Tuesday, September 22, 2009

Såsom i en spegel

 

glasscover

 

Τίτλος: Såsom i en spegel (Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη)

Σκηνοθέτης: Ingmar Bergman

Παραγωγή: 1961


Να και κάτι που δεν βλέπουμε συχνά: στην ταινία αυτή, ο Θεός φανερώνεται στην κεντρική πρωταγωνίστρια! Σας φαίνεται ενδιαφέρον; Διαβάστε παρακάτω η καλύτερα δείτε την ταινία.

Το «Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη» σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης κινηματογραφικής περιόδου του Μπέργκμαν και ταυτόχρονα αποτελεί την πρώτη ταινία της «Τριλογίας της Σιωπής (του Θεού)». Όπως και οι υπόλοιπες δύο ταινίες της τριλογίας («Χειμερινό Φως» και «Η Σιωπή») έχουν παρομοιαστεί με έργα δωματίου (όπως και στη μουσική και στο θέατρο) λόγω της αμεσότητας τους, τη χρήση μίας βασικής ομάδας ηθοποιών, τη διαδραμάτιση σε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια κτλ. Γι αυτό και η συγκεκριμένη ταινία έχει τέσσερις πρωταγωνιστές και περιορίζεται στο πανέμορφο νησί Φάρο μέσα σε ένα 24ωρο.

Παρακολουθούμε την άφιξη ενός πατέρα, καταξιωμένου συγγραφέα,  στο νησί Faro το καλοκαίρι, όπου εκεί βρίσκονται στο εξοχικό τους τα δύο του παιδία,  η Κάριν και ο Μίνους μαζί με τον σύζυγο της πρώτης. Το κεντρικό πρόσωπο εδώ είναι η Κάριν  η οποία βυθίζεται σταδιακά στη σχιζοφρένεια και την οποία υποδύεται  ε-ξ-α-ι-ρ-ε-τ-ι-κ-ό-τ-α-τ-α η Harriet Andersson. Η ταινία εξερευνά τις σχέσεις των τεσσάρων αυτών ανθρώπων επιχειρώντας έμμεσα μία σπάνια διείσδυση στον ψυχισμό τους. Ο Μπέργκμαν, έτσι, μας ξεδιπλώνει αργά  την εφηβική αφύπνιση της σεξουαλικότητας του Μίνους, την ανιδιοτελή αγάπη του Μάρτιν, συζύγου της Κάριν και πρόθυμο να θυσιαστεί για χάρη της, τον απόμακρο πατέρα που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ασθένεια της κόρης του, και φυσικά την ίδια την Κάριν. Αυτό το πολυσύνθετο ψυχογράφημα γίνεται με έναν τόσο φυσικό και άμεσο τρόπο όπως μόνο ο Μπέργκμαν καταφέρνει, κι εδώ δεν υπερβάλλω. Οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης επιχειρούσε το remake της ταινίας θα αποτύγχανε παταγωδώς. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος…

 stairs

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τον μοναδικό Sven Nykvist ως διευθυντή φωτογραφίας να μας δίνει μάλλον την καλύτερη δουλειά του σε ταινία του Μπέργκμαν. Η κινηματογράφησή του λειτουργεί σε δύο κυρίως επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο πρόκειται για την κινηματογράφηση των προσώπων καθαυτών, είτε βρίσκονται σε πρώτο πλάνο μόνα τους, είτε απεικονίζονται στο ίδιο πλάνο σε ζευγάρια (τυπικό πλάνο του σκηνοθέτη σε όλο σχεδόν το έργο του). Ο φωτισμός του κάθε προσώπου φαίνεται να προέρχεται από διαφορετική πηγή κι αυτό γιατί μαζί με τον Μπέργκμαν, ο Nykvist καταφέρνει να περάσει στον θεατή τη διάθεση και τον εσωτερικό κόσμο των πρωταγωνιστών, απλά αλλάζοντας τον φωτισμό του προσώπου τους. Παρατηρήστε, π.χ., πως συχνά η Κάριν φαντάζει απόκοσμα χλωμή, σαν να βγήκε από το «παραμύθι» που μας περιγράφει λεκτικά όποτε την πιάνουν οι νευρικές κρίσεις της. Στο δεύτερο επίπεδο ο φωτισμός αφορά τα τοπία, κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, με κύρια συστατικά τη νυχτερινή θάλασσα, το φεγγάρι και τον μεταμεσονύκτιο ήλιο που κυριαρχεί στις όμορφες σκανδιναβικές χώρες το καλοκαίρι  (και στην περίπτωση της ταινίας, προσθέτει μία σαγηνευτικά παραμυθένια ατμόσφαιρα, όπως εισχωρεί από τα παράθυρα). Δεν θα ήταν υπερβολή να πως ότι η χρήση του φωτός το καθιστά τον πέμπτο πρωταγωνιστή της ταινίας.

glass2
Τώρα για τις ερμηνείες να πούμε ότι είναι το είδος της ερμηνείας που δεν συναντάς στο Χόλυγουντ. Συχνά ακούμε να κερδίζει το Όσκαρ ερμηνείας ο τάδε ηθοποιός για τον τάδε ρόλο και πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάτι το ξεχωριστό. Για τον θεατή όμως που έχει δει Μπέργμαν, τα Όσκαρ ερμηνείας του Χόλυγουντ φαντάζουν γελοία. Και οι τέσσερις πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τους ρόλους τους με τον πιο πειστικό τρόπο, με αποκορύφωση την Harriet Andersson που σε αφήνει άφωνο. Συχνά βλέπουμε τους πρωταγωνιστές να κοιτούν το κενό ή να βλέπουν τα άτομα απέναντί τους σαν προσπαθούν να τα διαπεράσουν, στην περίπτωση του Μπέργκμαν όμως (και κυρίως σε αυτή την ταινία) αυτό που ουσιαστικά επιχειρούν οι τέσσερις χαρακτήρες της ταινίας να κάνουν κοιτάζοντας το κενό, είναι μία μάταιη απόπειρα να κοιτάξουν πιο βαθειά μέσα τους.

glass1
Επιστρέφοντας πίσω στο σενάριο της ταινίας, νομίζω μου επιτρέπεται να μιλήσω λίγο παραπάνω γι αυτό χωρίς να αποκαλύψω πολλά…  Καταρχήν να πω ότι η ταινία ξεκινά με μία βαθειά ερμηνεία της 2ης σουίτας για τσέλο του Μπαχ που φαίνεται να ταιριάζει με τον εσωτερικό κόσμο και τον πόνο της Κάριν, ο οποίος πρέπει να πούμε ότι ξεδιπλώνεται αργά και φαίνεται να εκδηλώνεται αργά μες στη νύχτα, όταν ο μεταμεσονύκτιος ήλιος λάμπει απαλά ακόμα (στην ταινία η θάλασσα φαίνεται φωτισμένη μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο σε διάφορα δωμάτια του σπιτιού, και η φυτογραφική ατμόσφαιρα είναι τέτοια που πραγματικά είναι λες και νιώθεις την υγρή καλοκαιρινή αύρα). Το ξύπνημα της Κάριν μες στη νύχτα ξεκινά από έναν τρομακτικό ήχο κάποιου πουλιού και συνεχίζεται στην εγκαταλελειμμένη σοφίτα (το ισχνό φως να διαπερνά το σκοτάδι συνεχώς) όπου ακούει φωνές να την καλούν μέσα στον τοίχο: στον απόκρυφο αυτό κόσμο της –όπως η ίδια θα μας περιγράψει- είναι μέρος μιας ομάδας ανθρώπων που γονατισμένοι περιμένουν να ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί ο… Θεός!!! Η πόρτα θα ανοίξει κάποια στιγμή και ο Θεός θα εμφανιστεί στην Κάριν στην κλιμάκωση της ταινίας. (Αν θέλετε λοιπόν να Τον δείτε κι εσείς όπως φανερώθηκε στον Μπέργμαν και την Κάριν δεν έχετε παρά να δείτε την ταινία!)

Ένα παράξενο συναίσθημα με κάνει να θέλω να γράψω τόσα πολλά γι αυτή την ταινία, αλλά από την άλλη ο σεβασμός μου για τέτοια έργα τέχνης δεν μου το επιτρέπει. Ναι, για τόσο μεγάλο έργο πρόκειται. Το «Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη» βρίσκει τον Μπέργκμαν αλλά και τον κινηματογράφο στο απόγειό του. Η ταινία είναι άριστη από όλες τις πλευρές, υπενθυμίζοντάς μας την αναγκαιότητα της Τέχνης απέναντι στη ματαιοδοξία της ανθρώπινής ύπαρξής μας.

Προσωπική Αξιολόγηση:    10 / 11


Το γελοίο αμερικάνικο τρέιλερ ήταν το μοναδικό δυστυχώς που βρήκα:

Inglourious Basterds

 

Λέω ΟΚ θα δω άλλη μία διασκεδαστική ταινία του Ταραντίνο και προετοιμάστηκα για μία χαλαρή βραδιά με ποπ κορν διαίτης και κόκα-κόλα light. Που να ξέρω τι με περιμένει;;; Από τις πιο ανέμπνευστες και προσβλητικές ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια -- χωρίς υπερβολή. Γι αυτό και το ανεπίσημο review στο blog μου.

Η ταινία ξεκινά με κακόγουστη παραλλαγή του Fur Elise να ακούγεται στη γαλλική εξοχή κι εδώ να πω ότι βρήκα το soundtrack πιο αλαλούμ και από την πλοκή της ταινίας και τα αμέτρητα κενά στο σενάριο. (Πηγαίνοντας στο imdb θα διαπιστώσετε ότι σπάνια μία ταινία έχει τόσα λάθη, ανακρίβειες και κενά στο σενάριο όσο το Inglourious Basterds.) Έπειτα οι κακόγουστες σκηνές διακατέχονται η μία την άλλη. Χωρίς προειδοποίηση ο θεατής βλέπει τον Brad Pitt (η πιο άσχημη του ερμηνεία;) και την παρέα του να αφαιρούν τα σκαλπ των ναζί, σε μία σκηνή που προκαλεί αναγούλα, είναι περιττή και απευθύνεται σε 18χρονους φαν των σπλάττερ. Κανείς σοβαρός σινεφίλ δεν θα μπορούσε να εγκρίνει την ωμότητα αυτή της φρικαλέας σκηνής και από τις λίγες φορές που αναγκάζομαι και τάσσομαι είμαι υπέρ λογοκρισίας στην τέχνη όταν πρόκειται για τόσο κακόγουστες σκηνές χωρίς λόγο ύπαρξης. Με παρόμοιο τρόπο, η σκηνή στο κελάρι περιέχει μία συζήτηση για ουίσκι όπου ο διάλογος αγγίζει τα όρια σαπουνόπερας. Η σκηνή όπου ο Landa (Cristoph Waltz) τρώει ανάγωγα στο εστιατόριο είναι απίθανη και η συμπεριφορά του αδικαιολόγητη για ανώτερο στέλεχος (στην Ελλάδα στην σχολή Ευελπίδων από τις κατώτερες βαθμίδες μαθαίνουν να τρώνε σωστά) και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εκλεπτυσμένη συμπεριφορά που έδειξε στην αρχή της ταινίας. Η σκηνή προς το τέλος όπου η πρωταγωνίστρια βάφεται μπροστά από τον καθρέφτη θυμίζει διαφήμιση των 80s για μάσκαρα. Σταματάω όμως με τις ανακρίβειες, όπως είπα υπάρχει ολόκληρη λίστα στο imdb για όποιον ενδιαφέρεται, απλά ας πάει στο τμήμα με τίτλο “goofs”.

Οι ερμηνείες από κακές ως μέτριες. Το σενάριο γεμάτο κενά και λάθη. Η σκηνοθεσία ίσως η χειρότερη του Ταραντίνο μέχρι σήμερα. Μία ταινία όπου για άλλη μια φορά οι Αμερικάνοι φαντάζουν πιο πολιτισμένοι και ως σωτήρες του πλανήτη. Ενώ οι Ευρωπαίοι παρουσιάζονται ως καρικατούρες (η συνάντηση στο γαλλικό καφέ εμπεριέχει όλα τα δυνατά κλισέ για την μποέμ γαλλική ζωή), κάθε φορά που ένας Αμερικάνος εξολοθρευτής εμφανίζεται ακούγεται επική η μουσική. (Και όχι δεν είμαι προκατειλημμένος, αντιθέτως θαυμάζω την Αμερική).

Βαθμολογώ με μείον ταινίες που όχι μόνο είναι κακής ποιότητας, αλλά μπορούν να είναι είτε προσβλητικές για την νοημοσύνη και το ήθος του θεατή και των ανθρώπινων αξιών, είτε επικίνδυνες για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Τo Inglourious Basterds πιστεύω ανήκει και στις δύο τελευταίες κατηγορίες, γι αυτό και δεν θα γράψω άλλο για αυτό. Ταινία για ηλικίες 15-20 ίσως (και άκρως επικίνδυνη η προβολή της σε άτομα τέτοιας ηλικίας). Είναι σαν ο σκηνοθέτης να φτύνει την Τέχνη και το αξίωμά της κατάμουτρα και να κινηματογραφεί απλά ένα τρίτης διαλογής προϊόν με το προσωπικό του στυλ. 

Προσωπική Αξιολόγηση:   -7/11


ΠΡΟΣΟΧΗ
: Ταινία επικίνδυνη, για όλες τις ηλικίες (από άποψη βίας, ρατσισμού και ιστορικής ανακρίβειας). Προτείνονται αντί αυτού -αν ενδιαφέρεστε για πρόσφατη σοβαρή τέχνη που καταπιάνεται με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- από ταινίες Η Κάθοδος (Der Untergang) του Hirschbiegel και από βιβλία οι Ευμενίδες του Λίττελ (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη).

ΥΓ. Για όσους πιστεύουν ότι είμαι υπερβολικός ας διαβάσουν και κριτικές καταξιωμένων κριτικών στο εξωτερικό όπως της Guardian,  των New York Times, των Times και αυτή του New Yorker (βέβαια ότι στην Ελλάδα τέτοιες ταινίες θεοποιούνται από το κοινό λέει πολλά και για την παιδεία του Έλληνα θεατή αλλά και για την ποιότητα της ταινίας). Τέλος, πριν κάποιος μου πει πάλι ότι δεν κατάλαβα την ταινία, η απάντηση μου είναι: δεν υπάρχει κάτι να καταλάβω – η ταινία είναι βατή παρά το πανζουρλισμό και τα σεναριακά λάθη.

Thursday, August 20, 2009

L’ Eclisse

eclisseP

“Δύο άνθρωποι δεν θα έπρεπε να γνωρίζονται πολύ καλά αν θέλουν να ερωτευθούν. ..Αλλά τότε ίσως να είναι καλύτερα να μην ερωτευθούν καν…”

Vittoria (Monica Vitti), απευθυνόμενη στον Piero (Alain Dellon)












Τίτλος: L’ Eclisse (H Έκλειψη)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1962

Δεν δημιουργούνται πλέον τέτοιες ταινίες. Και για να μην γίνομαι υπερβολικός: δημιουργούνται, αλλά ίσως από 2-3 σκηνοθέτες μόνο, αραιά και που. Το L’Eclisse του Αντονιόνι ανήκει στην (ανεπίσημη) τριλογία που σκηνοθέτησε στις αρχές του ‘60, με θέμα την αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων και την έλλειψη επικοινωνίας. Επίκαιρο θέμα δεν θα έλεγα ότι είναι, αφού το ζήτημα της έλλειψης επικοινωνίας υπήρχε ανέκαθεν στην ιστορία της ανθρωπότητας και δεν συνιστά αυξανόμενο φαινόμενο όπως δείχνουν τα σημάδια των καιρών (τεχνολογία, παγκοσμιοποίηση, καπιταλισμός, κτλ.) και όπως είναι της μόδας να πιστεύουμε. Ίσως απλά ο άνθρωπος να είναι γεννημένος ως ον ανίκανο να επικοινωνήσει ουσιαστικά με άλλα ανθρώπινα όντα, και να είναι ένας από τους στόχους του να επιτύχει αυτή την επικοινωνία με απώτερο σκοπό την πνευματική του ανάπτυξη.

Ας μιλήσω όμως και για την ταινία καθαυτή. Οι τίτλοι ξεκινούν με χαρούμενη χορευτική μουσική να τους συνοδεύει, μέχρι που η ίδια μελωδία σταδιακά σβήνει για να αντικατασταθεί από απόκοσμους, μυστηριώδεις ήχους πιάνου. Η ταινία ξεκινά και βλέπουμε ένα πανέμορφο ζευγάρι μέσα στο μοντέρνο διαμέρισμα τους, σε ένα πλούσιο προάστιο της Ρώμης: την όλο χάρη Vittoria (Monica Vitti) με τον πολύ γοητευτικό Riccardo (Francisco Rabal). Μετά βίας ανταλλάσσουν ορισμένες κουβέντες και αναφέρονται σε μία συζήτηση που φαίνεται να κράτησε όλο το βράδυ και που οδήγησε την Vittoria στην απόφαση της να χωρίσουν. Το παραπάνω το διαπιστώνει ο θεατής με τον πιο παράξενο τρόπο, αφού οι ήρωες πλανώνται στον χώρο χωρίς να κοιτάνε ο ένας τον άλλον, μιλάνε ελάχιστα ως καθόλου και η κάμερα του Αντονιόνι διαλέγει παράξενες, γεωμετρικές οπτικές γωνίες για να μας αποδώσει την απόσταση μεταξύ τους. Χαρακτηριστική (και άκρως εντυπωσιακή) είναι μία σκηνή όπου η Vittoria παρατηρεί τον Riccardo να κάθεται σε μία καρέκλα στο γραφείο εντελώς ακίνητος, με στητά όρθια την πλάτη και τα χέρια ακουμπισμένα στα πόδια του, σαν άγαλμα κυριολεκτικά, να κοιτά μπροστά το κενό. Η Vittoria περνά από μπροστά του και ο ίδιος δεν ανοιγοκλείνει καν τα βλέφαρα, είναι λες και ζει σε ένα δικό του χωροχρόνο τη στιγμή εκείνη. Τότε η Vittoria πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, κοιτάζεται στον καθρέφτη και με φρίκη κρύβει το πρόσωπο της σαν να θέλει να ξεφύγει. “Με αγαπάς; Πότε έπαψες να μ’αγαπάς;”, θα ρωτήσει κάποια στιγμή ο Riccardo σαν να ξυπνάει από το κώμα του, όπου η Vittoria θα του απαντήσει δύο φορές, “Δεν ξέρω.”


1962-monica-vitti-e-alain-delon-sul-set-di-l-eclisse-11018


Η παραπάνω σκηνή άνετα μπορεί να αποδώσει το κλίμα που διέπει αυτή την αριστουργηματική ταινία-μελέτη πάνω στις ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις. Κι ας μην προσπαθεί ο Αντονιόνι να μας δώσει στοιχεία για το τι πραγματικά συμβαίνει, τις αιτίες αυτής της αποξένωσης.

Η ταινία βέβαια έχει και τα θορυβώδη και πληθωρικά τμήματά της και αυτά λαμβάνουν μέρος στο χρηματιστήριο της Ρώμης, όπου παρακολουθούμε εκατοντάδες κόσμο να κάνει τις συναλλαγές των μετοχών του μέσα σε ένα κλίμα που πιο πολύ ζούγκλα θυμίζει παρά οργανωμένο χώρο όπου συναλλάσσονται άνθρωποι. Ο κόσμος φαίνεται να βάζει τα δυνατά του για να κερδίσει την περιουσία του, ένα αδιάκοπο παιχνίδι που ούτε ο θάνατος δεν σταματά (όπως με πολύ ωραίο τρόπο μας παρουσιάζει ο Αντονιόνι σε μια σκηνή). Παραδόξως, όταν αφορά τα προσωπικά κέρδη του, ο άνθρωπος φαίνεται να βάζει τα δυνατά του να επικοινωνήσει με τους άλλους, κάτι που δεν ισχύει στον ίδιο χώρο και στην ίδια στιγμή, όταν δεν υπάρχει το προσωπικό όφελος. Έτσι και η αδυναμία της μητέρας της Vittoria να την ακούσει και να την καταλάβει.

Ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο επίσης γοητευτικός Alain Dellon στο ρόλο του χρηματιστή Piero, που όπως του λέει και η Vittoria σε κάποια στιγμή φαίνεται να μη μπορεί να σταθεί ακίνητος ούτε για ένα λεπτό, αφού τέτοια είναι η δουλειά του στον αγχωτικό τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ο ίδιος ένας αδίστακτος playboy (δεν θα αργήσει να παρατήσει κυριολεκτικά στον δρόμο την κοπέλα με την οποία βγαίνει, μόνο και μόνο επειδή άλλαξε το χρώμα των μαλλιών της), που όμως έχει την ικανότητα και την ανάγκη να αγαπήσει. Ο κόσμος του Piero είναι ένας κόσμος τόσο ξένος για την Vittoria. Η εμμονή του Αντονιόνι με το ξένο είναι διάχυτη σε αυτή του την ταινία. Κάποια στιγμή, αφού έχει χωρίσει με τον Riccardo, η Vittoria θα επισκεφθεί μία γειτόνισσα από την Κένυα. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι της τελευταίας πραγματικά μεταφέρει τον θεατή σε μία άλλη ήπειρο, με αποκορύφωμα τον ξέφρενο αφρικανικό χορό της Vittoria, μασκαρεμένη σαν ιθαγενής.

antonioni_420


Οι παραπάνω εικόνες μπορεί να φαντάζουν στον αναγνώστη που δεν έχει δει την ταινία ως αλλόκοτες και αταίριαστες – και θα ήταν αν δεν επρόκειτο για την απίστευτη μαεστρία του Αντονιόνι. Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με έναν απλό σκηνοθέτη αλλά με έναν auteur στην ιστορία του κινηματογράφου.

Οι εικόνες αυτές θα συνεχίσουν να τονίζουν τη σχέση (η καλύτερα τη μη-σχέση) των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, γι αυτό και ο σκηνοθέτης επιμένει να τονίζει γεωμετρικά σχήματα: οι “ουρές” που αφήνουν τα αεροπλάνα στον ουρανό, οι συμμετρικές οικοδομές, οι παράλληλοι δρόμοι, τα σταυροδρόμια, μία μισοτελειωμένη οικοδομή, η ρυμοτομία της Ρώμης όπως φαίνεται πανοραμικά από το αεροπλάνο.

