Wednesday, July 13, 2011

Anywhere

 

 

Τις προάλλες κάποιος με ρώτησε ποια είναι η χειρότερη ταινία που είδα τα τελευταία δύο χρόνια. Το σκέφτηκα για λίγο, και ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία: Το Somewhere της Sofia Coppola. Δεν θα έλεγα ότι είναι ταινία κακή ή προσβλητική (βλ. Inglourius Basterds), απλώς είναι ό,τι πιο ανούσιο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Τι είχε στο μυαλό της άραγε η Coppola; Ήθελε μήπως η έλλειψη πλοκής, οι σιωπές και τα στατικά πλάνα να θυμίζουν ευρωπαϊκό κινηματογράφο; Κι αν ναι, είναι αυτά τα χαρακτηριστικά και οι τεχνικές αρκετές από μόνες τους για να παραπέμπουν σε Αντονιόνι (γιατί εκεί πήγε το μυαλό μου βλέποντας την ταινία – κάτι σε στυλ Επάγγελμα Ρεπόρτερ ή ίσως και σε Παρίσι-Τέξας του Βέντερς); Σαφώς και όχι. Για μένα η Coppola έκανε μια τρύπα στο νερό, μια ταινία χωρίς ουσία - κρίμα αν σκεφτείς ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να διατεθούν γι' άλλο σκοπό (ή και για άλλη ταινία). Αυτό που "δημιούργησε" δεν είναι ούτε τέχνη, ούτε διασκέδαση, ούτε αστείο, ούτε σοβαρό, ούτε ουσιαστικό, ούτε επιφανειακό, είναι ένα τίποτα, ένα anywhere, γι' αυτό και είναι χειρότερο από τις χειρότερες ταινίες.

Saturday, June 11, 2011

Φόρος τιμής: 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος

 

 

Η αγαπημένη μου σκηνή από την ταινία: σε ολόκληρο το τελευταίο μισάωρο βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της ταινίας. (Δυστυχώς πρέπει να πατήσετε στο σύνδεσμο που θα εμφανιστεί, ώστε να δείτε το βίντεο στο YouTube).

 

Μα είναι δυνατόν να έγινε αυτή η ταινία το 1968; Πώς στο καλό κατάφερε ο Kubrick να πει τόση αλήθεια για το τι συμβαίνει; Πώς σκαρφίστηκε να χρησιμοποιήσει τόσο ευφάνταστα τη μουσική του Ligeti, την εποχή μάλιστα που ο ίδιος ο Ligeti ήταν γνωστός μόνο σε έναν ελίτ κύκλο μουσικολόγων (πλέον βέβαια έχει αναγνωριστεί ως κορυφαίος συνθέτης – πράγμα δύσκολο στη σύγχρονη μουσική). Ταινία όμορφη και συνάμα εφιαλτική – αλήθεια πώς πάλι κατάφερε ο Kubrick να μετατρέψει σε εικόνα και ήχο τα όνειρά μου;

Δεν μπορώ να πω ότι ο Kubrick είναι καν από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Ωστόσο, θεωρώ το 2001 τόσο σπουδαία ταινία και επιπλέον με αγγίζει τόσο σε προσωπικό επίπεδο, που από μόνη της αρκεί για να έχω τον σκηνοθέτη της στο μυαλό μου ως από τους σπουδαιότερους. Τι είναι για μένα το 2001; Αριστουργηματικό, σπάνιο, θρυλικό, απίστευτα ρεαλιστικό, προφητικό, μοναδικό.

Monday, May 9, 2011

Werckmeister harmóniák

 

938147hpt2



Τίτλος: Werckmeister harmóniák  (Οι αρμονίες του Werckmeister)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2000



Ή πορεία του Bela Tarr είναι ιδιόμορφη. Ξεκίνησε ομολογουμένως να σκηνοθετεί ταινίες στο ύφος του Cassavetes και του Mike Leigh και κατέληξε σε αργόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο. Ειδικά τα ατέλειωτα μονοπλάνα αποτελούν σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τη ρομαντική μουσική του Mihály Vig, τη μεγάλη διάρκεια των ταινιών (το Satantango κρατάει 7 ώρες!)

