Showing posts with label Antonioni. Show all posts
Showing posts with label Antonioni. Show all posts

Wednesday, October 14, 2009

La Notte

NotteCov «Μα κάθε φορά που ετοιμάζομαι να επικοινωνήσω με κάποιον, η αγάπη εξαφανίζεται.»
- Valentina (Monica Vitti)


Τίτλος: La Notte (Η Νύχτα)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1961


Τι σκέφτονται άραγε οι ήρωες του Αντονιόνι όταν παρατηρούν τους άλλους ανθρώπους; H Lidia (Jeanne Moreau) περπατά μόνη στους άδειους δρόμους του Μιλάνου. Δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Ένας εργάτης φαίνεται να τρώει το κολατσιό του ακουμπώντας την πλάτη του σε έναν τοίχο. Η Lidia σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, τον παρατηρεί. Όταν αυτός γυρίσει και την κοιτάξει αυτή τον προσπερνά, μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσει το κεφάλι της και να τον περιεργαστεί γι άλλη μια φορά. Ο λόγος άγνωστος. Τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή της ηρωίδας; Γιατί περιεργάζεται τον κόσμο, ακόμα και τον ίδιο τον σύζυγό της λες και βλέπει για πρώτη φορά άνθρωπο; Τι προσπαθεί να «διαβάσει»; Την ίδια νύχτα σε ένα κοσμικό πάρτι, στον κήπο βρίσκεται μια γάτα ανάμεσα στο πλήθος, στέκεται σαν στήλη άλατος, κοιτάζοντας έντονα ένα μικρό άγαλμα απέναντι της. «Κοιτάζει αυτό το άγαλμα όλη τη νύχτα», θα πει η οικοδέσποινα στη Lidia κάποια στιγμή αναφερόμενη στη γάτα. «Ποιος ξέρει τι σκέφτεται; Ίσως και να το περιμένει να ζωντανέψει... Οι γάτες είναι παράξενες...» Οι παραπάνω δύο σκηνές δεν διαρκούν παρά μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα, σε σημείο που ο θεατής μπορεί καν να μην τις προσέξει, αφού πρόκειται για λεπτομέρειες. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες μιας καθημερινής μέρας που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αλλά εν τέλει ίσως και να είναι άμεσα συνδεδεμένες, αποτελώντας μυστηριώδεις αλλεπάλληλους υπαινιγμούς για την ύπαρξή μας, μέσα σε ένα δαιδαλώδες σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι το ένα και το αυτό είτε διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, είτε απλά 24 ώρες.

Το La Notte (που πράγματι διαδραματίζεται μέσα σε ένα 24ωρο) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι για την αποξένωση και έλλειψη επικοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις: το L' Avventura (Η Περιπέτεια) είναι η πρώτη ταινία, ακολουθεί το La Notte (Η Νύχτα), και η τριλογία κλείνει με το L' Eclisse (H Έκλειψη), κριτική της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δύο είναι οι κεντρικοί ήρωες στην ταινία: Η προαναφερθείσα Lidia, τον ρόλο της οποίας υποδύεται εκφραστικότατα η Jeanne Moreau, και ο σύζυγός της, ο πετυχημένος συγγραφέας Giovanni Pontano (Marcello Mastroianni). Ταιριάζει γάντι στον Mastroianni ο ρόλος του γοητευτικού και μελαγχολικού, διανοούμενου γυναικοκατακτητή (!). Νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες ερμηνείες του, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας τα βάθη της προσωπικότητάς του ρόλου που υποδύεται παραμένουν ένα αίνιγμα: λατρεύει τις νυχτερινές εξορμήσεις και τις ωραίες γυναίκες, παρορμητικός, αλλά ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικός, ενώ τα μάτια του προδίδουν μια κάποια μελαγχολία. Ο χαρακτήρας του συνοψίζεται με τα ίδια τα λόγια του σε μία μεταφορική ιστορία που διηγείται σε μία θαυμάστριά του: «Θα σου πω την ιστορία ενός ερημίτη, ενός διανοούμενου φυσικά, τρεφόταν μόνο με δροσοσταλίδες, μέχρι που έφτασε στην πόλη...όπου δοκίμασε κρασί και κατέληξε αλκοολικός.»

NotteFinale

Σε αντίθεση με τον Giovanni, η Lidia φαίνεται συνεχώς να αποφεύγει τον κόσμο. Και όταν έρχεται τελικά σε επαφή μαζί του προτιμά να τον παρατηρεί σιωπηλή. Η ταινία ξεκινά με το ζευγάρι να επισκέπτεται έναν ετοιμοθάνατο φίλο τους στο νοσοκομείο. Εκεί είναι η Lidia αυτή που δεν θα αντέξει την κατάσταση του ασθενούς και θα βγει έξω για να κλάψει. Ο σύζυγός της, αντιθέτως, όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά αποχωρώντας από το νοσοκομείο δεν θα διστάσει να αφεθεί στα χάδια μιας ανεξέλεγκτης ασθενούς που θα τον παρασύρει στο δωμάτιό της. Με αυτή την μυστηριώδη και κάπως αρρωστημένη σκηνή ο Αντονιόνι μας προδιαθέτει για την συγκεχυμένη, παρορμητική προσωπικότητα του Giovanni και μας προετοιμάζει για τις επόμενες πράξεις του.

Καθώς η μέρα κυλά αργά, η Lidia θα περιπλανιέται στους δρόμους του Μιλάνου -αφού θα έχει πρώτα "δραπετεύσει" από μία αποπνικτική παρουσίαση του βιβλίου του Giovanni- παρατηρώντας αδιάκοπα σαν μικρό παιδί τα διάφορα μέρη και τον κόσμο που συναντά. Η φυγή της από την βιβλιοπαρουσίαση και η βόλτα που θα την οδηγήσει στο να διαλύσει τον καβγά μιας συμμορίας, τονίζουν τον τρόπο με την οποίο η ηρωίδα αρνείται να παραδεχθεί (ή να αποδεχθεί) την υποκρισία και την έλλειψη ανθρωπιάς γύρω της. Άραγε αποτελεί αφορμή για αυτή της την στάση η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο της ή την απασχολούσε κάτι βαθύτερο από πριν;

NotteDancer
Η μέρα θα φύγει και τους δυο πρωταγωνιστές θα τους βρει η νύχτα μαζί με την απότομη απόφαση της ηρωίδας να δεχτεί την πρόταση για ένα κοσμικό πάρτι (κάτι που αρχικά είχε αρνηθεί). Το κλίμα της αποξένωσης που κυριαρχούσε στο πρώτο μισό της ταινίας, δεν φαίνεται να υποχωρεί στο δεύτερο μισό που διαδραματίζεται ανάμεσα σε πολλούς καλεσμένους, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, στο πάρτι της υπερπολυτελούς έπαυλης ενός εφοπλιστή. Οι δύο πρωταγωνιστές θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Giovanni θα επιχειρήσει να αναμειχθεί και να γνωρίσει νέο κόσμο. Η Lidia, από την άλλη, βρίσκεται την περισσότερη ώρα μόνη και αποφεύγει οποιαδήποτε γνωριμία. Ακόμα και όταν μία φίλη της της προτείνει να την συστήσει σε έναν γοητευτικό άνδρα, αυτή αρνείται πεισματικά και σηκώνεται να φύγει. Αν και η Lidia θα συναντήσει ξανά τυχαία τον ίδιο άνδρα, κι ενώ φαίνεται να της αρέσει, θα συνεχίσει να τρέχει μακριά του, σαν να θέλει να αποφύγει οποιαδήποτε έντονη σχέση, όχι μόνο μαζί του αλλά με οτιδήποτε ζωντανό. Ωστόσο, η ίδια η Lidia είναι αυτή που θα παροτρύνει τον Giovanni να γνωρίσει μία όμορφη καλλονή η οποία φαίνεται να πλήττει ολομόναχη μες στην έπαυλη όσο οι άλλοι διασκεδάζουν έξω στον κήπο. Αυτή η καλλονή που ακούει στο όνομα Valentina (Monica Vitti) θα υπάρξει το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της ταινίας. Πολλά θα διαδραματιστούν σε αυτό το νυχτερινό πάρτι και δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω εδώ, αφού η μαγεία στις ταινίες του Antonioni έγκειται ακριβώς στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης πλοκής, όπου ο θεατής θα περίμενε με αγωνία να δει την εξέλιξή της.