Ο Αντονιόνι λοιπόν φροντίζει να επικεντρωθεί περισσότερο στο φυσικό περιβάλλον των ηρώων σε συνάρτηση με το πως κινούνται και ενεργούν μέσα σε αυτό. Γι αυτό και ο διάλογος δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις ενέργειες τους, παρά μόνο ελάχιστα. Καθώς συζητά με την φίλη της από την Κένυα, η Vittoria θα πει, “Εδώ τα πάντα είναι δύσκολα… Ακόμα και η αγάπη”, αναφερόμενη στην οργανωμένη ζωή μιας μεγαλούπολης, ενώ πρωτύτερα θα εκμυστηρευθεί, “Υπάρχουν στιγμές που το να κρατάς μία κλωστή και βελόνα, ή ένα βιβλίο, ή έναν άνδρα – είναι όλες το ίδιο.”

Η παραπάνω πρόταση μετουσιώνει το κλίμα όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας αλλά και των υπόλοιπων της τριλογίας του Αντονιόνι. Όπου οι γυναίκες φαίνονται συνεχώς να προσπαθούν να αρνηθούν τα ερωτικά καλέσματα των ανδρών, και αφού εν τέλει ενδώσουν, προσπαθούν να δραπετεύσουν. Ο λόγος άγνωστος, μένει στον θεατή και το πως ερμηνεύει τη σκηνοθεσία του Αντονιίονι για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Στη συγκεκριμένη ταινία, προς το τέλος, η Vittoria και ο Piero φαίνονται επιτέλους να ζουν τον έρωτα τους, σαν μικρά παιδία, κυλιούνται στο πάτωμα, φιλιούνται και ανανεώνουν το ραντεβού της για την επόμενη μέρα και την μεθεπόμενη, και για κάθε μέρα, όπως οι ίδιοι λένε. Μόνο που δευτερόλεπτα αργότερα, καθώς θα έχουν αποχαιρετιστεί, ο φακός του σκηνοθέτη θα εστιάσει στα πρόσωπα τους όπου ξαφνικά η αίσθηση χαράς και αγαλλίασης έχει αντικατασταθεί από έναν αόριστο μορφασμό ματαιότητας. Πώς είναι δυνατόν μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, η ψυχική κατάσταση των ανθρώπων να αλλάξει και την χαρά να κυριεύσει η αβεβαιότητα, ο φόβος και η ματαιότητα; Νομίζω ότι κάθε ώριμος άνθρωπος που έχει εμπλακεί σε σοβαρή σχέση έστω και μία φορά στη ζωή του μπορεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση… Ή μήπως όχι;

eclissestreet


Το φινάλε της ταινίας είναι και η ιδιόμορφη κατάληξη του τι έχει προηγηθεί. Ένας άγνωστος άνδρας κατεβαίνει από το λεωφορείο διαβάζοντας στην εφημερίδα για τα την εύθραυστη κατάσταση της ειρήνης - κάτι που δεν αναφέρθηκε διόλου κατά τη διάρκεια της ταινίας, αλλά το κλίμα αποξένωσης που φωτογραφίζει ο Αντονιόνι τα τελευταία 8 λεπτά της ταινίας, χωρίς κανένα διάλογο σε προϊδεάζουν για κάτι φριχτό: τρομακτικά πρόσωπα περαστικών στο δρόμο, άνθρωποι που μοιάζουν χαμένοι, κτίρια και δρόμοι χωρίς ψυχή, ένα γεμάτο βαρέλι με νερό να έχει τρυπήσει και να αδειάζει αργά…. Η “εξέλιξη” της αποξένωσης φαίνεται να απλώνεται πέρα από τις ερωτικές σχέσεις, και το μέλλον βουτηγμένο στο σκοτάδι να φωτίζεται μόνο από μία ηλεκτρική λάμπα.

Ίσως η καλύτερη στιγμή του Αντονιόνι, ένα αριστούργημα που επιβεβαιώνει πόσο μεγαλειώδης μπορεί να είναι η Τέχνη και πως ο σημερινός κινηματογράφος (με απειροελάχιστες εξαιρέσεις) αποτυγχάνει παταγωδώς να καταφέρει κάτι παρόμοιο.

Προσωπική Αξιολόγηση: 9,8 / 11*

*Στο σχόλια παρακάτω εξηγώ το 9.8 (το οποίο αρχικά ήταν 10).

Η σκηνή του αφρικάνικου χορού:

Tuesday, July 14, 2009

Public Enemies

publicenemiespost


Τίτλος: Public Enemies (Δημόσιος Κίνδυνος)
Σκηνοθέτης: Michael Mann
Παραγωγή: 2009


Ευχάριστη έκπληξη η ταινία του Michael Mann. Καταφέρνει να κάνει μια αδιάφορη ιστορία (αυτή του μεγαλύτερη εγκληματία στην δεκαετία του 30 στην Αμερική, John Dillinger) ικανή να καθηλώσει τον θεατή.

Ο Mann έχει πολλούς φαν στην Αμερική (άνδρες στην πλειοψηφία, αφού οι ταινίες του έχουν αρκετό κυνηγητό και πιστολίδι) και στο είδος του είναι από τους καλύτερους. Χρησιμοποιώντας ψηφιακή κάμερα που τις περισσότερες φορές χειρίζεται ο ίδιος, καταφέρνει να καταγράψει τις περισσότερες σκηνές με μία ψυχρή ακρίβεια, που ταιριάζει γάντι στο ύφος της ταινίας. Μάλιστα, συχνά ο θεατής δεν μπορεί παρά να μείνει εντυπωσιασμένος από τον τρόπο που ο σκηνοθέτης χειρίζεται την κάμερα, ακόμα και στις πιο απαιτητικές σκηνές. Οπότε, από αυτή την άποψη, η ταινία είναι άρτια, κι αν λάβουμε υπόψη και την υπερστυλιζαρισμένη φωτογραφία, είναι και αρκετά εντυπωσιακή. Προσθέστε σε αυτά κι ένα επιβλητικό, σχεδόν επικό, soundtrack από τον Elliot Goldenthal (μυρίζομαι υποψηφιότητα για όσκαρ πρωτότυπης μουσικής και πιθανή νίκη) και έχετε μια μεγαλοπρεπή γκανγκστερική ταινία.

public-enemies-court O Johnny Depp ως John Dillinger

Όσον αφορά το cast τώρα, έχουμε να κάνουμε με τον Johnny Depp στον πρωταγωνιστικό ρόλο του John Dillinger, τον Christan Bale στον ρόλο του πράκτορα του FBI Melvin Purvis, ο οποίος ηγείται την ομάδα καταδίωξης του Dillinger, και την Marion Cotillard ως την ερωμένη του Dillinger. Ο ρόλος της τελευταίας είναι μικρός και ερμηνευτικά αδιάφορος. Ο Johnny Depp ομολογώ ότι σε στοιχειώνει με την “ερμηνεία” του. Δεν έχει να κάνει τόσο με την υποκριτική του, αφού κι αυτή είναι περιορισμένη. Αρκείται απλά σε μυστηριώδη βλέμματα, μία υπνωτική προφορά και διάφορους μορφασμούς προσώπου. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για τον ρόλο της καριέρας του, όπως πολλοί φαν βιάζονται να συμπεράνουν (προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο J. Depp έχει φτάσει σε τέτοιο υψηλό σημείο μέχρι τώρα, ίσως να χαραμίζεται και με τις επιλογές του – βλ. Πειρατές της Καραϊβικής και ταινίες Burton). Ερμηνευτικά, λοιπόν, δεν δείχνει κάτι το ιδιαίτερο και δεν μπορώ να ξέρω κατά πόσο μπορούν να ευθύνονται οι οδηγίες του σκηνοθέτη σε αυτόν τον τομέα. Τέλος, για τον Christian Bale μπορώ να πω ότι με έπεισε αρκετά στον ρόλο του αδίστακτου, ακριβή και σχολαστικού Melvin Purvis. Για μένα ξεχώρισε περισσότερο – ίσως έχει να κάνει και με το επιβλητικό παρουσιαστικό του.

bale O Christan Bale στον ρόλο του Melvin Purvis, FBI Bureau Chief

Από καλλιτεχνική άποψη η ταινία υστερεί. Καταρχήν ο Mann ακολουθεί πολλά χολιγουντιανά κλισέ που κουράζουν: την πρώτη φορά που βλέπουμε τον Purvis να πυροβολεί θανάσιμα κάποιον αυτό γίνεται με τη συνοδεία τραγουδιού του Otis Taylor, σε κάπως σαρκαστικούς τόνους, σαν να διακωμωδεί την σκηνή, και παρόμοια χλευαστική μουσική υπόκρουση συνοδεύει και άλλους θανάτους (κάπως κακόγουστα). Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα, γι αυτούς που επιμένουν ότι ο Mann αποφεύγει τα κλισέ. Επίσης, το σενάριο έχει αρκετές υπερβολές για δραματικούς σκοπούς, και πολλές από τις σκηνές -ακόμα και ο διάλογος- δεν είναι πάντα ρεαλιστικές. Για μένα όμως δύο είναι τα βασικά μειονεκτήματα της ταινίας:

marion_cotillard_public_enemies H Marion Cotillard υποδύεται την ερωμένη του Dillinger, Billie Frechette

1. Ο χαρακτήρας του Dillinger. Όπως ανέφερα ο Michael Mann δεν διεισδύει στην προσωπικότητα του αδίστακτου εγκληματία παρά μόνο πολύ επιδερμικά. Τα συναισθήματά του για την ερωμένη του Billie Frechette περιγράφονται με μαεστρία για λίγα μόνο λεπτά μόνο, ενώ ο σκηνοθέτης φαίνεται μετά να την εξαφανίζει ως χαρακτήρα και να την εμφανίζει μόνο όταν το απαιτεί η πλοκή. Κρίμα, γιατί προσωπικά βρήκα το πρώτο μισό της ταινίας, όπου σκιαγραφείται έστω και ελάχιστα ο χαρακτήρας του Dillinger και η συναισθηματική του φύση, πολύ πιο ενδιαφέρον από το αδιάκοπο πιστολίδι που ακολουθεί έπειτα (το ανθρωποκυνηγητό στο σκοτεινό δάσος που φαίνεται να κρατάει αιώνες και αποτελείται από αδιάκοπη δράση ήταν και το μόνο σημείο που βαρέθηκα κατά τη διάρκεια της ταινίας).

2. Όπως έχω εξηγήσει και στο παρελθόν αξιολογώ μία ταινία ως έργο τέχνης. Και η τέχνη οφείλει να έχει κάποιον ανθρωπιστικό σκοπό συνήθως. Δεν μπορώ να καταλάβω λοιπόν τι μας αφορά η ιστορία ενός εγκληματία από τη στιγμή που δεν μαθαίνουμε τίποτα ουσιαστικό για την προσωπικότητα του (έστω και τα κίνητρα του). Αντιθέτως, τι σκοπό εξυπηρετεί το αδιάκοπο μπαμ-μπουμ, οι εκρήξεις, το αίμα που αναβλύζει…; Πώς μπορούν τα παραπάνω να μου προσφέρουν κάτι εποικοδομητικό και να με βοηθήσουν να εξελιχθώ ως άνθρωπος; Δεν ζητώ από τον σκηνοθέτη να αλλάξει genre (δεν προσδοκώ από τον Mann να γυρίσει και τις Γέφυρες του Μάντισον !!!), αλλά τουλάχιστον να μη στοχεύει μόνο στο αμερικάνικο κοινό, ούτε στον μέσο άνδρα θεατή, ειδικά τη στιγμή που μας έχει αποδείξει ότι έχει τόσο ταλέντο (βλ. Heat). Η ταινία σίγουρα θα μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στις ανθρώπινες σχέσεις και λιγότερο στα πιστόλια και τη βία.

Για να τελειώσω: Τα παραπάνω δύο σημεία ήταν και τα μόνα αρνητικά που βρήκα. Περίμενα να βαρεθώ από τα πρώτα λεπτά, αλλά ωστόσο η ταινία Public Εnemies είναι καλογυρισμένη, με στυλ (αν και υπερβολική, κυρίως λόγω του μουσικού score), με ικανοποιητικές ερμηνείες, και την περισσότερη ώρα σε κρατάει καθηλωμένο στην οθόνη. Τεχνικά λοιπόν είναι σίγουρα άρτια, και ομολογώ ότι θα την ξαναέβλεπα. Από καλλιτεχνική άποψη, είναι από τις ταινίες που δεν νομίζω ότι έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει (ίσως μάλλον η τόση βία να στρέφεται εναντίον της). Ωστόσο, βλέπεται ευχάριστα με παρέα στο σινεμά και παραμένει ως δείγμα προσεγμένου χολιγουντιανού σινεμά.


Προσωπική Αξιολόγηση: 5 / 11 *

*Και πριν προλάβουν τίποτα hard-core φαν του Michael Mann να με κατηγορήσουν για την βαθμολογία μου, να θυμίσω ότι με βάση την κλίμακα και τα στάνταρντ αξιολόγησής μου, ο βαθμός που έδωσα είναι πάρα πολύ καλός για το είδος και τις αδυναμίες της ταινίας.

Trailer της ταινίας:

Wednesday, July 8, 2009

The Piano

(Μαθήματα Πιάνου)
pianopost


Τίτλος: The Piano (Μαθήματα Πιάνου) 
Σκηνοθέτης: Jane Campion 
Παραγωγή: 1993
 
Μην αφήσετε το βουνό των υπερθετικών σχολίων που κατακλύζουν τα ‘Μαθήματα Πιάνου’ να σας αποθαρρύνει: Η ερωτική ιστορία του 19ου αιώνα από την Jane Campion ανταποκρίνεται στα προαναφερθέντα. Ετοιμαστείτε για κάτι ξεχωριστό.” Με αυτά τα λόγια ξεκινά την κριτική του ο Vincent Canby για τους New York Times to 1993, την χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία. Και είναι αλήθεια.

Το “Μαθήματα Πιάνου” ανήκει σε μία σπάνια κατηγορία ταινιών που ναι μεν είναι αγαπητές από το ευρύ κοινό, αλλά ταυτόχρονα και από τους πιο σκληροπυρηνικούς κριτικούς!

Παρακολουθούμε την ιστορία της Ada McGrath, μιας μουγκής Σκοτσέζας γυναίκας που αναγκάζεται μαζί με την κόρη της να αφήσει την πατρίδα της για να πάει στη Νέα Ζηλανδία και να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν έχει δει ποτέ της. Αυτή τουλάχιστον είναι η εισαγωγή της ταινίας, αφού η ίδια η ταινία –γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στην άγρια φύση της Ν. Ζηλανδίας- προσφέρει πολύ περισσότερα από μία ερωτική ιστορία. Δεν θέλω όμως να αναφέρω τίποτα άλλο από το εξαιρετικό αυτό σενάριο.

1083_012199

Η ερμηνεία της Holy Hunter είναι μέσα στις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες όλων των εποχών (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ Α' γυναικείας ερμηνείας). Δεν είναι υπερβολή να την χαρακτηρίσω ως συγκλονιστική. Ούτε υπερβολή είναι να χαρακτηρίσω ως καταπληκτική την ερμηνεία της νεαρής Anna Paquien, η οποία πήρε το όσκαρ Β΄ γυναικείας ερμηνείας (“Ένα από τα πιο εξαιρετικά παραδείγματα υποκριτικής από παιδί στην ιστορία του κινηματογράφου” – Rogert Ebert). O Harvey Keitel ως υποψήφιος εραστής της Ada με το σημαδεμένο πρόσωπό του (ο ίδιος Μαορί στην καρδιά) εμφανίζεται ως ένα πρωτόγονο στοιχείο ανάμεσα στη στημένη κοινωνία των Νεοζηλανδών κατοίκων και των ιθαγενών (Μαορί). Οι σκηνές όπου εμφανίζεται γυμνός να καθαρίζει το πιάνο ή όταν κρυμμένος κάτω από αυτό χαϊδεύει το πόδι της Ada μέσα από μία μικρή τρύπα που έχει η κάλτσα της, είναι φορτισμένες με μεγάλες δόσεις ερωτισμού, ίσως όπως μόνο μία γυναίκα θα μπορούσε να τον αποδώσει.

Βέβαια, το εξαιρετικό επίτευγμα της σκηνοθέτιδας Jane Campion είναι ότι έχει γράψει ένα πολύ ρομαντικό σενάριο (κέρδισε το όσκαρ σεναρίου) κι έχει σκηνοθετήσει άξια μία απίστευτα συναισθηματική ταινία δίχως ίχνος μελοδραματισμού. Ο φακός της παρατηρεί πράγματα που μόνο το γυναικείο μάτι ίσως να πρόσεχε. Εστιάζεται σε παράξενες γωνίες και αντικείμενα: από τη μία σε μεγαλόπνοα πλάνα με το πιάνο μόνο στην παραλία και πελώρια κύματα να σκάνε γύρω του, και αμέσως μετά σε σύντομα πλάνα που δείχνουν το αγχώδες ανέμισμα μια βεντάλιας ή το νευρικό κράτημα μιας απλής κούπας τσάι. Από τη μία η λάσπη, η βρωμιά, η αγγλική “εξευγενισμένη κοινωνία”, και από την άλλη το πιάνο, η μουσική, οι πρωτόγονοι Μαορί. Δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί που η συνύπαρξή τους συνθέτει το τοπίο της ανεξερεύνητης ζούγκλας που βρίσκεται τόσο εντός όσο και εκτός των βασικών χαρακτήρων της ταινίας. Ο Stuart Dryburgh, υπεύθυνος φωτογραφίας, κατάφερε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα, αποδίδοντας τα αχανή δάση σε αποχρώσεις σκούρου μπλε και πράσινου, και φωτίζοντας τα πρόσωπα της Ada και της κόρης της με κατάχλωμες άσπρες αποχρώσεις αντίστοιχα (στην αρχή της ταινίας, κι ενώ οι Μαορί οδηγούν τις δύο πρωταγωνίστριες στο νέο τους σπίτι μέσα από την άγρια ζούγκλα, σταματάνε σε κάποιο σημείο παραπονούμενοι ότι αν συνεχίσουν από τον ίδιο δρόμο θα έρθουν αντιμέτωποι με τον χώρο ταφής των προγόνων τους -- χώρο φαντασμάτων. Την ίδια στιγμή η κάμερα εστιάζεται στα χλωμά πρόσωπα των δύο γυναικών κάνοντας απατηλούς υπαινιγμούς…)

the-piano2

Η ταινία έχει δύο μεγάλες κλιμακώσεις. Και οι δύο παρουσιάζονται με δραματικά οπερετικό τρόπο και σε αφήνουν άφωνο, προσηλωμένο στην οθόνη. Από μόνες τους θα μπορούσαν να αποτελούν σκηνές από πίνακα ζωγραφικής – όπως οι περισσότερες σκηνές στην ταινία άλλωστε. Σε συνδυασμό με την μουσική του Michael Nyman, μπορώ να πω ότι αυτό που βιώνει πλέον ο θεατής δεν είναι πλέον μια ιστορία που ξεδιπλώνεται στην οθόνη, αλλά ένα δραματικό ποίημα. Απλά δύο λόγια για τη μουσική: το soundtrack (μεγάλο best seller όταν κυκλοφόρησε η ταινία) ήταν αυτό που έκανε τον Nyman γνωστό στο ευρύ κοινό (σε αυτό το κοινό τουλάχιστον που δεν τον ήξερε από τις ταινίες του Greenaway ή που δεν ασχολείται με μοντέρνα μουσική –- αφού ήδη επρόκειτο για αρκετά καταξιωμένο συνθέτη). Η μικρή μου ένσταση είναι ότι 1-2 κομμάτια ακούγονται απλά ως αλλόκοτα μέσα στην ταινία. Είναι περίεργο να βλέπεις μία Σκοτσέζα στον 19ο αιώνα να παίζει στο πιάνο μινιμαλιστική μουσική (!!!), αντί π.χ. Σούμπερτ (για να αναφέρω έναν ρομαντικό). Ωστόσο, τέτοια είναι η συναισθηματική δύναμη του βασικού μουσικού θέματος για πιάνο, το οποίο ακούγεται κατά τη διάρκεια της ταινίας (και που μπορείτε να ακούσετε στο video στο τέλος της ανάρτησης αυτής), που πραγματικά σε συνεπαίρνει και σε πείθει ότι δεν πρόκειται για αναγνωρισμένη μουσική, αλλά μουσική που έγραψε η ίδια η Ada και βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά της (“Η μουσική είναι η ομιλία της Ada”, αναφέρει ο Nyman στις σημειώσεις που συνοδεύουν το soundtrack).

campion Μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία λοιπόν. Μοναδικό παράπονο ίσως ότι οι χαρακτήρες δεν είναι αρκετά τρισδιάστατοι. Όμως, όπως ανέφερα, η ταινία λειτουργεί με βάση το συναίσθημα πάνω απ’ όλα και σε κάνει να ξεχάσεις οτιδήποτε ατέλειες. Για μένα –και το έχω πει πολλές φορές- τα “Μαθήματα Πιάνου” είναι η πιο ποιητική ταινία που έχω δει. Πρόκειται για μια λυρική-δραματική ποίηση (σε αντίθεση π.χ. με την στοχαστική/υπερβατική ποίηση του Ταρκόφσκι, ενός μεγάλου ποιητή της 7ης τέχνης). Τέτοια είναι η συναισθηματική φόρτιση της ταινίας που έχει καταφέρει να συνεπάρει όλα τα είδη κοινού και κριτικών, ενώ κάποιος θα περίμενε, π.χ., ότι ο ρομαντισμός της δεν θα ήταν  αποδεκτός από τον αντρικό πληθυσμό. Παραμένει και το αριστούργημα της Κάμπιον (το “Πορτραίτο μιας Κυρίας”, αν και πολύ καλό καταπιάνεται με ένα μεγαλειώδες έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και πιο δύσκολα πείθει για το είδος του, ενώ το “In the Cut” ήταν απλά… πρόχειρο). Αναμένεται φυσικά να δούμε τη νέα ταινία της Κάμπιον, την ερχόμενη σεζόν, η οποία έχει πάρει ήδη καλές κριτικές.

Το "Μαθήματα Πιάνου" δίκαια άξιζε το βραβείο καλύτερης ταινίας στις Κάννες το 1993. Είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία-αριστούργημα βουτηγμένη στην ποίηση και σε έναν εξωτικό κόσμο, όπου τα συναισθήματα παίρνουν διαστάσεις παραμυθιού.


Προσωπική Αξιολόγηση: 8,5 / 11

Δυστυχώς το youtube δεν μου επιτρέπει να κάνω embed το εξής video, αλλά προτείνω σε όλους να δούνε μία από τις ομορφότερες σκηνές στην ταινία. Είναι η στιγμή που η Ada (Holly Hunter) έχει ήδη παρακαλέσει τον Baines (Harvey Keitel) να πάρει αυτήν και την κόρη της γι άλλη μια φορά στην παραλία που έχουν παρατήσει το πιάνο, όπου και παίζει μέχρι το βράδυ. Πραγματική μαγεία...