Το σενάριο υπόσχεται μυστήριο και ατμόσφαιρα (κάτι που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά): βρισκόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη στην Ανατολική Ευρώπη, είναι χειμώνας και φαίνεται να υπάρχει ένα υπόκωφο κύμα αναστάτωσης στη μικρή αυτή κοινωνία. Αφίσες αναγγέλλουν τον ερχομό ενός τσίρκου με δύο μόνο θεάματα. Μια πελώρια βαλσαμωμένη φάλαινα και τον "Πρίγκιπα", μια αινιγματική φιγούρα με την ικανότητα να σαγηνεύει τα πλήθη. Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Janoς, ταχυδρόμος της κωμόπολης, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί εκφράσεις περιέργειας και αγωνίας στον πρόσωπό του.


tarr_werckmeister_harmonies


Κάποιες από τις σκηνές του Tarr είναι δεξιοτεχνικά και αισθητικά εντυπωσιακές, ωστόσο η μέθοδος του καταντά προβλέψιμη και κουραστική: μετά από ένα μακρύ μονοπλάνο που μπορεί να κρατά από 5 έως 10 λεπτά, ακολουθεί ένα άλλο με παρόμοια διάρκεια, μετά ένα άλλο, κ.ο.κ. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δηλαδή, είναι σαν να παρακολουθούμε αυτόνομες 10λεπτες σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη που, όσο και ατμοσφαιρικές κι αν είναι, κατά την άποψή μου δεν καταλήγουν σε κάτι ολοκληρωμένο. Σε αυτό ίσως να οφείλονται και οι ίδιες οι βλέψεις του σκηνοθέτη. Για να γίνω πιο σαφής, συχνά γίνεται λόγος για το μεταφυσικό και το πνευματικό στοιχείο στις ταινίες του Tarr. Ο ίδιος, ωστόσο, το αρνείται κατηγορηματικά στις συνεντεύξεις του λέγοντας ότι δεν έχει τίποτα θεωρητικό ή φιλοσοφικό κατά νου όταν σκηνοθετεί και ότι απλά γυρίζει σκηνές για να αναδείξει και να αποτυπώσει "τους ανθρώπους". Προσωπικά αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μιας και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα ακολουθεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες χωρίς ποτέ να καταφέρνει να μας πει κάτι για τον καθένα (ή να έστω αφήνει κάτι να εννοηθεί). Είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που συναντάμε στην ταινία που αν αναλογιστούμε ότι στον καθένα αναλογούν λίγα μόνο κινηματογραφικά λεπτά (σε μια ταινία που ο διάλογος είναι ελάχιστος) τότε πραγματικά δεν μας μένει τίποτα από τα πρόσωπα που παρακολουθούμε (πόσο μάλλον οι ανύπαρκτες προσωπικότητές τούς) Τι μας μένει τότε; Εκπληκτική φωτογραφία, παραμυθένια ατμόσφαιρα (ή μάλλον κάτι μεταξύ εφιάλτη και παραμυθιού), μονοπλάνα που από άποψη δεξιοτεχνίας σε αφήνουν άφωνο (μόνο η σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η κάμερα μπαινοβγαίνει από τα δωμάτια, αξίζει για να δεις την ταινία).

werckmeister-2


Η μόνη ένσταση μου είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο ζητάω κάτι παραπάνω από μία ταινία πέρα από εντυπωσιακή τεχνική και όμορφη φωτογραφία. Σίγουρα η καφκική ατμόσφαιρα επιτυγχάνει το στόχο της, όμως έχοντας ήδη δει την ταινία δύο φορές ένιωθα ότι έλειπε το κέντρο βάρους. Επίσης, οι ασαφείς δηλώσεις του σκηνοθέτη για τον κάπως τεχνικό και πρακτικό τρόπο που σκηνοθετεί, αρνούμενος κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, γίνονται αισθητές και μέσα στην ταινία όπου η προβλεψιμότητα της τεχνικής δεν έχει κάτι ουσιώδες να δώσει στον θεατή. Όπως και να 'χει όμως πρόκειται για μια πολύ καλά δουλεμένη ταινία, και για ένα γενναίο έργο τέχνης (από την άποψη ότι χρησιμοποιεί κάπως παλιομοδίτικες τεχνικές και στυλ που λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν). Αξίζει λοιπόν να δει κάποιος την ταινία αυτή για να βιώσει το μοναδικό στυλ και την σπάνια κινηματογραφική ματιά αυτού του σκηνοθέτη.

Δεν έχω δει ακόμα το Άλογο του Τορίνου. Ο ίδιος ο Tarr δήλωσε ότι ένας κύκλος έκλεισε και ότι πρόκειται για την τελευταία του ταινία. Αν είναι αλήθεια (μιας και στο παρελθόν, μετά από παρόμοιες δηλώσεις, σκηνοθέτες έχουν αλλάξει γνώμη), είναι πολύ κρίμα μιας και έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια φωνή στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      7  /  11

 

Η εντυπωσιακή αρχή της ταινίας

Wednesday, April 27, 2011

Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του

 

Uncle Boonmee who can recall his past lives poster sg

 

Τίτλος:     Loong Boonmee raleuk chat (Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του)

Σκηνοθέτης:  Apichatpong Weerasethakul

Παραγωγή:  2010



Το ότι ο Weerasethakul ξάφνιασε με τη νίκη του στις Κάννες κάποιους Έλληνες κριτικούς είναι λογικό – ο σκηνοθέτης ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό ταινίες του ήδη είχαν χαρακτηριστεί ως από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων (μπορείτε να διαβάσετε εδώ κριτική μου για προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη).

Ο θείος Μπούνμι είναι ετοιμοθάνατος. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών που περνάει ζωντανός στον κόσμο μας, δέχεται επισκέψεις από πνεύματα συγγενών του (όχι όλα σε ανθρώπινη μορφή). Όπως συμβαίνει συνήθως με τους μεγάλους σκηνοθέτες το σενάριο δεν παίζει σημαντικό ρόλο, δεν είναι καν η αφορμή για τη δημιουργία της ταινίας. Και όπως και με τις προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη δεν μιλάμε πλέον για δρώμενα επί της οθόνης, αλλά για μια πνευματική εμπειρία που ο θεατής μπορεί να βιώσει αν είναι αρκετά ανοιχτόμυαλος – τόσο απέναντι στην Τέχνη όσο και σε φιλοσοφικό/πνευματικό επίπεδο.


boon-spi
Στο τραπέζι μ' ένα πνεύμα…


Άψογα κινηματογραφημένο μες στη ζούγκλα και άκρως μυστηριακό με πολύ καλή χρήση της μουσικής και των ηλεκτρονικών ήχων, εν μέρει υπνωτικό, και άλλες φορές τελείως παραμυθένιο (η σκηνή με την πριγκίπισσα στον καταρράκτη και ο τρόπος που ερωτοτροπεί με το γατόψαρο δεν μπορούσε να είναι πιο σαγηνευτική!) Άνθρωποι, φύση και πνεύματα γίνονται το ένα και το αυτό, συνυπάρχοντας αρμονικά. Και σε όλη αυτή την απόκοσμη ατμόσφαιρα έρχεται να προστεθεί το τελευταίο μέρος της ταινίας, πιο σύγχρονο, λες και διαδραματίζεται ξαφνικά στο μέλλον. Όπου μετά τον θάνατο του θείου Μπούνμι παρακολουθούμε έναν νεαρό μοναχό με την κουνιάδα (;) του Μπουνμι και την κόρη της να συζητάνε και να παρακολουθούν τηλεόραση σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, προτού ο ίδιος μοναχός γδυθεί για να μπει στο ντους. Προσωπικά τη βρήκα από τις σημαντικότερες σκηνές στην ταινία, μιας και θα μπορούσε να αποτελεί ταυτόχρονα και ένα επιπλέον βάρος αλλά και το αντίβαρο σε ό,τι έχει προηγηθεί. Όπως και να 'χει η ταινία φαίνεται να διαδραματίζεται σε πολλές εποχές παράλληλα (κι ας διαδραματίζεται μόνο στο παρόν). Εκεί βρίσκεται κατ' εμέ και η μαγεία με τις ταινίες του Weerasethakul: με μοναδικό τρόπο σου ξεδιπλώνουν και απεικονίζουν τις παράλληλες ζωές μας, την πολλαπλή ύπαρξή μας μέσα στον χώρο και τον χρόνο, στις διάφορες μορφές μας. Η έννοια του πνεύματος, της αιώνιας ύπαρξης, θνητής και μη, παρουσιάζεται από τον σκηνοθέτη σαν δεδομένη αλήθεια, όπου δεν χωράνε ερωτήματα. Σαν μία απλή καθημερινότητα. Ο θεατής που είναι ανοιχτός σε διαφορετικές υπαρξιακές φιλοσοφίες ή γενικότερα ο απελευθερωμένος από στενά θρησκευτικά δόγματα άνθρωπος θα εισπράξει κάτι περισσότερο από δύο απολαυστικές ώρες βλέποντας την ταινία.


