Τίτλος: Public Enemies (Δημόσιος Κίνδυνος)
Tuesday, July 14, 2009
Public Enemies
Τίτλος: Public Enemies (Δημόσιος Κίνδυνος)
Wednesday, July 8, 2009
The Piano
Τίτλος: The Piano (Μαθήματα Πιάνου)
Παρακολουθούμε την ιστορία της Ada McGrath, μιας μουγκής Σκοτσέζας γυναίκας που αναγκάζεται μαζί με την κόρη της να αφήσει την πατρίδα της για να πάει στη Νέα Ζηλανδία και να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν έχει δει ποτέ της. Αυτή τουλάχιστον είναι η εισαγωγή της ταινίας, αφού η ίδια η ταινία –γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στην άγρια φύση της Ν. Ζηλανδίας- προσφέρει πολύ περισσότερα από μία ερωτική ιστορία. Δεν θέλω όμως να αναφέρω τίποτα άλλο από το εξαιρετικό αυτό σενάριο.
Η ερμηνεία της Holy Hunter είναι μέσα στις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες όλων των εποχών (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών, Όσκαρ Α' γυναικείας ερμηνείας). Δεν είναι υπερβολή να την χαρακτηρίσω ως συγκλονιστική. Ούτε υπερβολή είναι να χαρακτηρίσω ως καταπληκτική την ερμηνεία της νεαρής Anna Paquien, η οποία πήρε το όσκαρ Β΄ γυναικείας ερμηνείας (“Ένα από τα πιο εξαιρετικά παραδείγματα υποκριτικής από παιδί στην ιστορία του κινηματογράφου” – Rogert Ebert). O Harvey Keitel ως υποψήφιος εραστής της Ada με το σημαδεμένο πρόσωπό του (ο ίδιος Μαορί στην καρδιά) εμφανίζεται ως ένα πρωτόγονο στοιχείο ανάμεσα στη στημένη κοινωνία των Νεοζηλανδών κατοίκων και των ιθαγενών (Μαορί). Οι σκηνές όπου εμφανίζεται γυμνός να καθαρίζει το πιάνο ή όταν κρυμμένος κάτω από αυτό χαϊδεύει το πόδι της Ada μέσα από μία μικρή τρύπα που έχει η κάλτσα της, είναι φορτισμένες με μεγάλες δόσεις ερωτισμού, ίσως όπως μόνο μία γυναίκα θα μπορούσε να τον αποδώσει.
Η ταινία έχει δύο μεγάλες κλιμακώσεις. Και οι δύο παρουσιάζονται με δραματικά οπερετικό τρόπο και σε αφήνουν άφωνο, προσηλωμένο στην οθόνη. Από μόνες τους θα μπορούσαν να αποτελούν σκηνές από πίνακα ζωγραφικής – όπως οι περισσότερες σκηνές στην ταινία άλλωστε. Σε συνδυασμό με την μουσική του Michael Nyman, μπορώ να πω ότι αυτό που βιώνει πλέον ο θεατής δεν είναι πλέον μια ιστορία που ξεδιπλώνεται στην οθόνη, αλλά ένα δραματικό ποίημα. Απλά δύο λόγια για τη μουσική: το soundtrack (μεγάλο best seller όταν κυκλοφόρησε η ταινία) ήταν αυτό που έκανε τον Nyman γνωστό στο ευρύ κοινό (σε αυτό το κοινό τουλάχιστον που δεν τον ήξερε από τις ταινίες του Greenaway ή που δεν ασχολείται με μοντέρνα μουσική –- αφού ήδη επρόκειτο για αρκετά καταξιωμένο συνθέτη). Η μικρή μου ένσταση είναι ότι 1-2 κομμάτια ακούγονται απλά ως αλλόκοτα μέσα στην ταινία. Είναι περίεργο να βλέπεις μία Σκοτσέζα στον 19ο αιώνα να παίζει στο πιάνο μινιμαλιστική μουσική (!!!), αντί π.χ. Σούμπερτ (για να αναφέρω έναν ρομαντικό). Ωστόσο, τέτοια είναι η συναισθηματική δύναμη του βασικού μουσικού θέματος για πιάνο, το οποίο ακούγεται κατά τη διάρκεια της ταινίας (και που μπορείτε να ακούσετε στο video στο τέλος της ανάρτησης αυτής), που πραγματικά σε συνεπαίρνει και σε πείθει ότι δεν πρόκειται για αναγνωρισμένη μουσική, αλλά μουσική που έγραψε η ίδια η Ada και βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά της (“Η μουσική είναι η ομιλία της Ada”, αναφέρει ο Nyman στις σημειώσεις που συνοδεύουν το soundtrack).
Προσωπική Αξιολόγηση: 8,5 / 11
Thursday, June 25, 2009
Belle de Jour
Τίτλος: Belle de Jour (1967) (Η Ωραία της Ημέρας)
Η ερμηνεία της Deneuve είναι η καλύτερη μάλλον που έχω δει από την ίδια κι αυτό γιατί ο ρόλος της αριστοκρατικής, συγκρατημένης πόρνης πολυτελείας της ταιριάζει γάντι (!!!) Η μεταμόρφωσή της όταν θα ερωτευθεί τον επικίνδυνο εγκληματία Marcel (άλλη μία έξοχη ερμηνεία από τον Pierre Clementi) είναι άξια θαυμασμού για το πως καταφέρνει να αλλάξει εσωτερικά, παραμένοντας φαινομενικά η ίδια! Για μένα αυτό είναι το μεγαλείο της πραγματικά εξαιρετικής ερμηνείας: σχεδόν αδιάκριτες αλλαγές στον τρόπο συμπεριφοράς του ηθοποιού, που σε πείθουν αυτομάτως ότι έχει γίνει μία εσωτερική μεταμόρφωση, χωρίς ωστόσο αυτή η αλλαγή να είναι ορατή στο ανεξοικείωτο μάτι του μέσου θεατή!
Ο Buñuel με στωική, απέριττη σκηνοθεσία, αποφεύγει κάθε συναισθηματισμό και υπερβολή και μπαίνει κατευθείαν στην ουσία. Μοναδικό τέχνασμα, που ξεφεύγει από την αποστασιοποιημένη κινηματογραφική του αντικειμενικότητα, οι σκηνές ερωτικών φαντασιώσεων που συνοδεύονται από τον ήχο των αλόγων που σέρνουν το κάρο, και που με τη σειρά τους δημιουργούν μία ονειρική ατμόσφαιρα, τρομακτική και ψυχρή ταυτόχρονα. Και σε αυτό το σημείο να κάνω και μία αναφορά στο χιτσκοκικό σασπένς που δημιουργεί ο σκηνοθέτης και πραγματικά σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας.
Το να πει κανείς ότι το νόημα της ταινίας είναι η αποτύπωση της πτώσης της μπουρζουαζίας και της καλής κοινωνίας, είναι σαν να μειώνει το έργο σε αυτονόητα κλισέ. Η ταινία έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος και πιστεύω ότι δεν μπορεί να αγγίξει όλους τους ανθρώπους: συγκεκριμένα δεν απευθύνεται σε άτομα σεμνότυφα και συντηρητικά που δεν παραδέχονται καν τις φαντασιώσεις τους. Είναι για ένα πιο ελίτ κοινό, πιο διανοούμενο, το οποίο συμπεριλαμβάνει και τον φιλήδονο θεατή (ή καλύτερα τον φιλήδονο, αλλά σεξουαλικά καταπιεσμένο άνθρωπο).
Το Belle de Jour είναι μία πολύ κομψή και αριστοκρατική ταινία από αισθητική άποψη. Κρύβει όμως τη σκληρή πραγματικότητα μιας πέτρινης, άκαρδης θα λέγαμε ηδονής, της σαρκικής επαφής με το άγνωστο και αντίθετο από αυτό που είμαστε. Ορίζει την (αυτο)ταπείνωση ως αναγκαιότητα για μία υγιή ερωτική ζωή. Η απιστία και το ψέμα είναι απαραίτητα πλέον για την εξισορρόπηση μιας συζυγικής ζωής, ακόμα κι όταν αγαπάς τον σύντροφό σου: μόνο έτσι μπορείς να του προσφέρεις τον αληθινό σου εαυτό. Ακούγονται προκλητικά όλα αυτά; Το Belle de Jour σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να επιτέλους να δεις την ηρωίδα του ευτυχισμένη. Δεν είναι μία απλά καλή ταινία, είναι ένα εξαιρετικό έργο τέχνης δοσμένο με κρύα χειμερινά χρώματα, από έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη και με μία αξέχαστη ερμηνεία από την κορυφαία Catherine Deneuve.
Wednesday, June 3, 2009
Dancer in the Dark
Τίτλος: Dancer in the Dark
Σκηνοθέτης: Lars von Trier
Παραγωγή: 2000
Ξεκινώντας να πω ότι ο Lars von Trier έιναι ένας σκηνοθέτης που θαυμάζω για την τόλμη του και τους ριψοκίνδυνους πειραματισμούς του με τον κινηματογράφο, και ένας καλλιτέχνης του οποίου τα έργα περιμένω κάθε φορά με έντονη ανυπομονησία (και η αλήθεια είναι ότι κάθε ταινία του μου αφήνει κάτι το διαφορετικό).
Έχοντας πει τα παραπάνω, να τονίσω ότι όσοι δεν έχετε ξαναδεί ταινία του Lars von Trier είναι καλύτερα να ξεκινήσετε από το Breaking the Waves (Δαμάζοντας τα Κύματα). Το Dancer in the Dark ναι μεν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 2000, αλλά δίχασε τους κριτικούς. Συγκεκριμένα είχε την ίδια αποδοχή που έτυχε και η νέα ταινία του σκηνοθέτη (Αντίχριστος) στο φετινό φεστιβάλ: γιουχαΐσματα και χειροκρότημα. Βέβαια στο φετινό φεστιβάλ ο Lars von Trier αυτοανακηρύχθηκε ως “ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!”, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Προσωπικά θυμάμαι ότι η δική μου εμπειρία την πρώτη φορά που είδα το Dancer in the Dark στο σινεμά ήταν μοναδική: πρώτη φορά είχα βιώσει συναισθήματα θλίψης και πόνου τόσο έντονα, όσο έβλεπα την ταινία.
Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Bjork στο ρόλο μιας φτωχής μητέρας από την πρώην Τσεχοσλοβακία που σταδιακά χάνει το φως της. Γι αυτό κι έχοντας μετακομίσει στην Αμερική ως εργάτρια σε εργοστάσιο, προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για την εγχείρηση του γιού της (μας εξηγεί ότι η ασθένεια της είναι κληρονομική). Η Selma (όπως και ονομάζεται ο χαρακτήρας που υποδύεται η Bjork) λατρεύει τα musicals (αυτό λειτουργεί και ως πρόφαση για τον σκηνοθέτη ώστε να μετατρέψει την ταινία σε ένα πειραματικό musical). Κατά τη διάρκεια της ταινίας λοιπόν, η Selma θα πέσει θύμα απίστευτης εκμετάλλευσης, όπως συνηθίζει άλλωστε να μεταχειρίζεται ο σκηνοθέτης τις πρωταγωνίστριές του τα τελευταία χρόνια. Διστακτική αλλά πρόθυμη φίλη της που της συμπαραστέκεται είναι η Catharine Deneuve (ναι καλά διαβάσετε) στο ρόλο επίσης της μετανάστριας που δουλεύει στο ίδιο εργοστάσιο (ναι, κι αυτό καλά το διαβάσετε).. Στην πορεία η Selma θα κατηγορηθεί για φόνο και θα δικαστεί, θα περάσει πολλά μαρτύρια και αμέτρητα ψέματα θα ειπωθούν εις βάρος της. Σε αυτό το σημείο να πω ότι το σενάριο χαρακτηρίστηκε από τους επικριτές της ταινίας ως υλικό σαπουνόπερας, και με την άποψη αυτή θα συμφωνήσω 100%.
Οι ερμηνείες είναι άκρως αλλόκοτες. Η Bjork υποδύεται την Τσέχα που εργάζεται στην Αμερική και έχει βρετανική προφορά! Η προφορά της Catharine Deneuve είναι σαφώς γαλλική, ενώ τον μικρό που υποδύεται τον γιο της Bjork τον διακρίνει μία κάπως σλάβικη προφορά. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά –και όπως συμφωνούν και αρκετοί Αμερικάνοι θεατές- η ταινία δεν σε πείθει ότι διαδραματίζεται στην Αμερική. Πράγμα λογικό, αφού τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στη Σουηδία και τη Δανία. Αναλογίζεστε λοιπόν ότι επικρατεί ένα πολιτισμικό κομφούζιο και πραγματικά σε κάνει να σκέφτεσαι κατά πόσο μπορεί ένας σκηνοθέτης να υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού: ποιος καλλιτέχνης πραγματικά μπορεί να πιστεύει ότι θα μπορούσε να πείσει το κοινό τόσο για τις ταυτότητες των χαρακτήρων του όσο και για το φυσικό περιβάλλον της ταινίας;
Όσο για το γεγονός ότι πρόκειται για ταινία που τηρεί τους κανόνες του Dogme95 (φυσικός φωτισμός, όχι μακιγιάζ, χειροκίνητη κάμερα, κτλ.) είναι απίστευτα ριψοκίνδυνη η απόφαση του Lars von Trier να γυρίσει την ταινία σαν musical. Τα χορευτικά δεν πείθουν και υπάρχει ακόμα και έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στους χορευτές που δεν περνάει απαρατήρητη. Τα τραγούδια της Bjork δεν δένουν ούτε με τα αμερικάνικα μιούζικαλ που η ίδια θαυμάζει, ούτε με το γενικότερο περιβάλλον της ταινίας. Πέρα από τις πρόχειρες χορογραφίες η ταινία έχει μια πληθώρα από τεχνικά λάθη: τα μαλλιά της πρωταγωνίστριας σε κάποιες πολύ άσχημες μονταρισμένες σκηνές αλλάζουνε εμφανώς θέση σε κλάσματα δευτερολέπτου, ενώ υπάρχει πρόβλημα ανάμεσα στον συγχρονισμό του ήχου και αυτά που λένε οι χαρακτήρες. Το τελευταίο συμβαίνει επειδή κάποιοι ρόλοι παίζονται από Σουηδούς ηθοποιούς οι οποίοι μετά ξαναηχογραφήθηκαν από φωνές Αμερικάνων ηθοποιών. Και περισσότερα ακόμα “λάθη”: υποτίθεται ότι και η Bjork και η Deneuve υποδύονται δύο αλλοδαπές μετανάστριες και πραγματικά προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα αγγλικά τους δεν είναι καλά. Ωστόσο ο διάλογος είναι συχνά αφύσικος, αφού μπορεί μέσα στην ίδια πρόταση να χρησιμοποιήσουν τα πιο απλά αγγλικά και ξαφνικά να αναφέρουν τις πιο εξειδικευμένες εκφράσεις!
Η Bjork κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά (σύμφωνα με τα λεγόμενα της) που έπαιξε σε ταινία. Η συμπεριφορά της χαρακτηρίστηκε αντιεπαγγελματική αφού είναι αλήθεια ότι τόλμησε να αποχωρήσει κάποια στιγμή από το set χωρίς να δώσει εξηγήσεις, μόνο για να επιστρέψει ξανά τρεις μέρες αργότερα (φήμες θέλουν την Catharine Deneuve εξοργισμένη από τη συνεργασία της μαζί της). Προσωπικά βρίσκω τις ερμηνείες από τον κάθε ηθοποιό υπερβολικές όσο δεν χωράει άλλο. Και γι αυτό μάλλον ευθύνεται ο σκηνοθέτης, βάζοντας τους πρωταγωνιστές τους συχνά να κοιτάνε το κενό όσο μιλάνε, ακολουθώντας εύκολες λύσεις που συχνά συναντάμε σε φθηνές δραματικές τηλεπαραγωγές, ενώ επιμένει να κάνει zoom τονίζοντας κάθε σημαντική σκηνή, υποτιμώντας για άλλη μια φορά τη νοημοσύνη του θεατή και την ικανότητά του να προσέξει ο ίδιος τις λεπτομέρειες επί της οθόνης.
Επειδή όμως ήδη αναφέρθηκα στην υποτίμηση νοημοσύνης, νομίζω ότι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ψυχική εκμετάλλευση που είναι αναγκασμένος να υποστεί ο θεατής κατά τη διάρκεια της ταινίας. Όπου ο Lars von Trier χρησιμοποιεί κάθε μελοδραματικό τρικ για να συγκινήσει τον θεατή, να τον κάνει να νιώσει πραγματικά μάρτυρας του πιο μισάνθρωπου κόσμου, μέχρι που θα τον αναγκάσει να κλάψει. Για μένα αυτός ο ψυχικός καταναγκασμός είναι το χειρότερο στοιχείο της ταινίας και ντρέπομαι να ομολογήσω ότι την πρώτη φορά που είδα την ταινία στο σινεμά έπεσα θύμα του (στο τέλος θυμάμαι να φεύγω από την αίθουσα ράκος…)
Η ταινία άρεσε και αρέσει σε πολύ κόσμο. Οι φαν της Bjork τη λατρεύουν, το ίδιο και οι “σινεφίλ” που ενδιαφέρονται για πειραματικό σινεμά. Νομίζω είναι σημαντικό όμως να κρίνουμε την ταινία με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με το πόσο μας συγκίνησε (και παραδέχομαι για άλλη μια φορά ότι καμιά ταινία δεν με είχε συγκινήσει τόσο την πρώτη φορά που την είδα): πρόκειται για μία αντικειμενικά κακογυρισμένη ταινία (από τεχνική άποψη), αισθητικά χαμηλού επιπέδου, με υπερβολικές ερμηνείες που δεν πείθουν, χωρίς σαφή προσανατολισμό, με έντονες τις διαθέσεις του σκηνοθέτη για τη συναισθηματική εκμετάλλευση του θεατή. Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην τέχνη έχει μεγάλη σημασία η ειλικρίνεια με την οποία ο καλλιτέχνης φανερώνει την αλήθεια στο κοινό. Όπως συμβαίνει με πολλούς avant-garde καλλιτέχνες, πρόκειται για ένα έργο που δίνει την εντύπωση ότι δημιουργήθηκε για να προκαλέσει και να σπάσει κάποια καλούπια, με έναν επιφανειακό και ανειλικρινή τρόπο, χωρίς να καταφέρνει τελικά να μετουσιωθεί σε νέο είδος ή πρότυπο.
Προσωπική Αξιολόγηση: –6 / 11
ΥΓ. Για την βαθμολογία μου: είχα βάλει σε μία ταινία του Shyamalan –4/11. Όμως το Dancer in the Dark είναι κατώτερου επιπέδου, και δεν αναφέρομαι σε προσωπικούς ενδοιασμούς που μπορεί να έχω, αλλά ακόμα και αν το κρίνω μόνο από το τεχνικό του μέρος, το οποίο ενδείκνυται για αντικειμενική κριτική.
Απόσπασμα από την ταινία:
Monday, May 25, 2009
Κάννες 2009: Συγχαρητήρια στον Μ. Χάνεκε!
Ο Μίκαελ Χάνεκε μεγάλος νικητής, με τον Χρυσό Φοίνικα.
Το φετινό Φεστιβάλ Καννών χαρακτηρίστηκε ως η επιστροφή του καλού σινεμά, αφού χρόνια τώρα είχαν να συγκεντρωθούν τόσο σπουδαίοι auters σε έναν διαγωνισμό. Μεγάλος νικητής ο Michael Haneke που με την ταινία του Das Weisse Band (Η Λευκή Κορδέλα) κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα. Πέρα από την υψηλή ποιότητα των διαγωνιζόμενων ταινιών όμως, το φεστιβάλ συζητήθηκε αρκετά και για την προκλητικότητα τους.
Και ποιος πιο προκλητικός από τον Λαρς φον Τριερ; Η ταινία του Αντίχριστος σόκαρε κοινό και κριτικούς και αντιμετωπίστηκε κατά τη διάρκεια της προβολής της με γιουχαΐσματα, σφυρίγματα, φωνές και 4 λιποθυμίες. Και σαν μην έφτανε αυτό, η αφιέρωση της ταινίας στον Ταρκόφσκι φαίνεται ότι εξόργισε ακόμα περισσότερο τους κριτικούς. Πάντως η ταινία κατάφερε να «κερδίσει» ένα αντί-βραβείο: Το Ecumenical Prize δίνεται κάθε χρόνο σε ταινίες που προωθούν ανθρωπιστικές και πνευματικές αξίες. Ωστόσο, ο πρόεδρος της οικουμενικής επιτροπής φέτος αποφάσισε να κατηγορήσει την ταινία του Τριέρ λέγοντας, «Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μετά από αυτό που προκαλεί αυτή η ταινία…Είναι η πιο ‘μισογυνιστική’ ταινία, από τον αυτοαποκαλούμενο μεγαλύτερο σκηνοθέτη του κόσμου». (Ο ίδιος ο Λαρς φον Τρίερ πρόσφατα δήλωσε ότι δεν θα μπει στη διαδικασία να δικαιολογήσει την ταινία του, επειδή είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!!!) Πάντως η ταινία έφυγε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την Charlotte Gainsbourg.
Εικόνα από τον Αντίχριστο του Λαρς φον Τριέρ.
Άλλη ταινία που προκάλεσε αντιδράσεις στους κριτικούς ήταν το Inglourious Basterds του Tarantino. Η ταινία πήρε από καλές μέχρι πολύ κακές κριτικές, με τον Peter Bradshaw της Guardian να το χαρακτηρίζει ως απίστευτα βαρετό και χωρίς νόημα, ενώ για τον Brad Pitt που πρωταγωνιστεί στην ταινία, μίλησε για την χειρότερη ερμηνεία του μέχρι σήμερα. O συμπρωταγωνιστής του όμως, ο Αυστριακός Christoph Waltz κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Μετά τις κριτικές της ταινίας, ο Ταραντίνο δεν παρευρέθηκε στην τελετή απονομής.
Αίσθηση έκανε η ταινία του Jacques Audiard's Un Prophète η οποία πήρε πολύ καλές κριτικές από παντού γι αυτό και πολύ τη θεώρησαν το φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, αν και τελικά έφυγε με το Μεγάλο Βραβείο.
Έκπληξη ήταν το βραβείο σκηνοθεσίας στον Brillante Mendoza για την ταινία Kinatay, ενώ αισθητή ήταν η αποτυχία της ταινίας Bright Star της Jane Campion (Μαθήματα Πιάνου) να πάρει κάποιο βραβείο. Παρόμοια, χλιαρή μεταχείριση από την επιτροπή έτυχε και η νέα ταινία του Almodovar. Με αποδοκιμασία από τον Τύπο αντιμετωπίστηκε η βράβευση με το Βραβείο Επιτροπής του Thirst του Park Chan-Wook (Old Boy) και του Fish Tank της Andrea Arnold.
Επίσης, να αναφέρουμε την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, Κυνόδοντας, που κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο καλύτερης ταινίας στην κατηγορία Un Certain Regard (Ένα Κάποιο Βλέμμα)!
Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι πολλοί κριτικοί και δημοσιογράφοι έμειναν έκπληκτοι με την βράβευση του Χάνεκε με τον Χρυσό Φοίνικα, αφού δεν περίμεναν να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Έχω ήδη αναφέρει ότι είχα προβλέψει την νίκη του Χάνεκε, και αυτό δεν ήταν δύσκολη υπόθεση: για κάποιον που παρακολουθεί τις βραβεύσεις του φεστιβάλ κάθε χρόνο, μπορεί εύκολα να διακρίνει συγκεκριμένες τακτικές που ακολουθεί η επιτροπή. Υπάρχουν κάποια μεγάλα ονόματα στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που παίρνουν μέρος στον διαγωνισμό συχνά με σκοπό να αποσπάσουν το πρώτο βραβείο, και κάποια στιγμή θα το πετύχουν. Πόσο μάλλον όταν αυτοί οι σκηνοθέτες έχουν φτάσει τόσο κοντά στην πηγή, σε προηγούμενα φεστιβάλ, κερδίζοντας είτε το Μεγάλο Βραβείο ή το Βραβείο της Επιτροπής ή το FIPRESCI (και μια και το έφερε ο λόγος, ο Haneke απέσπασε και το FIPRESCI φέτος). Ενδεικτικά να αναφέρω τον Αγγελόπουλο, τον Κουστουρίτσα, τον Λαρς φον Τριέρ και τώρα η σειρά του Χάνεκε. Σκηνοθέτες που κερδίζοντας ένα από τα μεγάλα βραβεία, ήταν ένα βήμα πριν τον Χρυσό Φοίνικα (ο οποίος θα ακολουθούσε με την επόμενή τους ταινία). Χωρίς να θέλω να αφήσω να εννοηθεί ότι ο Χάνεκε δεν άξιζε το βραβείο. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές και προσωπικά δεν έχω κρύψει ποτέ ότι για μένα είναι ο σημαντικότερος εν ζωή σκηνοθέτης. Συγχαρητήρια λοιπόν στον Michael Haneke και σε ένα Φεστιβάλ που ειδικά φέτος είχε πολλές ποιοτικές ταινίες να αναδείξει.