; Λογικά ναι, αφού το ταξίδι μέχρι το φινάλε δεν έχει κάποια ουσία, ούτε πρόκειται για εμπειρία που πρέπει να ζήσει ο θεατή δίχως να αποκομίσει κάτι. Άλλωστε όλες οι ταινίες του Τρίερ είναι στρατευμένες προς πολύ συγκεκριμένα μηνύματα.

Για πρώτη φορά η οικουμενική επιτροπή στις Κάννες (υπεύθυνη για να βραβεύει ταινίες που προωθούν τις πνευματικές αξίες και ιδεώδη) έδωσε ένα “αντι-βραβείο” στον σκηνοθέτη γι αυτή του την ταινία. Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της επιτροπής είπε, “Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί μετά από την επίδραση που έχει αυτή η  ταινία… Πρόκειται για την πιο μισογυνιστική ταινία από τον αυτοαποκαλούμενο καλύτερο σκηνοθέτη στον κόσμο”. Με το παραπάνω συμφωνώ: ο μισογυνισμός είναι διάχυτος στο τέλος της ταινίας. Βέβαια, ο κάθε θεατής μπορεί να ερμηνεύσει την ταινία διαφορετικά.

antichristHouseFor

Ο Αντίχριστος πρόκειται πιθανώς για μία ταινία φτιαγμένη με σκοπό να σοκάρει και να εντυπωσιάσει. Δύο λόγοι με ωθούν –όπως και αρκετούς κριτικούς- σε αυτό το συμπέρασμα: οι δύο απίστευτα σοκαριστικές σκηνές που φαίνεται λες και βγήκαν ξαφνικά από άλλο είδος ταινίας, καθώς και η αφιέρωση στο τέλος (περισσότερα γι αυτήν παρακάτω). Ο ίδιος ο Τρίερ σε συνέντευξη του δήλωσε ότι σκηνοθέτησε την ταινία ως ένα είδος θεραπείας, μετά το τέλος της ψυχοθεραπείας του – η τελευταία αποτέλεσμα της κατάθλιψης που τον ταλαιπωρούσε τελευταία. Ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς ως κοινό τι του φταίμε; Δήλωσε, επίσης, ότι είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου και ότι ενδιαφέρεται να φτιάχνει ταινίες, όπως ο ίδιος είπε, “για να υπερασπιστώ μία ιδέα που δεν είναι δικιά μου. Έτσι για παράδειγμα θα έκανα μία ταινία όπου θα έδειχνα την ανθρώπινη πλευρά του Χίτλερ. Αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα”.

antiAni 
Το πιο παράδοξο από όλα; Στο τέλος της ταινίας ο σκηνοθέτης αφιερώνει την ταινία στον Ταρκόφσκι! Ένδειξη, όπως είπαν κάποιοι ότι δεν θέλει να πάρουμε την ταινία στα σοβαρά, αλλά πως απλά προσπαθεί να προκαλέσει (φυσικά μπορείτε να διαφωνήσετε με αυτό). Κι αυτό γιατί ο Ταρκόφσκι και οι ταινίες του μες στην ποίηση, τον ανθρωπισμό και την υπερβατικότητα, βρίσκονται στους αντίποδες των ταινιών του Τρίερ. Από ότι έχω διαβάσει, πράγματι ο Ταρκόφσκι είναι ο “Θεός” του Τρίερ, και σύμφωνα με όσα είπε ο Τρίερ όταν έδειξε στον Ταρκόφσκι την πρώτη του ταινία, ο τελευταίος την αποδοκίμασε!

antistaff Ο σκηνοθέτης πλαισιωμένος από τους δύο πρωταγωνιστές.


Για να ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν: ο Αντίχριστος είναι καλύτερη από τις πρόσφατες ταινίες του Τρίερ. Έχει όμορφη φωτογραφία και οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους τους ελαφρώς πιο πειστικά. Προσπαθώντας να ενσωματώσει τη φύση και τα ζώα στο σενάριο, συχνά το καθιστά γελοίο, χωρίς εξηγήσεις, ούτε καν νύξεις που να βγάζουν έστω κάποιο νόημα (βλ. αναφορά σε μάγισσες). Οι ερμηνείες αν και καλύτερες, όπως είπα, από προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, παραμένουν απλά μέτριες. Με απλά λόγια, η ταινία δεν έχει λόγω ύπαρξης: “Το σενάριο φαίνεται να γράφτηκε απλά και μόνο για να δικαιολογήσει δύο από τις πιο σοκαριστικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά”, όπως λεει η κριτικός των Times Wendy Ide. Κάποιοι φαν βιάστηκαν να μιλήσουν για αριστούργημα. Όπως όμως αρκετοί κριτικοί έχουν επισημάνει η ταινία είναι υπερβολικά αμφίσημη και διφορούμενη για να θεωρηθεί σπουδαίο κινηματογραφικό έργο. Η άποψη μου; Δείτε την απλά για τα ωραία πλάνα, την άρια του Χέντελ και για να διασκεδάσετε με την προκλητικότητα του σκηνοθέτη. Γι αυτό άλλωστε και ο σχετικά καλός βαθμός μου, παρ’ όλη την παλαβομάρα της ταινίας αυτής!

Προσωπική Αξιολόγηση:    2,5 / 11

Ακολουθεί ένα πολύ ενδιαφέρον κλιπάκι που δείχνει την πορεία της ταινίας στις Κάννες (συμπεριλαμβανόμενης και της ενδιαφέρουσας συνέντευξης τύπου όπου ο Τρίερ αυτοαποκαλείται ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο).

Tuesday, September 22, 2009

Inglourious Basterds

 

Λέω ΟΚ θα δω άλλη μία διασκεδαστική ταινία του Ταραντίνο και προετοιμάστηκα για μία χαλαρή βραδιά με ποπ κορν διαίτης και κόκα-κόλα light. Που να ξέρω τι με περιμένει;;; Από τις πιο ανέμπνευστες και προσβλητικές ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια -- χωρίς υπερβολή. Γι αυτό και το ανεπίσημο review στο blog μου.