NotteTrois
Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τον θεατή να εντρυφήσει στην απλή καθημερινότητα των δύο ηρώων του χωρίς να ανοίγει τελείως τα χαρτιά του για τις εμμονές που απασχολούν τους χαρακτήρες τους. Μέσα από λήψεις και τοποθετήσεις της κάμερας με γεωμετρική αυστηρότητα και ακρίβεια (τεχνικές που θα βρούνε την ωρίμανση τους στην Έκλειψη), θα κάνει παραλληλισμούς ανάμεσα στη διαμόρφωση του χώρου -άλλοτε άδειου και κενού και άλλοτε μες στο χάος του πλήθους και των αυτοκινήτων- και του ψυχισμού των ηρώων του. Πολύ έξυπνη και η χρήση του ήχου: στο πρώτο μισό της ταινίας ακούμε απειλητική φασαρία από ελικόπτερα, ρουκέτες, αυτοκίνητα, και σταδιακά, καθώς πέφτει η νύχτα, jazz μελωδίες θα αρχίσουν να συνθέτουν τη φιλάρεσκη ατμόσφαιρα των νυχτερινών γνωριμιών που ως συνήθως μυρίζουν προσδοκία.

Από τις ταινίες της τριλογίας, το La Notte είναι κατά τη γνώμη μου αυτή όπου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον θεατή και να τον κάνει να νιώσει τα αόρατα ρεύματα της αποξένωσης είναι πιο διακριτική και ειλικρινής: τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαίσθητα ακόμα και στον μυημένο σινεφίλ. Επιπλέον, είναι πιστεύω η ταινία που περιέχει περισσότερο συναίσθημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο, αν και αυτό φυσικά αφήνεται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, που στην πορεία γίνονται τρεις, φαίνονται να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα άτομα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν και πέφτουν θύματα παρορμητικών αποφάσεων και επιλογών: ο καθένας μοιάζει να βρίσκεται (ή να είχε βρεθεί) με το σωστό άτομο στο λάθος χώρο, τη λάθος στιγμή. Αυτό που αρχικά ξεκινά σαν μία συνάντηση όλο προσδοκία, συχνά καταλήγει να φαίνεται μάταιο και ρηχό. Πρόκειται για μία κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν που περιγράφει η όμορφη Valentina όταν εξομολογείται, «Ένιωθα δυστυχισμένη αυτή τη βραδιά, αλλά το παιχνίδι μας μου 'φτιαξε το κέφι, τώρα όμως η δυστυχία εισχωρεί πάλι μέσα μου σαν τη μελαγχολία ενός σκύλου.»

Προσωπική Αξιολόγηση: 10 / 11


Ο Giovanni (M. Mastroianni) με τη σύζυγό του Lidia (J. Moreau). Και η νύχτα μόλις έχει ξεκινήσει.

Thursday, August 20, 2009

L’ Eclisse

eclisseP

“Δύο άνθρωποι δεν θα έπρεπε να γνωρίζονται πολύ καλά αν θέλουν να ερωτευθούν. ..Αλλά τότε ίσως να είναι καλύτερα να μην ερωτευθούν καν…”

Vittoria (Monica Vitti), απευθυνόμενη στον Piero (Alain Dellon)












Τίτλος: L’ Eclisse (H Έκλειψη)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1962

Δεν δημιουργούνται πλέον τέτοιες ταινίες. Και για να μην γίνομαι υπερβολικός: δημιουργούνται, αλλά ίσως από 2-3 σκηνοθέτες μόνο, αραιά και που. Το L’Eclisse του Αντονιόνι ανήκει στην (ανεπίσημη) τριλογία που σκηνοθέτησε στις αρχές του ‘60, με θέμα την αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων και την έλλειψη επικοινωνίας. Επίκαιρο θέμα δεν θα έλεγα ότι είναι, αφού το ζήτημα της έλλειψης επικοινωνίας υπήρχε ανέκαθεν στην ιστορία της ανθρωπότητας και δεν συνιστά αυξανόμενο φαινόμενο όπως δείχνουν τα σημάδια των καιρών (τεχνολογία, παγκοσμιοποίηση, καπιταλισμός, κτλ.) και όπως είναι της μόδας να πιστεύουμε. Ίσως απλά ο άνθρωπος να είναι γεννημένος ως ον ανίκανο να επικοινωνήσει ουσιαστικά με άλλα ανθρώπινα όντα, και να είναι ένας από τους στόχους του να επιτύχει αυτή την επικοινωνία με απώτερο σκοπό την πνευματική του ανάπτυξη.

Ας μιλήσω όμως και για την ταινία καθαυτή. Οι τίτλοι ξεκινούν με χαρούμενη χορευτική μουσική να τους συνοδεύει, μέχρι που η ίδια μελωδία σταδιακά σβήνει για να αντικατασταθεί από απόκοσμους, μυστηριώδεις ήχους πιάνου. Η ταινία ξεκινά και βλέπουμε ένα πανέμορφο ζευγάρι μέσα στο μοντέρνο διαμέρισμα τους, σε ένα πλούσιο προάστιο της Ρώμης: την όλο χάρη Vittoria (Monica Vitti) με τον πολύ γοητευτικό Riccardo (Francisco Rabal). Μετά βίας ανταλλάσσουν ορισμένες κουβέντες και αναφέρονται σε μία συζήτηση που φαίνεται να κράτησε όλο το βράδυ και που οδήγησε την Vittoria στην απόφαση της να χωρίσουν. Το παραπάνω το διαπιστώνει ο θεατής με τον πιο παράξενο τρόπο, αφού οι ήρωες πλανώνται στον χώρο χωρίς να κοιτάνε ο ένας τον άλλον, μιλάνε ελάχιστα ως καθόλου και η κάμερα του Αντονιόνι διαλέγει παράξενες, γεωμετρικές οπτικές γωνίες για να μας αποδώσει την απόσταση μεταξύ τους. Χαρακτηριστική (και άκρως εντυπωσιακή) είναι μία σκηνή όπου η Vittoria παρατηρεί τον Riccardo να κάθεται σε μία καρέκλα στο γραφείο εντελώς ακίνητος, με στητά όρθια την πλάτη και τα χέρια ακουμπισμένα στα πόδια του, σαν άγαλμα κυριολεκτικά, να κοιτά μπροστά το κενό. Η Vittoria περνά από μπροστά του και ο ίδιος δεν ανοιγοκλείνει καν τα βλέφαρα, είναι λες και ζει σε ένα δικό του χωροχρόνο τη στιγμή εκείνη. Τότε η Vittoria πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, κοιτάζεται στον καθρέφτη και με φρίκη κρύβει το πρόσωπο της σαν να θέλει να ξεφύγει. “Με αγαπάς; Πότε έπαψες να μ’αγαπάς;”, θα ρωτήσει κάποια στιγμή ο Riccardo σαν να ξυπνάει από το κώμα του, όπου η Vittoria θα του απαντήσει δύο φορές, “Δεν ξέρω.”


1962-monica-vitti-e-alain-delon-sul-set-di-l-eclisse-11018


Η παραπάνω σκηνή άνετα μπορεί να αποδώσει το κλίμα που διέπει αυτή την αριστουργηματική ταινία-μελέτη πάνω στις ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις. Κι ας μην προσπαθεί ο Αντονιόνι να μας δώσει στοιχεία για το τι πραγματικά συμβαίνει, τις αιτίες αυτής της αποξένωσης.

Η ταινία βέβαια έχει και τα θορυβώδη και πληθωρικά τμήματά της και αυτά λαμβάνουν μέρος στο χρηματιστήριο της Ρώμης, όπου παρακολουθούμε εκατοντάδες κόσμο να κάνει τις συναλλαγές των μετοχών του μέσα σε ένα κλίμα που πιο πολύ ζούγκλα θυμίζει παρά οργανωμένο χώρο όπου συναλλάσσονται άνθρωποι. Ο κόσμος φαίνεται να βάζει τα δυνατά του για να κερδίσει την περιουσία του, ένα αδιάκοπο παιχνίδι που ούτε ο θάνατος δεν σταματά (όπως με πολύ ωραίο τρόπο μας παρουσιάζει ο Αντονιόνι σε μια σκηνή). Παραδόξως, όταν αφορά τα προσωπικά κέρδη του, ο άνθρωπος φαίνεται να βάζει τα δυνατά του να επικοινωνήσει με τους άλλους, κάτι που δεν ισχύει στον ίδιο χώρο και στην ίδια στιγμή, όταν δεν υπάρχει το προσωπικό όφελος. Έτσι και η αδυναμία της μητέρας της Vittoria να την ακούσει και να την καταλάβει.

Ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο επίσης γοητευτικός Alain Dellon στο ρόλο του χρηματιστή Piero, που όπως του λέει και η Vittoria σε κάποια στιγμή φαίνεται να μη μπορεί να σταθεί ακίνητος ούτε για ένα λεπτό, αφού τέτοια είναι η δουλειά του στον αγχωτικό τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ο ίδιος ένας αδίστακτος playboy (δεν θα αργήσει να παρατήσει κυριολεκτικά στον δρόμο την κοπέλα με την οποία βγαίνει, μόνο και μόνο επειδή άλλαξε το χρώμα των μαλλιών της), που όμως έχει την ικανότητα και την ανάγκη να αγαπήσει. Ο κόσμος του Piero είναι ένας κόσμος τόσο ξένος για την Vittoria. Η εμμονή του Αντονιόνι με το ξένο είναι διάχυτη σε αυτή του την ταινία. Κάποια στιγμή, αφού έχει χωρίσει με τον Riccardo, η Vittoria θα επισκεφθεί μία γειτόνισσα από την Κένυα. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι της τελευταίας πραγματικά μεταφέρει τον θεατή σε μία άλλη ήπειρο, με αποκορύφωμα τον ξέφρενο αφρικανικό χορό της Vittoria, μασκαρεμένη σαν ιθαγενής.

antonioni_420


Οι παραπάνω εικόνες μπορεί να φαντάζουν στον αναγνώστη που δεν έχει δει την ταινία ως αλλόκοτες και αταίριαστες – και θα ήταν αν δεν επρόκειτο για την απίστευτη μαεστρία του Αντονιόνι. Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με έναν απλό σκηνοθέτη αλλά με έναν auteur στην ιστορία του κινηματογράφου.

Οι εικόνες αυτές θα συνεχίσουν να τονίζουν τη σχέση (η καλύτερα τη μη-σχέση) των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, γι αυτό και ο σκηνοθέτης επιμένει να τονίζει γεωμετρικά σχήματα: οι “ουρές” που αφήνουν τα αεροπλάνα στον ουρανό, οι συμμετρικές οικοδομές, οι παράλληλοι δρόμοι, τα σταυροδρόμια, μία μισοτελειωμένη οικοδομή, η ρυμοτομία της Ρώμης όπως φαίνεται πανοραμικά από το αεροπλάνο.

Ο Αντονιόνι λοιπόν φροντίζει να επικεντρωθεί περισσότερο στο φυσικό περιβάλλον των ηρώων σε συνάρτηση με το πως κινούνται και ενεργούν μέσα σε αυτό. Γι αυτό και ο διάλογος δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις ενέργειες τους, παρά μόνο ελάχιστα. Καθώς συζητά με την φίλη της από την Κένυα, η Vittoria θα πει, “Εδώ τα πάντα είναι δύσκολα… Ακόμα και η αγάπη”, αναφερόμενη στην οργανωμένη ζωή μιας μεγαλούπολης, ενώ πρωτύτερα θα εκμυστηρευθεί, “Υπάρχουν στιγμές που το να κρατάς μία κλωστή και βελόνα, ή ένα βιβλίο, ή έναν άνδρα – είναι όλες το ίδιο.”

Η παραπάνω πρόταση μετουσιώνει το κλίμα όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας αλλά και των υπόλοιπων της τριλογίας του Αντονιόνι. Όπου οι γυναίκες φαίνονται συνεχώς να προσπαθούν να αρνηθούν τα ερωτικά καλέσματα των ανδρών, και αφού εν τέλει ενδώσουν, προσπαθούν να δραπετεύσουν. Ο λόγος άγνωστος, μένει στον θεατή και το πως ερμηνεύει τη σκηνοθεσία του Αντονιίονι για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Στη συγκεκριμένη ταινία, προς το τέλος, η Vittoria και ο Piero φαίνονται επιτέλους να ζουν τον έρωτα τους, σαν μικρά παιδία, κυλιούνται στο πάτωμα, φιλιούνται και ανανεώνουν το ραντεβού της για την επόμενη μέρα και την μεθεπόμενη, και για κάθε μέρα, όπως οι ίδιοι λένε. Μόνο που δευτερόλεπτα αργότερα, καθώς θα έχουν αποχαιρετιστεί, ο φακός του σκηνοθέτη θα εστιάσει στα πρόσωπα τους όπου ξαφνικά η αίσθηση χαράς και αγαλλίασης έχει αντικατασταθεί από έναν αόριστο μορφασμό ματαιότητας. Πώς είναι δυνατόν μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων να αλλάξει και την χαρά να κυριεύσει η αβεβαιότητα, ο φόβος και η ματαιότητα; Νομίζω ότι κάθε ώριμος άνθρωπος που έχει εμπλακεί σε σοβαρή σχέση έστω και μία φορά στη ζωή του μπορεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση… Ή μήπως όχι;

eclissestreet


Το φινάλε της ταινίας είναι και η ιδιόμορφη κατάληξη του τι έχει προηγηθεί. Ένας άγνωστος άνδρας κατεβαίνει από το λεωφορείο διαβάζοντας στην εφημερίδα για τα την εύθραυστη κατάσταση της ειρήνης - κάτι που δεν αναφέρθηκε διόλου κατά τη διάρκεια της ταινίας, αλλά το κλίμα αποξένωσης που φωτογραφίζει ο Αντονιόνι τα τελευταία 8 λεπτά της ταινίας, χωρίς κανένα διάλογο σε προϊδεάζουν για κάτι φριχτό: τρομακτικά πρόσωπα περαστικών στο δρόμο, άνθρωποι που μοιάζουν χαμένοι, κτίρια και δρόμοι χωρίς ψυχή, ένα γεμάτο βαρέλι με νερό να έχει τρυπήσει και να αδειάζει αργά…. Η “εξέλιξη” της αποξένωσης φαίνεται να απλώνεται πέρα από τις ερωτικές σχέσεις, και το μέλλον βουτηγμένο στο σκοτάδι να φωτίζεται μόνο από μία ηλεκτρική λάμπα.

Ίσως η καλύτερη στιγμή του Αντονιόνι, ένα αριστούργημα που επιβεβαιώνει πόσο μεγαλειώδης μπορεί να είναι η Τέχνη και πως ο σημερινός κινηματογράφος (με απειροελάχιστες εξαιρέσεις) αποτυγχάνει παταγωδώς να καταφέρει κάτι παρόμοιο.

Προσωπική Αξιολόγηση: 9,8 / 11*

*Στο σχόλια παρακάτω εξηγώ το 9.8 (το οποίο αρχικά ήταν 10).

Η σκηνή του αφρικάνικου χορού: