Showing posts with label 10/11. Show all posts
Showing posts with label 10/11. Show all posts

Friday, April 30, 2010

Le Notti di Cabiria

 nights-of-cabiria


Τίτλος: Οι Νύχτες της Καμπίρια (Le Notti di Cabiria)

Σκηνοθέτης: Federico Fellini

Παραγωγή: 1957

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να γράψω γι αυτή την ταινία, γιατί οποιαδήποτε απόπειρα προσέγγισης πιστεύω θα μπορούσε να μειώσει την ουμανιστική της αξία. Όμως δεν άντεξα, σκέφτηκα ότι αν γράφοντας γι' αυτήν μπορέσω να πείσω έστω και έναν άνθρωπο να την δει, τότε αξίζει!

Το σενάριο ακούγεται απλό: παρακολουθούμε διάφορες στιγμές από τη ζωή της Καμπίρια – μιας αφελούς, αλλά πολύ συμπαθούς πόρνης που ζει στη παράγκα της σε ένα φτωχικό προάστιο της Ρώμης.  Τη μία κακουχία διαδέχεται η άλλη, καθώς η Καμπίρια γνωρίζει διάφορους άνδρες που την εκμεταλλεύονται. Ουσιαστικά φαίνεται σαν όλος ο κόσμος να είναι στραμμένος εναντίον της. Ακόμα και στιγμές που για άλλους είναι στιγμές ξεγνοιασιάς και διασκέδασης, για την ίδια είναι εφιάλτης: στη μέση της ταινίας παρακολουθούμε την Καμπίρια να μπαίνει σε ένα θέατρο για να δει μία παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού, πιστεύοντας ότι έτσι θα ξεχάσει τα προβλήματά της. Ωστόσο τη στιγμή που πάει να καθίσει στη θέση της, ο ταχυδακτυλουργός θα τη σηκώσει στη σκηνή όπου, αφού την υπνωτίσει, δεν θα διστάσει να την εξευτελίσει μπροστά σε ένα κοινό που δεν διστάζει να γελάει με τα καμώματά της στη σκηνή. Πραγματικά είναι λες και δεν υπάρχει ούτε καν μία άσπρη μέρα για την δύσμοιρη Καμπίρια.

notti-di-cabiria-le-17557

Η προσωπικότητα της Καμπίρια σκιαγραφείται και ξεδιπλώνεται μέσα από λεπτομέρειες: το γλυκόπικρο χαμόγελο της, τις κάλτσες μέχρι τον αστράγαλο, τον μελαγχολικό ενθουσιασμό της για τη ζωή των πλούσιων, τη συμπόνια της για τους φτωχούς, την περηφάνια της για το σπιτικό της (στην κυριολεξία τίποτα περισσότερο από μία παράγκα). Ο χαρακτήρας της δεν θα μπορούσε να είναι πιο αγνός μέσα σε όλη την αφέλειά του. Η ανάγκη της "ηρωίδας" για στοργή και αποδοχή διαφαίνεται με κάθε κίνησή της, είτε κρατάει αγκαλιά μια κότα είτε έναν σκύλο. Ακούγονται μελοδραματικά κι όμως δεν είναι. Ο Φελίνι ξέρει πώς να αποφύγει το μελόδραμα και τις εύκολες συγκινήσεις ακόμα κι όταν η ταινία ανασαίνει μέσα από την τόσο μεσογειακά ανθρώπινη μουσική του Νίνο Ρότα.