Η ταινία ξεκινά με κακόγουστη παραλλαγή του Fur Elise να ακούγεται στη γαλλική εξοχή κι εδώ να πω ότι βρήκα το soundtrack πιο αλαλούμ και από την πλοκή της ταινίας και τα αμέτρητα κενά στο σενάριο. (Πηγαίνοντας στο imdb θα διαπιστώσετε ότι σπάνια μία ταινία έχει τόσα λάθη, ανακρίβειες και κενά στο σενάριο όσο το Inglourious Basterds.) Έπειτα οι κακόγουστες σκηνές διακατέχονται η μία την άλλη. Χωρίς προειδοποίηση ο θεατής βλέπει τον Brad Pitt (η πιο άσχημη του ερμηνεία;) και την παρέα του να αφαιρούν τα σκαλπ των ναζί, σε μία σκηνή που προκαλεί αναγούλα, είναι περιττή και απευθύνεται σε 18χρονους φαν των σπλάττερ. Κανείς σοβαρός σινεφίλ δεν θα μπορούσε να εγκρίνει την ωμότητα αυτή της φρικαλέας σκηνής και από τις λίγες φορές που αναγκάζομαι και τάσσομαι είμαι υπέρ λογοκρισίας στην τέχνη όταν πρόκειται για τόσο κακόγουστες σκηνές χωρίς λόγο ύπαρξης. Με παρόμοιο τρόπο, η σκηνή στο κελάρι περιέχει μία συζήτηση για ουίσκι όπου ο διάλογος αγγίζει τα όρια σαπουνόπερας. Η σκηνή όπου ο Landa (Cristoph Waltz) τρώει ανάγωγα στο εστιατόριο είναι απίθανη και η συμπεριφορά του αδικαιολόγητη για ανώτερο στέλεχος (στην Ελλάδα στην σχολή Ευελπίδων από τις κατώτερες βαθμίδες μαθαίνουν να τρώνε σωστά) και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εκλεπτυσμένη συμπεριφορά που έδειξε στην αρχή της ταινίας. Η σκηνή προς το τέλος όπου η πρωταγωνίστρια βάφεται μπροστά από τον καθρέφτη θυμίζει διαφήμιση των 80s για μάσκαρα. Σταματάω όμως με τις ανακρίβειες, όπως είπα υπάρχει ολόκληρη λίστα στο imdb για όποιον ενδιαφέρεται, απλά ας πάει στο τμήμα με τίτλο “goofs”.

Οι ερμηνείες από κακές ως μέτριες. Το σενάριο γεμάτο κενά και λάθη. Η σκηνοθεσία ίσως η χειρότερη του Ταραντίνο μέχρι σήμερα. Μία ταινία όπου για άλλη μια φορά οι Αμερικάνοι φαντάζουν πιο πολιτισμένοι και ως σωτήρες του πλανήτη. Ενώ οι Ευρωπαίοι παρουσιάζονται ως καρικατούρες (η συνάντηση στο γαλλικό καφέ εμπεριέχει όλα τα δυνατά κλισέ για την μποέμ γαλλική ζωή), κάθε φορά που ένας Αμερικάνος εξολοθρευτής εμφανίζεται ακούγεται επική η μουσική. (Και όχι δεν είμαι προκατειλημμένος, αντιθέτως θαυμάζω την Αμερική).

Βαθμολογώ με μείον ταινίες που όχι μόνο είναι κακής ποιότητας, αλλά μπορούν να είναι είτε προσβλητικές για την νοημοσύνη και το ήθος του θεατή και των ανθρώπινων αξιών, είτε επικίνδυνες για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Τo Inglourious Basterds πιστεύω ανήκει και στις δύο τελευταίες κατηγορίες, γι αυτό και δεν θα γράψω άλλο για αυτό. Ταινία για ηλικίες 15-20 ίσως (και άκρως επικίνδυνη η προβολή της σε άτομα τέτοιας ηλικίας). Είναι σαν ο σκηνοθέτης να φτύνει την Τέχνη και το αξίωμά της κατάμουτρα και να κινηματογραφεί απλά ένα τρίτης διαλογής προϊόν με το προσωπικό του στυλ. 

Προσωπική Αξιολόγηση:   -7/11


ΠΡΟΣΟΧΗ
: Ταινία επικίνδυνη, για όλες τις ηλικίες (από άποψη βίας, ρατσισμού και ιστορικής ανακρίβειας). Προτείνονται αντί αυτού -αν ενδιαφέρεστε για πρόσφατη σοβαρή τέχνη που καταπιάνεται με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- από ταινίες Η Κάθοδος (Der Untergang) του Hirschbiegel και από βιβλία οι Ευμενίδες του Λίττελ (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη).

ΥΓ. Για όσους πιστεύουν ότι είμαι υπερβολικός ας διαβάσουν και κριτικές καταξιωμένων κριτικών στο εξωτερικό όπως της Guardian,  των New York Times, των Times και αυτή του New Yorker (βέβαια ότι στην Ελλάδα τέτοιες ταινίες θεοποιούνται από το κοινό λέει πολλά και για την παιδεία του Έλληνα θεατή αλλά και για την ποιότητα της ταινίας). Τέλος, πριν κάποιος μου πει πάλι ότι δεν κατάλαβα την ταινία, η απάντηση μου είναι: δεν υπάρχει κάτι να καταλάβω – η ταινία είναι βατή παρά το πανζουρλισμό και τα σεναριακά λάθη.

Wednesday, July 8, 2009

The Piano

(Μαθήματα Πιάνου)
pianopost


Τίτλος: The Piano (Μαθήματα Πιάνου) 
Σκηνοθέτης: Jane Campion 
Παραγωγή: 1993
 
Μην αφήσετε το βουνό των υπερθετικών σχολίων που κατακλύζουν τα ‘Μαθήματα Πιάνου’ να σας αποθαρρύνει: Η ερωτική ιστορία του 19ου αιώνα από την Jane Campion ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα. Ετοιμαστείτε για κάτι ξεχωριστό.” Με αυτά τα λόγια ξεκινά την κριτική του ο Vincent Canby για τους New York Times to 1993, την χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία. Και είναι αλήθεια.

Το “Μαθήματα Πιάνου” ανήκει σε μία σπάνια κατηγορία ταινιών που ναι μεν είναι αγαπητές από το ευρύ κοινό, αλλά ταυτόχρονα και από τους πιο σκληροπυρηνικούς κριτικούς!

Παρακολουθούμε την ιστορία της Ada McGrath, μιας μουγκής Σκοτσέζας γυναίκας που αναγκάζεται μαζί με την κόρη της να αφήσει την πατρίδα της για να πάει στη Νέα Ζηλανδία και να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν έχει δει ποτέ της. Αυτή τουλάχιστον είναι η εισαγωγή της ταινίας, αφού η ίδια η ταινία –γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στην άγρια φύση της Ν. Ζηλανδίας- προσφέρει πολύ περισσότερα από μία ερωτική ιστορία. Δεν θέλω όμως να αναφέρω τίποτα άλλο από το εξαιρετικό αυτό σενάριο.

1083_012199

Η ερμηνεία της Holy Hunter είναι μέσα στις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες όλων των εποχών (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ Α' γυναικείας ερμηνείας). Δεν είναι υπερβολή να την χαρακτηρίσω ως συγκλονιστική. Ούτε υπερβολή είναι να χαρακτηρίσω ως καταπληκτική την ερμηνεία της νεαρής Anna Paquien, η οποία πήρε το όσκαρ Β΄ γυναικείας ερμηνείας (“Ένα από τα πιο εξαιρετικά παραδείγματα υποκριτικής από παιδί στην ιστορία του κινηματογράφου” – Rogert Ebert). O Harvey Keitel ως υποψήφιος εραστής της Ada με το σημαδεμένο πρόσωπό του (ο ίδιος Μαορί στην καρδιά) εμφανίζεται ως ένα πρωτόγονο στοιχείο ανάμεσα στη στημένη κοινωνία των Νεοζηλανδών κατοίκων και των ιθαγενών (Μαορί). Οι σκηνές όπου εμφανίζεται γυμνός να καθαρίζει το πιάνο ή όταν κρυμμένος κάτω από αυτό χαϊδεύει το πόδι της Ada μέσα από μία μικρή τρύπα που έχει η κάλτσα της, είναι φορτισμένες με μεγάλες δόσεις ερωτισμού, ίσως όπως μόνο μία γυναίκα θα μπορούσε να τον αποδώσει.

Βέβαια, το εξαιρετικό επίτευγμα της σκηνοθέτιδας Jane Campion είναι ότι έχει γράψει ένα πολύ ρομαντικό σενάριο (κέρδισε το όσκαρ σεναρίου) κι έχει σκηνοθετήσει άξια μία απίστευτα συναισθηματική ταινία δίχως ίχνος μελοδραματισμού. Ο φακός της παρατηρεί πράγματα που μόνο το γυναικείο μάτι ίσως να πρόσεχε. Εστιάζεται σε παράξενες γωνίες και αντικείμενα: από τη μία σε μεγαλόπνοα πλάνα με το πιάνο μόνο στην παραλία και πελώρια κύματα να σκάνε γύρω του, και αμέσως μετά σε σύντομα πλάνα που δείχνουν το αγχώδες ανέμισμα μια βεντάλιας ή το νευρικό κράτημα μιας απλής κούπας τσάι. Από τη μία η λάσπη, η βρωμιά, η αγγλική “εξευγενισμένη κοινωνία”, και από την άλλη το πιάνο, η μουσική, οι πρωτόγονοι Μαορί. Δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί που η συνύπαρξή τους συνθέτει το τοπίο της ανεξερεύνητης ζούγκλας που βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός των βασικών χαρακτήρων της ταινίας. Ο Stuart Dryburgh, υπεύθυνος φωτογραφίας, κατάφερε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα, αποδίδοντας τα αχανή δάση σε αποχρώσεις σκούρου μπλε και πράσινου, και φωτίζοντας τα πρόσωπα της Ada και της κόρης της με κατάχλωμες άσπρες αποχρώσεις αντίστοιχα (στην αρχή της ταινίας, κι ενώ οι Μαορί οδηγούν τις δύο πρωταγωνίστριες στο νέο τους σπίτι μέσα από την άγρια ζούγκλα, σταματάνε σε κάποιο σημείο παραπονούμενοι ότι αν συνεχίσουν από τον ίδιο δρόμο θα έρθουν αντιμέτωποι με τον χώρο ταφής των προγόνων τους -- χώρο φαντασμάτων. Την ίδια στιγμή η κάμερα εστιάζεται στα χλωμά πρόσωπα των δύο γυναικών κάνοντας απατηλούς υπαινιγμούς…)

the-piano2

Η ταινία έχει δύο μεγάλες κλιμακώσεις. Και οι δύο παρουσιάζονται με δραματικά οπερετικό τρόπο και σε αφήνουν άφωνο, προσηλωμένο στην οθόνη. Από μόνες τους θα μπορούσαν να αποτελούν σκηνές από πίνακα ζωγραφικής – όπως οι περισσότερες σκηνές στην ταινία άλλωστε. Σε συνδυασμό με την μουσική του Michael Nyman, μπορώ να πω ότι αυτό που βιώνει πλέον ο θεατής δεν είναι πλέον μια ιστορία που ξεδιπλώνεται στην οθόνη, αλλά ένα δραματικό ποίημα. Απλά δύο λόγια για τη μουσική: το soundtrack (μεγάλο best seller όταν κυκλοφόρησε η ταινία) ήταν αυτό που έκανε τον Nyman γνωστό στο ευρύ κοινό (σε αυτό το κοινό τουλάχιστον που δεν τον ήξερε από τις ταινίες του Greenaway ή που δεν ασχολείται με μοντέρνα μουσική –- αφού ήδη επρόκειτο για αρκετά καταξιωμένο συνθέτη). Η μικρή μου ένσταση είναι ότι 1-2 κομμάτια ακούγονται απλά ως αλλόκοτα μέσα στην ταινία. Είναι περίεργο να βλέπεις μία Σκοτσέζα στον 19ο αιώνα να παίζει στο πιάνο μινιμαλιστική μουσική (!!!), αντί π.χ. Σούμπερτ (για να αναφέρω έναν ρομαντικό). Ωστόσο, τέτοια είναι η συναισθηματική δύναμη του βασικού μουσικού θέματος για πιάνο, το οποίο ακούγεται κατά τη διάρκεια της ταινίας (και που μπορείτε να ακούσετε στο video στο τέλος της ανάρτησης αυτής), που πραγματικά σε συνεπαίρνει και σε πείθει ότι δεν πρόκειται για αναγνωρισμένη μουσική, αλλά μουσική που έγραψε η ίδια η Ada και βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά της (“Η μουσική είναι η ομιλία της Ada”, αναφέρει ο Nyman στις σημειώσεις που συνοδεύουν το soundtrack).

campion Μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία λοιπόν. Μοναδικό παράπονο ίσως ότι οι χαρακτήρες δεν είναι αρκετά τρισδιάστατοι. Όμως, όπως ανέφερα, η ταινία λειτουργεί με βάση το συναίσθημα πάνω απ’ όλα και σε κάνει να ξεχάσεις οτιδήποτε ατέλειες. Για μένα –και το έχω πει πολλές φορές- τα “Μαθήματα Πιάνου” είναι η πιο ποιητική ταινία που έχω δει. Πρόκειται για μια λυρική-δραματική ποίηση (σε αντίθεση π.χ. με την στοχαστική/υπερβατική ποίηση του Ταρκόφσκι, ενός μεγάλου ποιητή της 7ης τέχνης). Τέτοια είναι η συναισθηματική φόρτιση της ταινίας που έχει καταφέρει να συνεπάρει όλα τα είδη κοινού και κριτικών, ενώ κάποιος θα περίμενε, π.χ., ότι ο ρομαντισμός της δεν θα ήταν  αποδεκτός από τον αντρικό πληθυσμό. Παραμένει και το αριστούργημα της Κάμπιον (το “Πορτραίτο μιας Κυρίας”, αν και πολύ καλό καταπιάνεται με ένα μεγαλειώδες έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πιο δύσκολα πείθει για το είδος του, ενώ το “In the Cut” ήταν απλά… πρόχειρο). Αναμένεται φυσικά να δούμε τη νέα ταινία της Κάμπιον, την ερχόμενη σεζόν, η οποία έχει πάρει ήδη καλές κριτικές.

Το "Μαθήματα Πιάνου" δίκαια άξιζε το βραβείο καλύτερης ταινίας στις Κάννες το 1993. Είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία-αριστούργημα βουτηγμένη στην ποίηση και σε έναν εξωτικό κόσμο, όπου τα συναισθήματα παίρνουν διαστάσεις παραμυθιού.


Προσωπική Αξιολόγηση: 8,5 / 11

Δυστυχώς το youtube δεν μου επιτρέπει να κάνω embed το εξής video, αλλά προτείνω σε όλους να δούνε μία από τις ομορφότερες σκηνές στην ταινία. Είναι η στιγμή που η Ada (Holly Hunter) έχει ήδη παρακαλέσει τον Baines (Harvey Keitel) να πάρει αυτήν και την κόρη της γι άλλη μια φορά στην παραλία που έχουν παρατήσει το πιάνο, όπου και παίζει μέχρι το βράδυ. Πραγματική μαγεία...

Thursday, June 25, 2009

Belle de Jour

(Η Ωραία της Ημέρας)
belle_de_jour

Τίτλος: Belle de Jour (1967) (Η Ωραία της Ημέρας)
Σκηνοθέτης: Luis Buñuel
Παραγωγή: 1967

Έξοχη ταινία. Θυμάμαι είχα πρωτοδεί το Belle de Jour, σε μία επανέκδοση πριν κάποια χρόνια. Το ξαναείδα πρόσφατα και δεν περίμενα να μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση (σκεπτόμενος ότι μάλλον δεν είναι από τις καλύτερες του Buñuel, αν και ομολογουμένως είναι η πιο προσιτή του).

Η Catherine Deneuve –δεν θυμάμαι να την έχω δει πιο γοητευτική- υποδύεται την Séverine Serizy, μια ευσεβή, αριστοκρατική γυναίκα που ζει σε ένα πολυτελές διαμέρισμα με τον γοητευτικό χειρούργο σύζυγό της και φαντασιώνεται ερωτικές σκηνές σαδομαζοχισμού και ταπείνωσης. Σύντομα θα αποφασίσει να εργαστεί κρυφά σε οίκο ανοχής τα απογεύματα, κάνοντας έτσι μία διπλή ζωή.

belledejoubedr

Η ερμηνεία της Deneuve είναι η καλύτερη μάλλον που έχω δει από την ίδια κι αυτό γιατί ο ρόλος της αριστοκρατικής, συγκρατημένης πόρνης πολυτελείας της ταιριάζει γάντι (!!!) Η μεταμόρφωσή της όταν θα ερωτευθεί τον επικίνδυνο εγκληματία Marcel (άλλη μία έξοχη ερμηνεία από τον Pierre Clementi) είναι άξια θαυμασμού για το πως καταφέρνει να αλλάξει εσωτερικά, παραμένοντας φαινομενικά η ίδια! Για μένα αυτό είναι το μεγαλείο της πραγματικά εξαιρετικής ερμηνείας: σχεδόν αδιάκριτες αλλαγές στον τρόπο συμπεριφοράς του ηθοποιού, που σε πείθουν αυτομάτως ότι έχει γίνει μία εσωτερική μεταμόρφωση, χωρίς ωστόσο αυτή η αλλαγή να είναι ορατή στο ανεξοικείωτο μάτι του μέσου θεατή!

Ο Buñuel με στωική, απέριττη σκηνοθεσία, αποφεύγει κάθε συναισθηματισμό και υπερβολή και μπαίνει κατευθείαν στην ουσία. Μοναδικό τέχνασμα, που ξεφεύγει από την αποστασιοποιημένη κινηματογραφική του αντικειμενικότητα, οι σκηνές ερωτικών φαντασιώσεων που συνοδεύονται από τον ήχο των αλόγων που σέρνουν το κάρο, και που με τη σειρά τους δημιουργούν μία ονειρική ατμόσφαιρα, τρομακτική και ψυχρή ταυτόχρονα. Και σε αυτό το σημείο να κάνω και μία αναφορά στο χιτσκοκικό σασπένς που δημιουργεί ο σκηνοθέτης και πραγματικά σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας.

Belle_de_jourkeyhole

Το να πει κανείς ότι το νόημα της ταινίας είναι η αποτύπωση της πτώσης της μπουρζουαζίας και της καλής κοινωνίας, είναι σαν να μειώνει το έργο σε αυτονόητα κλισέ. Η ταινία έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος και πιστεύω ότι δεν μπορεί να αγγίξει όλους τους ανθρώπους: συγκεκριμένα δεν απευθύνεται σε άτομα σεμνότυφα και συντηρητικά που δεν παραδέχονται καν τις φαντασιώσεις τους. Είναι για ένα πιο ελίτ κοινό, πιο διανοούμενο, το οποίο συμπεριλαμβάνει και τον φιλήδονο θεατή (ή καλύτερα τον φιλήδονο, αλλά σεξουαλικά καταπιεσμένο άνθρωπο).

Το Belle de Jour είναι μία πολύ κομψή και αριστοκρατική ταινία από αισθητική άποψη. Κρύβει όμως τη σκληρή πραγματικότητα μιας πέτρινης, άκαρδης θα λέγαμε ηδονής, της σαρκικής επαφής με το άγνωστο και αντίθετο από αυτό που είμαστε. Ορίζει την (αυτο)ταπείνωση ως αναγκαιότητα για μία υγιή ερωτική ζωή. Η απιστία και το ψέμα είναι απαραίτητα πλέον για την εξισορρόπηση μιας συζυγικής ζωής, ακόμα κι όταν αγαπάς τον σύντροφό σου: μόνο έτσι μπορείς να του προσφέρεις τον αληθινό σου εαυτό. Ακούγονται προκλητικά όλα αυτά; Το Belle de Jour σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να επιτέλους να δεις την ηρωίδα του ευτυχισμένη. Δεν είναι μία απλά καλή ταινία, είναι ένα εξαιρετικό έργο τέχνης δοσμένο με κρύα χειμερινά χρώματα, από έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη και με μία αξέχαστη ερμηνεία από την κορυφαία Catherine Deneuve. 

Προσωπική Αξιολόγηση: 9 / 11
Σκηνή από την ταινία: η Catherine Deneuve υποδέχεται τον πρώτο της πελάτη – κάπως άτσαλα και αποτυχημένα…

Wednesday, June 3, 2009

Dancer in the Dark

Τίτλος: Dancer in the Dark

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2000

Ξεκινώντας να πω ότι ο Lars von Trier έιναι ένας σκηνοθέτης που θαυμάζω για την τόλμη του και τους ριψοκίνδυνους πειραματισμούς του με τον κινηματογράφο, και ένας καλλιτέχνης του οποίου τα έργα περιμένω κάθε φορά με έντονη ανυπομονησία (και η αλήθεια είναι ότι κάθε ταινία του μου αφήνει κάτι το διαφορετικό).

Έχοντας πει τα παραπάνω, να τονίσω ότι όσοι δεν έχετε ξαναδεί ταινία του Lars von Trier είναι καλύτερα να ξεκινήσετε από το Breaking the Waves (Δαμάζοντας τα Κύματα). Το Dancer in the Dark ναι μεν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 2000, αλλά δίχασε τους κριτικούς. Συγκεκριμένα είχε την ίδια αποδοχή που έτυχε και η νέα ταινία του σκηνοθέτη (Αντίχριστος) στο φετινό φεστιβάλ: γιουχαΐσματα και χειροκρότημα. Βέβαια στο φετινό φεστιβάλ ο Lars von Trier αυτοανακηρύχθηκε ως “ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!”, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Προσωπικά θυμάμαι ότι η δική μου εμπειρία την πρώτη φορά που είδα το Dancer in the Dark στο σινεμά ήταν μοναδική: πρώτη φορά είχα βιώσει συναισθήματα θλίψης και πόνου τόσο έντονα, όσο έβλεπα την ταινία.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Bjork στο ρόλο μιας φτωχής μητέρας από την πρώην Τσεχοσλοβακία που σταδιακά χάνει το φως της. Γι αυτό κι έχοντας μετακομίσει στην Αμερική ως εργάτρια σε εργοστάσιο, προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για την εγχείρηση του γιού της (μας εξηγεί ότι η ασθένεια της είναι κληρονομική). Η Selma (όπως και ονομάζεται ο χαρακτήρας που υποδύεται η Bjork) λατρεύει τα musicals (αυτό λειτουργεί και ως πρόφαση για τον σκηνοθέτη ώστε να μετατρέψει την ταινία σε ένα πειραματικό musical). Κατά τη διάρκεια της ταινίας λοιπόν, η Selma θα πέσει θύμα απίστευτης εκμετάλλευσης, όπως συνηθίζει άλλωστε να μεταχειρίζεται ο σκηνοθέτης τις πρωταγωνίστριές του τα τελευταία χρόνια. Διστακτική αλλά πρόθυμη φίλη της που της συμπαραστέκεται είναι η Catharine Deneuve (ναι καλά διαβάσετε) στο ρόλο επίσης της μετανάστριας που δουλεύει στο ίδιο εργοστάσιο (ναι, κι αυτό καλά το διαβάσετε).. Στην πορεία η Selma θα κατηγορηθεί για φόνο και θα δικαστεί, θα περάσει πολλά μαρτύρια και αμέτρητα ψέματα θα ειπωθούν εις βάρος της. Σε αυτό το σημείο να πω ότι το σενάριο χαρακτηρίστηκε από τους επικριτές της ταινίας ως υλικό σαπουνόπερας, και με την άποψη αυτή θα συμφωνήσω 100%.

dancer_in_the_dark_2000_685x385


Οι ερμηνείες είναι άκρως αλλόκοτες. Η Bjork υποδύεται την Τσέχα που εργάζεται στην Αμερική και έχει βρετανική προφορά! Η προφορά της Catharine Deneuve είναι σαφώς γαλλική, ενώ τον μικρό που υποδύεται τον γιο της Bjork τον διακρίνει μία κάπως σλάβικη προφορά. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά –και όπως συμφωνούν και αρκετοί Αμερικάνοι θεατές- η ταινία δεν σε πείθει ότι διαδραματίζεται στην Αμερική. Πράγμα λογικό, αφού τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στη Σουηδία και τη Δανία. Αναλογίζεστε λοιπόν ότι επικρατεί ένα πολιτισμικό κομφούζιο και πραγματικά σε κάνει να σκέφτεσαι κατά πόσο μπορεί ένας σκηνοθέτης να υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού: ποιος καλλιτέχνης πραγματικά μπορεί να πιστεύει ότι θα μπορούσε να πείσει το κοινό τόσο για τις ταυτότητες των χαρακτήρων του όσο και για το φυσικό περιβάλλον της ταινίας;

Όσο για το γεγονός ότι πρόκειται για ταινία που τηρεί τους κανόνες του Dogme95 (φυσικός φωτισμός, όχι μακιγιάζ, χειροκίνητη κάμερα, κτλ.) είναι απίστευτα ριψοκίνδυνη η απόφαση του Lars von Trier να γυρίσει την ταινία σαν musical. Τα χορευτικά δεν πείθουν και υπάρχει ακόμα και έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στους χορευτές που δεν περνάει απαρατήρητη. Τα τραγούδια της Bjork δεν δένουν ούτε με τα αμερικάνικα μιούζικαλ που η ίδια θαυμάζει, ούτε με το γενικότερο περιβάλλον της ταινίας. Πέρα από τις πρόχειρες χορογραφίες η ταινία έχει μια πληθώρα από τεχνικά λάθη: τα μαλλιά της πρωταγωνίστριας σε κάποιες πολύ άσχημες μονταρισμένες σκηνές αλλάζουνε εμφανώς θέση σε κλάσματα δευτερολέπτου, ενώ υπάρχει πρόβλημα ανάμεσα στον συγχρονισμό του ήχου και αυτά που λένε οι χαρακτήρες. Το τελευταίο συμβαίνει επειδή κάποιοι ρόλοι παίζονται από Σουηδούς ηθοποιούς οι οποίοι μετά ξαναηχογραφήθηκαν από φωνές Αμερικάνων ηθοποιών. Και περισσότερα ακόμα “λάθη”: υποτίθεται ότι και η Bjork και η Deneuve υποδύονται δύο αλλοδαπές μετανάστριες και πραγματικά προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα αγγλικά τους δεν είναι καλά. Ωστόσο ο διάλογος είναι συχνά αφύσικος, αφού μπορεί μέσα στην ίδια πρόταση να χρησιμοποιήσουν τα πιο απλά αγγλικά και ξαφνικά να αναφέρουν τις πιο εξειδικευμένες εκφράσεις!

Η Bjork κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά (σύμφωνα με τα λεγόμενα της) που έπαιξε σε ταινία. Η συμπεριφορά της χαρακτηρίστηκε αντιεπαγγελματική αφού είναι αλήθεια ότι τόλμησε να αποχωρήσει κάποια στιγμή από το set χωρίς να δώσει εξηγήσεις, μόνο για να επιστρέψει ξανά τρεις μέρες αργότερα (φήμες θέλουν την Catharine Deneuve εξοργισμένη από τη συνεργασία της μαζί της). Προσωπικά βρίσκω τις ερμηνείες από τον κάθε ηθοποιό υπερβολικές όσο δεν χωράει άλλο. Και γι αυτό μάλλον ευθύνεται ο σκηνοθέτης, βάζοντας τους πρωταγωνιστές τους συχνά να κοιτάνε το κενό όσο μιλάνε, ακολουθώντας εύκολες λύσεις που συχνά συναντάμε σε φθηνές δραματικές τηλεπαραγωγές, ενώ επιμένει να κάνει zoom τονίζοντας κάθε σημαντική σκηνή, υποτιμώντας για άλλη μια φορά τη νοημοσύνη του θεατή και την ικανότητά του να προσέξει ο ίδιος τις λεπτομέρειες επί της οθόνης.

Επειδή όμως ήδη αναφέρθηκα στην υποτίμηση νοημοσύνης, νομίζω ότι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ψυχική εκμετάλλευση που είναι αναγκασμένος να υποστεί ο θεατής κατά τη διάρκεια της ταινίας. Όπου ο Lars von Trier χρησιμοποιεί κάθε μελοδραματικό τρικ για να συγκινήσει τον θεατή, να τον κάνει να νιώσει πραγματικά μάρτυρας του πιο μισάνθρωπου κόσμου, μέχρι που θα τον αναγκάσει να κλάψει. Για μένα αυτός ο ψυχικός καταναγκασμός είναι το χειρότερο στοιχείο της ταινίας και ντρέπομαι να ομολογήσω ότι την πρώτη φορά που είδα την ταινία στο σινεμά έπεσα θύμα του (στο τέλος θυμάμαι να φεύγω από την αίθουσα ράκος…)

Η ταινία άρεσε και αρέσει σε πολύ κόσμο. Οι φαν της Bjork τη λατρεύουν, το ίδιο και οι “σινεφίλ” που ενδιαφέρονται για πειραματικό σινεμά. Νομίζω είναι σημαντικό όμως να κρίνουμε την ταινία με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με το πόσο μας συγκίνησε (και παραδέχομαι για άλλη μια φορά ότι καμιά ταινία δεν με είχε συγκινήσει τόσο την πρώτη φορά που την είδα): πρόκειται για μία αντικειμενικά κακογυρισμένη ταινία (από τεχνική άποψη), αισθητικά χαμηλού επιπέδου, με υπερβολικές ερμηνείες που δεν πείθουν, χωρίς σαφή προσανατολισμό, με έντονες τις διαθέσεις του σκηνοθέτη για τη συναισθηματική εκμετάλλευση του θεατή. Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην τέχνη έχει μεγάλη σημασία η ειλικρίνεια με την οποία ο καλλιτέχνης φανερώνει την αλήθεια στο κοινό. Όπως συμβαίνει με πολλούς avant-garde καλλιτέχνες, πρόκειται για ένα έργο που δίνει την εντύπωση ότι δημιουργήθηκε για να προκαλέσει και να σπάσει κάποια καλούπια, με έναν επιφανειακό και ανειλικρινή τρόπο, χωρίς να καταφέρνει τελικά να μετουσιωθεί σε νέο είδος ή πρότυπο.

Προσωπική Αξιολόγηση: –6 / 11

ΥΓ. Για την βαθμολογία μου: είχα βάλει σε μία ταινία του Shyamalan –4/11. Όμως το Dancer in the Dark είναι κατώτερου επιπέδου, και δεν αναφέρομαι σε προσωπικούς ενδοιασμούς που μπορεί να έχω, αλλά ακόμα και αν το κρίνω μόνο από το τεχνικό του μέρος, το οποίο ενδείκνυται για αντικειμενική κριτική.

Απόσπασμα από την ταινία:

Monday, May 25, 2009

Κάννες 2009: Συγχαρητήρια στον Μ. Χάνεκε!

hanekeAward Ο Μίκαελ Χάνεκε μεγάλος νικητής, με τον Χρυσό Φοίνικα.

Το φετινό Φεστιβάλ Καννών χαρακτηρίστηκε ως η επιστροφή του καλού σινεμά, αφού χρόνια τώρα είχαν να συγκεντρωθούν τόσο σπουδαίοι auters σε έναν διαγωνισμό. Μεγάλος νικητής ο Michael Haneke που με την ταινία του Das Weisse Band (Η Λευκή Κορδέλα) κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα. Πέρα από την υψηλή ποιότητα των διαγωνιζόμενων ταινιών όμως, το φεστιβάλ συζητήθηκε αρκετά και για την προκλητικότητα τους.

Και ποιος πιο προκλητικός από τον Λαρς φον Τριερ; Η ταινία του Αντίχριστος σόκαρε κοινό και κριτικούς και αντιμετωπίστηκε κατά τη διάρκεια της προβολής της με γιουχαΐσματα, σφυρίγματα, φωνές και 4 λιποθυμίες. Και σαν μην έφτανε αυτό, η αφιέρωση της ταινίας στον Ταρκόφσκι φαίνεται ότι εξόργισε ακόμα περισσότερο τους κριτικούς. Πάντως η ταινία κατάφερε να «κερδίσει» ένα αντί-βραβείο: Το Ecumenical Prize δίνεται κάθε χρόνο σε ταινίες που προωθούν ανθρωπιστικές και πνευματικές αξίες. Ωστόσο, ο πρόεδρος της οικουμενικής επιτροπής φέτος αποφάσισε να κατηγορήσει την ταινία του Τριέρ λέγοντας, «Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μετά από αυτό που προκαλεί αυτή η ταινία…Είναι η πιο ‘μισογυνιστική’ ταινία, από τον αυτοαποκαλούμενο μεγαλύτερο σκηνοθέτη του κόσμου». (Ο ίδιος ο Λαρς φον Τρίερ πρόσφατα δήλωσε ότι δεν θα μπει στη διαδικασία να δικαιολογήσει την ταινία του, επειδή είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!!!) Πάντως η ταινία έφυγε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την Charlotte Gainsbourg.

anticr Εικόνα από τον Αντίχριστο του Λαρς φον Τριέρ.

Άλλη ταινία που προκάλεσε αντιδράσεις στους κριτικούς ήταν το Inglourious Basterds του Tarantino. Η ταινία πήρε από καλές μέχρι πολύ κακές κριτικές, με τον Peter Bradshaw της Guardian να το χαρακτηρίζει ως απίστευτα βαρετό και χωρίς νόημα, ενώ για τον Brad Pitt που πρωταγωνιστεί στην ταινία, μίλησε για την χειρότερη ερμηνεία του μέχρι σήμερα. O συμπρωταγωνιστής του όμως, ο Αυστριακός Christoph Waltz κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Μετά τις κριτικές της ταινίας, ο Ταραντίνο δεν παρευρέθηκε στην τελετή απονομής.

Αίσθηση έκανε η ταινία του Jacques Audiard's Un Prophète η οποία πήρε πολύ καλές κριτικές από παντού γι αυτό και πολύ τη θεώρησαν το φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, αν και τελικά έφυγε με το Μεγάλο Βραβείο.

Έκπληξη ήταν το βραβείο σκηνοθεσίας στον Brillante Mendoza για την ταινία Kinatay, ενώ αισθητή ήταν η αποτυχία της ταινίας Bright Star της Jane Campion (Μαθήματα Πιάνου) να πάρει κάποιο βραβείο. Παρόμοια, χλιαρή μεταχείριση από την επιτροπή έτυχε και η νέα ταινία του Almodovar. Με αποδοκιμασία από τον Τύπο αντιμετωπίστηκε η βράβευση με το Βραβείο Επιτροπής του Thirst του Park Chan-Wook (Old Boy) και του Fish Tank της Andrea Arnold.

Επίσης, να αναφέρουμε την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, Κυνόδοντας, που κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο καλύτερης ταινίας στην κατηγορία Un Certain Regard (Ένα Κάποιο Βλέμμα)!

Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι πολλοί κριτικοί και δημοσιογράφοι έμειναν έκπληκτοι με την βράβευση του Χάνεκε με τον Χρυσό Φοίνικα, αφού δεν περίμεναν να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Έχω ήδη αναφέρει ότι είχα προβλέψει την νίκη του Χάνεκε, και αυτό δεν ήταν δύσκολη υπόθεση: για κάποιον που παρακολουθεί τις βραβεύσεις του φεστιβάλ κάθε χρόνο, μπορεί εύκολα να διακρίνει συγκεκριμένες τακτικές που ακολουθεί η επιτροπή. Υπάρχουν κάποια μεγάλα ονόματα στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που παίρνουν μέρος στον διαγωνισμό συχνά με σκοπό να αποσπάσουν το πρώτο βραβείο, και κάποια στιγμή θα το πετύχουν. Πόσο μάλλον όταν αυτοί οι σκηνοθέτες έχουν φτάσει τόσο κοντά στην πηγή, σε προηγούμενα φεστιβάλ, κερδίζοντας είτε το Μεγάλο Βραβείο ή το Βραβείο της Επιτροπής ή το FIPRESCI (και μια και το έφερε ο λόγος, ο Haneke απέσπασε και το FIPRESCI φέτος). Ενδεικτικά να αναφέρω τον Αγγελόπουλο, τον Κουστουρίτσα, τον Λαρς φον Τριέρ και τώρα η σειρά του Χάνεκε. Σκηνοθέτες που κερδίζοντας ένα από τα μεγάλα βραβεία, ήταν ένα βήμα πριν τον Χρυσό Φοίνικα (ο οποίος θα ακολουθούσε με την επόμενή τους ταινία). Χωρίς να θέλω να αφήσω να εννοηθεί ότι ο Χάνεκε δεν άξιζε το βραβείο. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές και προσωπικά δεν έχω κρύψει ποτέ ότι για μένα είναι ο σημαντικότερος εν ζωή σκηνοθέτης. Συγχαρητήρια λοιπόν στον Michael Haneke και σε ένα Φεστιβάλ που ειδικά φέτος είχε πολλές ποιοτικές ταινίες να αναδείξει.

Δείγμα της άψογης φωτογραφίας που υπόσχεται η νικήτρια ταινία του Χάνεκε.

Sunday, May 24, 2009

Καννες 2009: Τα βραβεία!


Μόλις ανακοινώθηκαν τα βραβεία για το φετινό Φεστιβάλ Καννών 2009.

Όπως πολύ σωστά είχα προβλέψει στην προηγούμενη ανάρτησή μου (και στα σχόλια) τον Χρυσό Φοίνικα πήρε ο Haneke με το Das Weisse Band.

To μεγάλο βραβείο στον Audiard, για την ταινία του Un Prophete, που ήταν φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα.

Θα ακολουθήσει ενημερωμένη ανάρτηση σε λίγες ώρες. Προς το παρόν εδώ η λίστα με όλες τις βραβεύσεις.

Την άποψη μου για τον Hanake την έχω ξαναπεί: ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της εποχής μας! Οπότε και φυσικά και χάρηκα για την αναγνώρισή του, για την οποία ήμουν και σίγουρος χωρίς να δω την ταινία.

Monday, April 27, 2009

Κάνες 2009: Υποψηφιότητες

Cannes-film-festival

Πριν μόλις λίγες μέρες ανακοινώθηκαν στην επίσημη ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Κανών οι υποψήφιες ταινίες για τον Χρυσό Φοίνικα. Το Φεστιβάλ θα διαρκέσει από 13-24 Μαΐου και νομίζω ότι είχα αρκετό καιρό να δω τόσο σπουδαίους σκηνοθέτες μαζί. Από τις υποψήφιες ταινίες (μπορείτε να δείτε ολόκληρη τη λίστα εδώ) ξεχωρίζω τις ακόλουθες.


pedro_almodovar Pedro Almodovar Los Abrazos Rotos (trailer)
Με πρωταγωνίστρια την Penelope Cruz, ο Almodovar γυρίζει μία ερωτική ταινία στο στυλ των αμερικάνικων ταινιών των 50s. Η ταινία έχει ήδη κάνει πρεμιέρα στην Ισπανία.


janecampion Jane Campion - Bright Star (οfficial website)
Μετά το ατυχές In the Cut, η σκηνοθέτιδα επιστρέφει στις ταινίες περιόδου και διηγείται τον έρωτα ανάμεσα στον ποιητή John Keats και την Fanny Brawne.


mhk Michael Haneke - Das Weisse Band
Με το Cache πήρε το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες το 1995, και δεδομένου ότι πρόεδρος της κριτικής επιτροπής φέτος είναι η Isabelle Huppert, ίσως να είναι επιτέλους η σειρά του και για τον Χρυσό Φοίνικα. Πρόκειται για μια ταινία για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα. "Οι βάναυσες τιμωρίες μαθητών σε υπαίθριο σχολείο στη βόρεια Γερμανία το 1913" είναι η σύνοψη που μας δίνει το imdb για το σενάριο της ταινίας.


ang_lee_image Ang Lee - Taking Woodstock (trailer )
Κωμωδία αυτή τη φορά, από τον σκηνοθέτη-χαμαιλέοντα που με κάθε ταινία του φαίνεται να αλλάζει στυλ. Αυτή τη φορά η ταινία του αναφέρεται στο περίφημο φεστιβάλ.


tarantino Quentin Tarantino - Inglourious Basterds (trailer )
Με αυτόν τον επιτηδευμένα λανθασμένο τίτλο συναγωνίζεται η τελευταία ταινία του Tarantino. Όπου κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, μια ομάδα Εβραίων αποφασίζει να εκδικηθεί βίαια τους Ναζί. Με πρωταγωνιστή τον Brad Pitt.


31391_von-trier-lars Lars Von Trier - Antichrist (trailer)
Ένα ζευγάρι που αντιμετωπίζει προβλήματα στη σχέση του αποδρά στο εξοχικό τους στο δάσος για να αναθεωρήσει τη σχέση τους... Με τον Willem Dafoe στον πρωταγωνιστικό ρόλο.


Και μερικά σχόλια...

Χαίρομαι κάθε φορά να βλέπω ταινία του Almodovar -- ειδικά σε αυτή την περίπτωση οι απαιτήσεις μου είναι υψηλές, αφού αρχικές κριτικές κάνουν λόγο για ομοιότητα της τελευταίας του ταινίας με το Όλα για τη Μητέρα Μου. Δεν λέω, καλές ήταν και οι μετέπειτα ταινίες του σκηνοθέτη, απλά ένιωθα πως δεν απογειωνόντουσαν.


Για την Jane Campion. Δεν μου άρεσε (ούτε στην πλειοψηφία των κριτικών) το In the Cut. Πρόκειται για τις σημαντικότερες όμως γυναίκες στον χώρο και οι ταινίες εποχής είναι το ατού της (υπενθυμίζω τα Μαθήματα Πιάνου και το Πορτραίτο μιας Κυρίας). Υποκειμενικά τώρα, έχω και μία αδυναμία στη συγκεκριμένη σκηνοθέτιδα και το στυλιζαρισμένο κινηματογραφικό της σύμπαν.


Για τον Haneke τώρα τι να πω, κάθε ταινία του και ένα αριστούργημα (με εξαίρεση το Funny Games που δεν μπορώ να το πάρω στα σοβαρά). Ίσως ο πιο σημαντικός σκηνοθέτης στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή και σίγουρα μία προσωπικότητα που θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως ογκόλιθος. Πολύ πιθανό αυτή τη φορά να πάρει το Χρυσό Φοίνικα αφού σχεδόν πάντα είναι στο "τσακ". Και όπως είπα είναι και το πλεονέκτημα της Huppert ως προέδρου της επιτροπής (υπενθυμίζω ότι η Ηuppert έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με Haneke αφού πρωταγωνίστησε και στη Δασκάλα του Πιάνου και στο Η Ώρα του Λύκου, έχοντας μάλιστα βραβευτεί για την ερμηνεία της στο πρώτο).


Για τον Ang Lee δεν ξέρω τι να πω. Είναι ο σκηνοθέτης που έχει κάνει τόσο διαφορετικές ταινίες μεταξύ τους (Sense and Sensibility, Hulk, Brokeback Mountain, Crouching Tiger Hidden Dragon, Lust Caution...) που πραγματικά δεν ξέρεις ποτέ τι να περιμένεις. Αποκλείεται να είναι άσχημη η νέα του ταινία (αφού οι προηγούμενες δουλειές τους ήταν πάρα πολύ καλές), απλά το θέμα με ξενίζει κάπως.. Θα δούμε...


Ο Tarantino δεν συγκαταλέγεται στους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Είναι διασκεδαστικές οι ταινίες του (αν μπορείς να αποκαλέσεις διασκεδαστική τη βία), άλλα ως εκεί. Παραδέχομαι ωστόσο ότι ορισμένες δουλειές του περιέχουν δείγματα μιας συναισθηματικής ωρίμανσης (Pulp Fiction, Jackie Brown). Ριψοκίνδυνο το θέμα που διαλέγει, οπότε επιφυλάσσομαι. Αν και εν τέλει μάλλον θα αρέσει στο κοινό, άλλωστε ο ίδιος έχει τεράστιο fan club.


Τέλος για τον Lars von Trier, περιμένω με ανυπομονησία. Δεν μπορώ να πω ότι κάποια ταινία του με άφησε με ανοιχτό το στόμα -- μάλιστα μερικές τις βρήκα ενοχλητικές, βλ. Dancer in the Dark και Dogville (η τελευταία για το δογματικό φινάλε, κατά τα άλλα τη βρίσκω αριστουργηματική). Ωστόσο θαυμάζω την τόλμη του και περιμένω από αυτόν ένα πραγματικό αριστούργημα.

 

Αυτά τα λίγα. Σε λιγότερο από ένα μήνα θα ξέρουμε και τα αποτελέσματα. Πάντως το σίγουρο είναι ότι η χειμερινή κινηματογραφική σεζόν στην Ελλάδα θα έχει ιδιαίτερο ενδαφέρον με ταινίες τέτοιου επιπέδου.