boon-hotel


Παραδόξως και σε αυτή την ταινία η ελληνική κριτική δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης σε σχέση με το πως αντιμετωπίστηκε η συγκεκριμένη ταινία στην Ευρώπη (παρόμοιο trend ισχύει με διάφορες άλλες ταινίες των τελευταίων χρόνων, από τη Λευκή Κορδέλα του Χάνεκε μέχρι το Άλογο του Τορίνο του Ταρ – πράγμα διόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι αμερικανικές ταινίες τύπου Κοεν ή πιο ανεξάρτητες όπως το πρόσφατο Winter's Bone ή ακόμα και μετριότατες αγγλικές παραγωγές όπως ο Λόγος του Βασιλιά θεωρούνται εδώ αριστουργήματα). Πραγματικά κρίμα μιας σε αυτή την περίπτωση και πρόκειται από τις σημαντικότερες πρόσφατες ταινίες.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      9.5  /  11

 

Το trailer της ταινίας

Friday, January 28, 2011

Black Swan

 

blackswan-poster

 

Τίτλος: Black Swan (Μαύρος Κύκνος)

Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2010

 

Η νέα ταινία του Aronofsky ξεκινά με μία καταπληκτική σκηνή όπου παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να χορεύει μπαλέτο κάτω από το φως ενός προβολέα και γύρω το απόλυτο σκοτάδι. Από μόνη της αυτή η αρχή υπόσχεται πολλά για την εξέλιξη της ταινίας και σε βάζει στο κλίμα: η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, με μεταμοντέρνες πινελιές, και μία συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων που φαίνεται να έχει έξυπνα επιλέξει ο σκηνοθέτης για να αποδώσει τις βασικές διαθέσεις της ηρωίδας. Η χρήση της κάμερας επίσης –η οποία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια σε κάθε της κίνηση-, εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα σε όλη την ταινία (ίσως λίγο υπερβολικά). Τα παραπάνω αποτελούν τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας του Aronofsky. Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά το χάος με τις αμέτρητες αδυναμίες της ταινίας.

Ας ξεκινήσω από το σενάριο… Καταρχάς να αναφέρω ότι η ταινία έχει να κάνει με το ανέβασμα της Λίμνης των Κύκνων, κι εμείς παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια, Νίνα, να παίρνει τον κεντρικό ρόλο και να προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις του. Με κάπως αφελές και λίγο προσβλητικό τρόπο βλέπουμε ότι: οι μπαλαρίνες είναι συνεχώς αγχωμένες και δεν έχουν κοινωνική ζωή, ο σκηνοθέτης του μπαλέτου είναι γοητευτικός, αυστηρός και πρέπει να κοιμηθείς μαζί του για να πάρεις τον ρόλο, υπάρχει πάντα η αντίπαλη χορεύτρια που θέλει να κλέψει τον ρόλο σου – κι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα κλισέ που παρατηρεί η κριτικός χορού Sarah Kaufman σε άρθρο της για την ταινία.

 

swan-both


Έπειτα, ο σκηνοθέτης φαίνεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας: από την αρχή κιόλας της ταινίας βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές (τον σκηνοθέτη μπαλέτου σε αυτή την περίπτωση) να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων στις μπαλαρίνες - επιπόλαιο τέχνασμα του Aronofsky σε μία απόπειρα να εξηγήσει τι συμβαίνει στον θεατή της ταινίας, μιας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μπαλαρίνα που να μην γνωρίζει τι συμβαίνει στο συγκεκριμένο μπαλέτο. (Αυτό σε βάζει σε περαιτέρω σκέψεις: αν ο σκηνοθέτης απευθύνει την επεξήγηση στον τελείως ανυποψίαστο θεατή που δεν έχει επαφή με την τέχνη, τότε γιατί να θέλει να προορίζεται η ταινία του σε τέτοιο target group;) Επιπλέον, υπάρχουν κάποια τεχνικά λάθη όσον αφορά το μπαλέτο: στην ταινία μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια μπορεί να υποδυθεί άπταιστα τον λευκό κύκνο, αλλά πρέπει να γίνει πιο αυθόρμητη και προκλητική για να υποδυθεί τον μαύρο κύκνο. Στην πραγματικότητα ο ρόλος του μαύρου κύκνου είναι πιο απαιτητικός από τεχνική άποψη και το να γίνεις απλά πιο σκληρή και ανέμελη (όπως ζητά ο σκηνοθέτης του μπαλέτου) δεν βοηθά καθόλου μια πραγματική μπαλαρίνα.

Επιπλέον, κάποιες στιγμές μένουν ανεξήγητες και φαίνονται γελοίες. Η μητέρα της Νίνα (την οποία υποδύεται η εξαιρετική Barbara Hershey) αγοράζει μία τούρτα για να γιορτάσουν το γεγονός ότι η κόρη της κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν η Νίνα λέει με τον πιο αθώο τρόπο ότι δεν έχει όρεξη για τούρτα, η μητέρα της αλλάζει διάθεση εντελώς απότομα και αδικαιολόγητα, λες και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο, και ετοιμάζεται να πετάξει την τούρτα στα σκουπίδια (!!!) Σε άλλη σκηνή η Νίνα δέχεται την πρόταση του σκηνοθέτη της να τον ακολουθήσει σπίτι του, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από αυτόν. Διάλογοι όπως αυτός στην σκηνή που ο ίδιος σκηνοθέτης πάλι την ρωτάει, "You' re not a virgin are you? Do you enjoy making love?", πρέπει να περιλαμβάνονται στα σημεία που έκαναν τον κριτικό του New Yorker, David Denby, να αναφέρει ότι συχνά η ταινία αγγίζει το γελοίο.

Όσον αφορά την ερμηνεία της Natalie Portman (κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες και έχει σίγουρο το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας) ταιριάζει η παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι". Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η Portman δεν παίζει καλά. Παίζει ικανοποιητικά. Αλλά ως εκεί. Κι αυτό γιατί αν και καλή ηθοποιός, η ίδια η ταινία και, συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία, περιορίζουν τον ρόλο της σε μερικές γκριμάτσες: η Νίνα συνεχώς είναι δακρυσμένη, τρέμουν τα χείλη της, μιλάει με σιγανή φωνή, σουφρώνει τα φρύδια της. Έχουμε δηλαδή μία ερμηνεία που περιορίζεται σε 4-5 εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

natalie_portman_ballerina_black_swan


Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει την ευκαιρία στον θεατή να απολαύσει τον κόσμο του μπαλέτου κι ας πρόκειται για μία ταινία όπου αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα. Ο σκηνοθέτης μπαλέτου της ταινίας μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η παράσταση, αλλά όταν αυτή ξεκινήσει δεν βλέπουμε παρά ελάχιστες βιαστικές σκηνές που δεν αποδίδουν καθόλου το κλίμα της Λίμνης των Κύκνων: αντιθέτως βλέπουμε πολλά εφέ και υπερβολές καθώς η Νίνα μεταμορφώνεται σε μαύρο κύκνο.

Το σενάριο είναι προβλέψιμο, χιλιοειπωμένο (όχι ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα, αν φυσικά γίνει σωστή δουλειά) και κυρίως απλοϊκό – ο έμπειρος σινεφίλ θεατής θα νομίζει ότι η ταινία προορίζεται για το νεανικό κοινό. Τα μηνύματα της ταινίας (γιατί δεν γίνεται ταινία του Aronofsky χωρίς μηνύματα) είναι συγκεχυμένα και μπορούν εύκολα να αποπροσανατολίσουν τους νεαρούς θεατές, προς λάθος κατευθύνσεις. Όσοι γνωρίζουν από χορό και μπαλέτο θα βρούνε κάποια λάθη – τόσο βασικά που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Τα κλισέ στο σενάριο αμέτρητα.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι αδικώ την ταινία μιας και στην Ελλάδα πήρε γενικά καλές κριτικές, προτείνω να ρίξουν και μια ματιά και σε κριτικές του ξένου Τύπου. Επίσης, αν και δεν θέλω να δικαιολογούμαι, η ταινία δεν έχει μόνο αδυναμίες, γι' αυτό και στην πρώτη παράγραφο αναφέρομαι στα δυνατά της σημεία. Παρ' όλα αυτά δεν παύει, κατά την άποψή μου, να είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη, σαφώς κατώτερη από τον Παλαιστή.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      2  /  11