Σε πολλές ταινίες του ο Φελλίνι φαίνεται να ενδιαφέρεται για το πώς οι χαρακτήρες του -τους οποίους παρουσιάζει ως απλούς, καλοκάγαθους ανθρώπους οι οποίοι  ζούνε σε έναν  σκληρό κόσμο όπου κυριαρχεί το χρήμα, οι υλικές και σαρκικές απολαύσεις-, πώς αυτά τα ίδια άτομα ουσιαστικά ζητούν οι ίδιοι την εξιλέωση και το νόημα της ύπαρξής τους. Δύο σκηνές ξεχωρίζουν στις Νύχτες της Καμπίρια ως προοίμιο αυτής της εσωτερικής αναζήτησης και πνευματικής αφύπνισης: η πρώτη όταν η Καμπίρια θα συναντήσει έναν καλό Σαμαρείτη τα ξημερώματα, ο οποίος μοιράζει ρούχα και τρόφιμα σε φτωχούς που ζούνε σε σπηλιές (!!!) «Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτή τη δουλειά», θα ρωτήσει η Καμπίρια. «Ούτε κι εγώ ξέρω», θα απαντήσει ο ίδιος. Μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι ένα από τα περιστατικά που θα σταθούν αφορμή για να προβληματίσουν την Καμπίρια και να βγάλουν πιο κοντά στην επιφάνεια τον φιλεύσπλαχνο εαυτό της, ή καλύτερα, να την κάνουν να αναζητήσει ένα νόημα στη ζωή της, το όποιο ίσως και να κρύβεται στο υποσυνείδητο όλων μας (όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Καμπίρια). Αργότερα στην ταινία, όταν η Καμπίρια αποφασίζει να επισκεφθεί με μία φίλη της ένα μοναστήρι, θα πει αρχικά, «Τι να ζητήσω, αφού τα έχω όλα!"», ενώ αργότερα θα αποφασίσει να ζητήσει «τη χάρη της Παναγίας».

sett040725h

Μες στη φτώχεια της και τα προβλήματά της η Καμπίρια θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα, όλοι άνδρες, που εμφανίζονται σαν από μηχανής Θεοί για να την βγάλουν από τη μιζέρια της, όλοι ωστόσο φαίνονται να θέλουν να την εκμεταλλευτούν. Μέσα σε όλη αυτή την εκμετάλλευση και γελοιοποίηση, σε μία σημαντική σκηνή στην ταινία, θα γνωρίσει τον Όσκαρ ο οποίος θα παρουσιαστεί ως ένας νέος άγγελος εξ ουρανού και ως σωτήρας της Καμπίρια, μιας και φαινομενικά είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους άνδρες που έχει γνωρίσει: ευγενικός, στοργικός, ευαίσθητος και δείχνει να νοιάζεται πραγματικά για την Καμπίρια ως άνθρωπο, μιας και αδιαφορεί να μάθει καν για το επάγγελμα της.

Η ταινία ξεχωρίζει για την απίστευτα ανθρώπινη και συγκινητική ερμηνεία της Giuletta Massina (σύζυγο του Φελίνι) η οποία βραβεύτηκε και με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις Κάννες το 1957. Πιστεύω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να δει αυτή την ταινία χωρίς έπειτα να τον έχει στοιχειώσει το αισιόδοξα πονεμένο χαμόγελο της Καμπίρια! Δεύτερος αυτουργός, φυσικά, ο ίδιος ο Φελλίνι. Ευαίσθητη σκηνοθεσία χωρίς να είναι μελοδραματική, ουμανιστική προσέγγιση που αποφεύγει κάθε δογματισμό αλλά βασίζεται στην καθημερινότητα απλών ανθρώπων, λιτά αλλά ωραία πλάνα που δεν βαραίνουν τη γήινη αισθητική της ταινίας. Κυρίως όμως έκπληξη προκαλεί (όπως και στις υπόλοιπες ταινίες του Φελλίνι) πως ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φέρει μαζί τόσους διαφορετικούς κόσμους, διαφορετικά μέρη (είτε πρόκειται για ελιτίστικα νυχτερινά κλαμπ, είτε για εξοχικά μοναστήρια) και διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, πλάθοντας έναν άκρως ρεαλιστικό κόσμο, και πείθοντάς μας εν τέλει ότι αυτές οι διάφορες δεν μπορούν να είναι παρά μόνο επιφανειακές…

Η ταινία αυτή με άγγιξε βαθύτητα με τον ουμανισμό και την αμεσότητά της. Μπορεί να μην έχει να κάνει με εγκεφαλικό κινηματογράφο, ούτε με Μπεργκμανικούς διαλόγους, ούτε με μία υπερβατική πνευματικότητα, ούτε με άκρατο λυρισμό - για να αναφέρω μερικά από τα είδη των ταινιών που έχω παρουσιάσει σε αυτό το ιστολόγιο. Έχει να κάνει όμως με ένα από τα πιο δύσκολα και βασικά "εμπόδια" στη ζωή μας: την ικανότητά μας να νιώθουμε άνθρωποι και την απίστευτη δύναμη που κατέχουμε να υπερπηδάμε κάθε εμπόδιο. Κορυφαία στιγμή για τον Φελλίνι και τέτοια είναι η συναισθηματική αμεσότητα της ταινίας που δεν μπορώ παρά να την βαθμολογήσω πρώτα με την καρδιά μου και να της βάλω 10. Πρόκειται για μία ταινία που ο καθένας θα έπρεπε να δει για να θυμηθεί τις συναισθηματικές αδυναμίες μας και τις δυνατότητές μας.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:    10  / 11

Αν θέλετε να πάρετε μία γεύση από το εκπληκτικό soundtrack του Νίνο Ρότα δείτε το κλιπάκι που ακολουθέι με φωτογραφίες από την ταινία:

Wednesday, October 14, 2009

La Notte

NotteCov «Μα κάθε φορά που ετοιμάζομαι να επικοινωνήσω με κάποιον, η αγάπη εξαφανίζεται.»
- Valentina (Monica Vitti)


Τίτλος: La Notte (Η Νύχτα)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1961


Τι σκέφτονται άραγε οι ήρωες του Αντονιόνι όταν παρατηρούν τους άλλους ανθρώπους; H Lidia (Jeanne Moreau) περπατά μόνη στους άδειους δρόμους του Μιλάνου. Δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Ένας εργάτης φαίνεται να τρώει το κολατσιό του ακουμπώντας την πλάτη του σε έναν τοίχο. Η Lidia σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, τον παρατηρεί. Όταν αυτός γυρίσει και την κοιτάξει αυτή τον προσπερνά, μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσει το κεφάλι της και να τον περιεργαστεί γι άλλη μια φορά. Ο λόγος άγνωστος. Τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή της ηρωίδας; Γιατί περιεργάζεται τον κόσμο, ακόμα και τον ίδιο τον σύζυγό της λες και βλέπει για πρώτη φορά άνθρωπο; Τι προσπαθεί να «διαβάσει»; Την ίδια νύχτα σε ένα κοσμικό πάρτι, στον κήπο βρίσκεται μια γάτα ανάμεσα στο πλήθος, στέκεται σαν στήλη άλατος, κοιτάζοντας έντονα ένα μικρό άγαλμα απέναντι της. «Κοιτάζει αυτό το άγαλμα όλη τη νύχτα», θα πει η οικοδέσποινα στη Lidia κάποια στιγμή αναφερόμενη στη γάτα. «Ποιος ξέρει τι σκέφτεται; Ίσως και να το περιμένει να ζωντανέψει... Οι γάτες είναι παράξενες...» Οι παραπάνω δύο σκηνές δεν διαρκούν παρά μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα, σε σημείο που ο θεατής μπορεί καν να μην τις προσέξει, αφού πρόκειται για λεπτομέρειες. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες μιας καθημερινής μέρας που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αλλά εν τέλει ίσως και να είναι άμεσα συνδεδεμένες, αποτελώντας μυστηριώδεις αλλεπάλληλους υπαινιγμούς για την ύπαρξή μας, μέσα σε ένα δαιδαλώδες σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι το ένα και το αυτό είτε διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, είτε απλά 24 ώρες.

Το La Notte (που πράγματι διαδραματίζεται μέσα σε ένα 24ωρο) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι για την αποξένωση και έλλειψη επικοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις: το L' Avventura (Η Περιπέτεια) είναι η πρώτη ταινία, ακολουθεί το La Notte (Η Νύχτα), και η τριλογία κλείνει με το L' Eclisse (H Έκλειψη), κριτική της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δύο είναι οι κεντρικοί ήρωες στην ταινία: Η προαναφερθείσα Lidia, τον ρόλο της οποίας υποδύεται εκφραστικότατα η Jeanne Moreau, και ο σύζυγός της, ο πετυχημένος συγγραφέας Giovanni Pontano (Marcello Mastroianni). Ταιριάζει γάντι στον Mastroianni ο ρόλος του γοητευτικού και μελαγχολικού, διανοούμενου γυναικοκατακτητή (!). Νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες ερμηνείες του, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας τα βάθη της προσωπικότητάς του ρόλου που υποδύεται παραμένουν ένα αίνιγμα: λατρεύει τις νυχτερινές εξορμήσεις και τις ωραίες γυναίκες, παρορμητικός, αλλά ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικός, ενώ τα μάτια του προδίδουν μια κάποια μελαγχολία. Ο χαρακτήρας του συνοψίζεται με τα ίδια τα λόγια του σε μία μεταφορική ιστορία που διηγείται σε μία θαυμάστριά του: «Θα σου πω την ιστορία ενός ερημίτη, ενός διανοούμενου φυσικά, τρεφόταν μόνο με δροσοσταλίδες, μέχρι που έφτασε στην πόλη...όπου δοκίμασε κρασί και κατέληξε αλκοολικός.»

NotteFinale

Σε αντίθεση με τον Giovanni, η Lidia φαίνεται συνεχώς να αποφεύγει τον κόσμο. Και όταν έρχεται τελικά σε επαφή μαζί του προτιμά να τον παρατηρεί σιωπηλή. Η ταινία ξεκινά με το ζευγάρι να επισκέπτεται έναν ετοιμοθάνατο φίλο τους στο νοσοκομείο. Εκεί είναι η Lidia αυτή που δεν θα αντέξει την κατάσταση του ασθενούς και θα βγει έξω για να κλάψει. Ο σύζυγός της, αντιθέτως, όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά αποχωρώντας από το νοσοκομείο δεν θα διστάσει να αφεθεί στα χάδια μιας ανεξέλεγκτης ασθενούς που θα τον παρασύρει στο δωμάτιό της. Με αυτή την μυστηριώδη και κάπως αρρωστημένη σκηνή ο Αντονιόνι μας προδιαθέτει για την συγκεχυμένη, παρορμητική προσωπικότητα του Giovanni και μας προετοιμάζει για τις επόμενες πράξεις του.

Καθώς η μέρα κυλά αργά, η Lidia θα περιπλανιέται στους δρόμους του Μιλάνου -αφού θα έχει πρώτα "δραπετεύσει" από μία αποπνικτική παρουσίαση του βιβλίου του Giovanni- παρατηρώντας αδιάκοπα σαν μικρό παιδί τα διάφορα μέρη και τον κόσμο που συναντά. Η φυγή της από την βιβλιοπαρουσίαση και η βόλτα που θα την οδηγήσει στο να διαλύσει τον καβγά μιας συμμορίας, τονίζουν τον τρόπο με την οποίο η ηρωίδα αρνείται να παραδεχθεί (ή να αποδεχθεί) την υποκρισία και την έλλειψη ανθρωπιάς γύρω της. Άραγε αποτελεί αφορμή για αυτή της την στάση η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο της ή την απασχολούσε κάτι βαθύτερο από πριν;

NotteDancer
Η μέρα θα φύγει και τους δυο πρωταγωνιστές θα τους βρει η νύχτα μαζί με την απότομη απόφαση της ηρωίδας να δεχτεί την πρόταση για ένα κοσμικό πάρτι (κάτι που αρχικά είχε αρνηθεί). Το κλίμα της αποξένωσης που κυριαρχούσε στο πρώτο μισό της ταινίας, δεν φαίνεται να υποχωρεί στο δεύτερο μισό που διαδραματίζεται ανάμεσα σε πολλούς καλεσμένους, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, στο πάρτι της υπερπολυτελούς έπαυλης ενός εφοπλιστή. Οι δύο πρωταγωνιστές θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Giovanni θα επιχειρήσει να αναμειχθεί και να γνωρίσει νέο κόσμο. Η Lidia, από την άλλη, βρίσκεται την περισσότερη ώρα μόνη και αποφεύγει οποιαδήποτε γνωριμία. Ακόμα και όταν μία φίλη της της προτείνει να την συστήσει σε έναν γοητευτικό άνδρα, αυτή αρνείται πεισματικά και σηκώνεται να φύγει. Αν και η Lidia θα συναντήσει ξανά τυχαία τον ίδιο άνδρα, κι ενώ φαίνεται να της αρέσει, θα συνεχίσει να τρέχει μακριά του, σαν να θέλει να αποφύγει οποιαδήποτε έντονη σχέση, όχι μόνο μαζί του αλλά με οτιδήποτε ζωντανό. Ωστόσο, η ίδια η Lidia είναι αυτή που θα παροτρύνει τον Giovanni να γνωρίσει μία όμορφη καλλονή η οποία φαίνεται να πλήττει ολομόναχη μες στην έπαυλη όσο οι άλλοι διασκεδάζουν έξω στον κήπο. Αυτή η καλλονή που ακούει στο όνομα Valentina (Monica Vitti) θα υπάρξει το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της ταινίας. Πολλά θα διαδραματιστούν σε αυτό το νυχτερινό πάρτι και δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω εδώ, αφού η μαγεία στις ταινίες του Antonioni έγκειται ακριβώς στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης πλοκής, όπου ο θεατής θα περίμενε με αγωνία να δει την εξέλιξή της.

NotteTrois
Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τον θεατή να εντρυφήσει στην απλή καθημερινότητα των δύο ηρώων του χωρίς να ανοίγει τελείως τα χαρτιά του για τις εμμονές που απασχολούν τους χαρακτήρες τους. Μέσα από λήψεις και τοποθετήσεις της κάμερας με γεωμετρική αυστηρότητα και ακρίβεια (τεχνικές που θα βρούνε την ωρίμανση τους στην Έκλειψη), θα κάνει παραλληλισμούς ανάμεσα στη διαμόρφωση του χώρου -άλλοτε άδειου και κενού και άλλοτε μες στο χάος του πλήθους και των αυτοκινήτων- και του ψυχισμού των ηρώων του. Πολύ έξυπνη και η χρήση του ήχου: στο πρώτο μισό της ταινίας ακούμε απειλητική φασαρία από ελικόπτερα, ρουκέτες, αυτοκίνητα, και σταδιακά, καθώς πέφτει η νύχτα, jazz μελωδίες θα αρχίσουν να συνθέτουν τη φιλάρεσκη ατμόσφαιρα των νυχτερινών γνωριμιών που ως συνήθως μυρίζουν προσδοκία.

Από τις ταινίες της τριλογίας, το La Notte είναι κατά τη γνώμη μου αυτή όπου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον θεατή και να τον κάνει να νιώσει τα αόρατα ρεύματα της αποξένωσης είναι πιο διακριτική και ειλικρινής: τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαίσθητα ακόμα και στον μυημένο σινεφίλ. Επιπλέον, είναι πιστεύω η ταινία που περιέχει περισσότερο συναίσθημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο, αν και αυτό φυσικά αφήνεται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, που στην πορεία γίνονται τρεις, φαίνονται να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα άτομα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν και πέφτουν θύματα παρορμητικών αποφάσεων και επιλογών: ο καθένας μοιάζει να βρίσκεται (ή να είχε βρεθεί) με το σωστό άτομο στο λάθος χώρο, τη λάθος στιγμή. Αυτό που αρχικά ξεκινά σαν μία συνάντηση όλο προσδοκία, συχνά καταλήγει να φαίνεται μάταιο και ρηχό. Πρόκειται για μία κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν που περιγράφει η όμορφη Valentina όταν εξομολογείται, «Ένιωθα δυστυχισμένη αυτή τη βραδιά, αλλά το παιχνίδι μας μου 'φτιαξε το κέφι, τώρα όμως η δυστυχία εισχωρεί πάλι μέσα μου σαν τη μελαγχολία ενός σκύλου.»

Προσωπική Αξιολόγηση: 10 / 11


Ο Giovanni (M. Mastroianni) με τη σύζυγό του Lidia (J. Moreau). Και η νύχτα μόλις έχει ξεκινήσει.

Tuesday, September 22, 2009

Såsom i en spegel

 

glasscover

 

Τίτλος: Såsom i en spegel (Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη)

Σκηνοθέτης: Ingmar Bergman

Παραγωγή: 1961


Να και κάτι που δεν βλέπουμε συχνά: στην ταινία αυτή, ο Θεός φανερώνεται στην κεντρική πρωταγωνίστρια! Σας φαίνεται ενδιαφέρον; Διαβάστε παρακάτω η καλύτερα δείτε την ταινία.

Το «Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη» σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης κινηματογραφικής περιόδου του Μπέργκμαν και ταυτόχρονα αποτελεί την πρώτη ταινία της «Τριλογίας της Σιωπής (του Θεού)». Όπως και οι υπόλοιπες δύο ταινίες της τριλογίας («Χειμερινό Φως» και «Η Σιωπή») έχουν παρομοιαστεί με έργα δωματίου (όπως και στη μουσική και στο θέατρο) λόγω της αμεσότητας τους, τη χρήση μίας βασικής ομάδας ηθοποιών, τη διαδραμάτιση σε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια κτλ. Γι αυτό και η συγκεκριμένη ταινία έχει τέσσερις πρωταγωνιστές και περιορίζεται στο πανέμορφο νησί Φάρο μέσα σε ένα 24ωρο.

Παρακολουθούμε την άφιξη ενός πατέρα, καταξιωμένου συγγραφέα,  στο νησί Faro το καλοκαίρι, όπου εκεί βρίσκονται στο εξοχικό τους τα δύο του παιδία,  η Κάριν και ο Μίνους μαζί με τον σύζυγο της πρώτης. Το κεντρικό πρόσωπο εδώ είναι η Κάριν  η οποία βυθίζεται σταδιακά στη σχιζοφρένεια και την οποία υποδύεται  ε-ξ-α-ι-ρ-ε-τ-ι-κ-ό-τ-α-τ-α η Harriet Andersson. Η ταινία εξερευνά τις σχέσεις των τεσσάρων αυτών ανθρώπων επιχειρώντας έμμεσα μία σπάνια διείσδυση στον ψυχισμό τους. Ο Μπέργκμαν, έτσι, μας ξεδιπλώνει αργά  την εφηβική αφύπνιση της σεξουαλικότητας του Μίνους, την ανιδιοτελή αγάπη του Μάρτιν, συζύγου της Κάριν και πρόθυμο να θυσιαστεί για χάρη της, τον απόμακρο πατέρα που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ασθένεια της κόρης του, και φυσικά την ίδια την Κάριν. Αυτό το πολυσύνθετο ψυχογράφημα γίνεται με έναν τόσο φυσικό και άμεσο τρόπο όπως μόνο ο Μπέργκμαν καταφέρνει, κι εδώ δεν υπερβάλλω. Οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης επιχειρούσε το remake της ταινίας θα αποτύγχανε παταγωδώς. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος…

 stairs

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τον μοναδικό Sven Nykvist ως διευθυντή φωτογραφίας να μας δίνει μάλλον την καλύτερη δουλειά του σε ταινία του Μπέργκμαν. Η κινηματογράφησή του λειτουργεί σε δύο κυρίως επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο πρόκειται για την κινηματογράφηση των προσώπων καθαυτών, είτε βρίσκονται σε πρώτο πλάνο μόνα τους, είτε απεικονίζονται στο ίδιο πλάνο σε ζευγάρια (τυπικό πλάνο του σκηνοθέτη σε όλο σχεδόν το έργο του). Ο φωτισμός του κάθε προσώπου φαίνεται να προέρχεται από διαφορετική πηγή κι αυτό γιατί μαζί με τον Μπέργκμαν, ο Nykvist καταφέρνει να περάσει στον θεατή τη διάθεση και τον εσωτερικό κόσμο των πρωταγωνιστών, απλά αλλάζοντας τον φωτισμό του προσώπου τους. Παρατηρήστε, π.χ., πως συχνά η Κάριν φαντάζει απόκοσμα χλωμή, σαν να βγήκε από το «παραμύθι» που μας περιγράφει λεκτικά όποτε την πιάνουν οι νευρικές κρίσεις της. Στο δεύτερο επίπεδο ο φωτισμός αφορά τα τοπία, κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, με κύρια συστατικά τη νυχτερινή θάλασσα, το φεγγάρι και τον μεταμεσονύκτιο ήλιο που κυριαρχεί στις όμορφες σκανδιναβικές χώρες το καλοκαίρι  (και στην περίπτωση της ταινίας, προσθέτει μία σαγηνευτικά παραμυθένια ατμόσφαιρα, όπως εισχωρεί από τα παράθυρα). Δεν θα ήταν υπερβολή να πως ότι η χρήση του φωτός το καθιστά τον πέμπτο πρωταγωνιστή της ταινίας.

glass2
Τώρα για τις ερμηνείες να πούμε ότι είναι το είδος της ερμηνείας που δεν συναντάς στο Χόλυγουντ. Συχνά ακούμε να κερδίζει το Όσκαρ ερμηνείας ο τάδε ηθοποιός για τον τάδε ρόλο και πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάτι το ξεχωριστό. Για τον θεατή όμως που έχει δει Μπέργμαν, τα Όσκαρ ερμηνείας του Χόλυγουντ φαντάζουν γελοία. Και οι τέσσερις πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τους ρόλους τους με τον πιο πειστικό τρόπο, με αποκορύφωση την Harriet Andersson που σε αφήνει άφωνο. Συχνά βλέπουμε τους πρωταγωνιστές να κοιτούν το κενό ή να βλέπουν τα άτομα απέναντί τους σαν προσπαθούν να τα διαπεράσουν, στην περίπτωση του Μπέργκμαν όμως (και κυρίως σε αυτή την ταινία) αυτό που ουσιαστικά επιχειρούν οι τέσσερις χαρακτήρες της ταινίας να κάνουν κοιτάζοντας το κενό, είναι μία μάταιη απόπειρα να κοιτάξουν πιο βαθειά μέσα τους.

glass1
Επιστρέφοντας πίσω στο σενάριο της ταινίας, νομίζω μου επιτρέπεται να μιλήσω λίγο παραπάνω γι αυτό χωρίς να αποκαλύψω πολλά…  Καταρχήν να πω ότι η ταινία ξεκινά με μία βαθειά ερμηνεία της 2ης σουίτας για τσέλο του Μπαχ που φαίνεται να ταιριάζει με τον εσωτερικό κόσμο και τον πόνο της Κάριν, ο οποίος πρέπει να πούμε ότι ξεδιπλώνεται αργά και φαίνεται να εκδηλώνεται αργά μες στη νύχτα, όταν ο μεταμεσονύκτιος ήλιος λάμπει απαλά ακόμα (στην ταινία η θάλασσα φαίνεται φωτισμένη μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο σε διάφορα δωμάτια του σπιτιού, και η φυτογραφική ατμόσφαιρα είναι τέτοια που πραγματικά είναι λες και νιώθεις την υγρή καλοκαιρινή αύρα). Το ξύπνημα της Κάριν μες στη νύχτα ξεκινά από έναν τρομακτικό ήχο κάποιου πουλιού και συνεχίζεται στην εγκαταλελειμμένη σοφίτα (το ισχνό φως να διαπερνά το σκοτάδι συνεχώς) όπου ακούει φωνές να την καλούν μέσα στον τοίχο: στον απόκρυφο αυτό κόσμο της –όπως η ίδια θα μας περιγράψει- είναι μέρος μιας ομάδας ανθρώπων που γονατισμένοι περιμένουν να ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί ο… Θεός!!! Η πόρτα θα ανοίξει κάποια στιγμή και ο Θεός θα εμφανιστεί στην Κάριν στην κλιμάκωση της ταινίας. (Αν θέλετε λοιπόν να Τον δείτε κι εσείς όπως φανερώθηκε στον Μπέργμαν και την Κάριν δεν έχετε παρά να δείτε την ταινία!)

Ένα παράξενο συναίσθημα με κάνει να θέλω να γράψω τόσα πολλά γι αυτή την ταινία, αλλά από την άλλη ο σεβασμός μου για τέτοια έργα τέχνης δεν μου το επιτρέπει. Ναι, για τόσο μεγάλο έργο πρόκειται. Το «Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη» βρίσκει τον Μπέργκμαν αλλά και τον κινηματογράφο στο απόγειό του. Η ταινία είναι άριστη από όλες τις πλευρές, υπενθυμίζοντάς μας την αναγκαιότητα της Τέχνης απέναντι στη ματαιοδοξία της ανθρώπινής ύπαρξής μας.

Προσωπική Αξιολόγηση:    10 / 11


Το γελοίο αμερικάνικο τρέιλερ ήταν το μοναδικό δυστυχώς που βρήκα: