Saturday, October 8, 2011

The Tree of Life



The-Tree-of-Life-trailer



Ι. Το Δέντρο της Ζωής

Πριν λίγο καιρό γράφοντας για το 2001, αναρωτιόμουν πώς θα ήταν άραγε για το κοινό της εποχής να βιώσει μία ταινία τέτοιας «έκτασης». Ποια θα ήταν η αντίδρασή του στο σινεμά και πώς θα ένιωθε όταν θα έβγαινε από την σκοτεινή αίθουσα; Θα είχα άραγε την τύχη να βιώσω μία τέτοια εμπειρία, όπου βλέποντας μία ταινία μένεις τόσο μαγεμένος από αυτό που ξετυλίγεται μπροστά σου που δεν σε νοιάζει τόσο το τι θα ακολουθήσει στην ταινία, ούτε πώς και γιατί, αλλά το ποιος είσαι εσύ και γιατί, ποιοι είναι οι άλλοι, Ποιος μας καθορίζει. Ήδη έχεις ξεκινήσει να νιώθεις ένα είδος επικοινωνίας με αυτό που βλέπεις ή που νομίζεις ότι βλέπεις – μία επικοινωνία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν την ταινία, απλώς τώρα επιβεβαιώνεται (ίσως για πρώτη, ίσως για πολλοστή φορά).

Εν μέρει μόνο, αυτού του είδους η «αφύπνιση» αιτιολογείται από το γεγονός ότι το Δέντρο της Ζωής δεν στέκεται μόνο σε κινηματογραφικά πλαίσια και δεδομένα. Ναι, η ταινία έχει υπέροχη φωτογραφία, δεξιοτεχνικές και εμπνευσμένες λήψεις, υπέροχη μουσική (ακούγονται αδιάκοπα πολλά από τα αριστουργήματα του δυτικού πολιτισμού), ελλειπτική σκηνοθεσία που αφήνει χώρο για διάφορες ερμηνείες... Μόνο που αυτός ο χώρος είναι άπειρος: το έργο του Μάλικ δεν περιορίζεται στα στενά όρια καμίας Τέχνης. Είναι η τέχνη που υπερβαίνει αυτά τα όρια για να γίνει μέρος της ζωής καθαυτής. Ένας συνεχώς διαστελλόμενος, συνεχώς άφταστος Κόσμος, καθόλου διαφορετικός από το όραμα της δημιουργίας του Μάλικ που βρίσκεται εντός της ταινίας (και ταυτόχρονα, όσο τη βλέπουμε, διαρκώς επεκτείνεται εκτός της).

Το περιεχόμενό της δεν αποτελεί πλέον το δεδομένο-αυτονόητο αλλά το προς εξερεύνηση-αυτονόητο. Ταινία για τους λίγους,  μιας και δεν είναι όλοι σε θέση να αντιληφθούν πολλαπλές αλήθειες, οι οποίες συνήθως δεν φθάνουν καν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Υπάρχει μία διαφορά μεταξύ μιας κρυμμένης και μιας μη συνειδητοποιημένης αλήθειας. Αυτοί που έχουν επίγνωση αυτής της διαφοράς είναι κι αυτοί που πιο πιθανώς θα εντρυφήσουν στο όραμα και τη δημιουργία του Μάλικ.

Η κάμερα του τελευταίου  φαίνεται να παρατηρεί κάθε έμβιο ον, ανθρώπους, ζώα και φυτά, λες και τα βλέπει για πρώτη φορά, μόνο και μόνο για να αναρωτηθεί το πιο απλό και αρχέγονο ερώτημα κάθε φιλοσοφίας: Τι είναι και γιατί υπάρχει; 

Επική, λυρική, συναισθηματική, οικουμενική, είναι επίθετα που μειώνουν την ταινία. Όπως επίσης οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας περιορίζει με τις λέξεις κάτι τόσο μεγαλειώδες και συνάμα ταπεινό!

Αναπάντητα ερωτήματα και ταυτόχρονα γνωστά κατακλύζουν Το Δέντρο της Ζωής.

Και η ταινία, αλήθεια, πού τελειώνει και πού αρχίζει; Και η μέση πότε προκύπτει; Σε πόσα επίπεδα κινείται ο χρόνος και ο χώρος… εντός ή εκτός αυτής; Στο τέλος στην ταινία του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει. Στην αρχή της ταινίας του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει.

 

Το Lacrimosa του Preisner–τροποποιημένο από τον συνθέτη ειδικά για την ταινία.



ΙΙ. Το Δέντρο της Ζωής στην Ελλάδα:

Στην Ελλάδα η υποδοχή της ταινίας δεν υπήρξε εξίσου θερμή με εκείνη των ξένων κριτικών κινηματογράφου. Πράγμα λογικό, αν λάβουμε υπόψη την αποστροφή του αυτοαποκαλούμενου «διανοούμενου» Έλληνα για οτιδήποτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως «χριστιανικό» ή θρησκευτικό, για να μην πω πνευματικό. Επιπλέον, δυστυχώς ο Μάλικ υπήρξε πανεπιστημιακός καθηγητής Φιλοσοφίας και όχι cult Αμερικάνος σκηνοθέτης που φτιάχνει ταινίες για ναρκωτικά, σεξ και διαστροφή, βία, κύκνους, μαφία και παράλληλες πραγματικότητες με τρισδιάστατα εφέ σε συνδυασμό με πολεμικές τέχνες. Δεν προκαλεί με δηλώσεις, αντιθέτως σπάνια δίνει συνεντεύξεις και ποτέ σχεδόν δεν εμφανίζεται σε φεστιβάλ.

Σε αυτή τη χώρα ό,τι δεν προκαλεί, δεν είναι και κουλ - αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι περισσότερο «σινεφίλ» (lol)  είναι εικοσάρηδες με σχεδόν ανύπαρκτη κινηματογραφική παιδεία. Για να επιστρέψουμε στο θέμα του Χριστιανισμού, όμως, ο Άγγλος κριτικός κινηματογράφου Peter Bradshaw έγραψε: «Ο κόσμος ερχόταν επανειλημμένα να με επικρίνει για τα καλά μου λόγια για την ταινία. Μου έλεγαν ότι η ταινία είναι βαρετή, προσποιητή και –κυρίως- χριστιανική! "Δεν συνειδητοποίησες", με ρωτούσαν, "ότι ο Μάλικ είναι χριστιανός;"» Ωστόσο ο ίδιος ο Bradshaw παραβλέπει αυτό το γεγονός (άλλωστε ο Μάλικ είναι περισσότερο ένας ουμανιστής φιλόσοφος που αναφέρεται σε όλες τις θρησκείες) και κλείνει την κριτική του συμπεραίνοντας ότι, «η ταινία μπορεί να μην είναι για τον καθένα, αλλά κάνει πολλούς άλλους σκηνοθέτες να φαίνονται αδύναμοι και συνεσταλμένοι».

Wednesday, September 14, 2011

Το Δέντρο της Ζωής του Μάλικ και γιατί αποφεύγω να πηγαίνω σινεμά

 

treeWarn


Έχω διαβάσει αρκετά για τις αντιδράσεις του κοινού κατά την προβολή του Δέντρου της Ζωής του Μάλικ. Φαίνεται ότι πολύς κόσμος αποχωρούσε από το σινεμά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Οι λόγοι πολλοί και διάφοροι: βρήκαν την ταινία βαρετή, δύσκολη, πειραματική, ακαταλαβίστικη, προσποιητή, “δήθεν”. Στην Αμερική πολλοί ήταν αυτοί οι θεατές που, αφού αποχωρούσαν από την αίθουσα, ζητούσαν τα λεφτά τους πίσω. Το παράδοξο είναι ότι αρκετοί ιδιοκτήτες κινηματογράφων για να αποφύγουν κάτι τέτοιο έσπευσαν να αναρτήσουν πόστερ δίπλα από αυτό της ταινίας προειδοποιώντας το κοινό ότι το Δέντρο της Ζωής δεν ακολουθεί μία τυπική, γραμμική δομή και, συνεπώς,  από τη στιγμή που οι θεατές έχουν προειδοποιηθεί γι’ αυτό, δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση σε περίπτωση που αποφασίσουν να φύγουν στη μέση της ταινίας. Όπως και να έχει, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να δω την ταινία του Μάλικ σε μία γεμάτη αίθουσα, ύστερα από απίστευτες μαρτυρίες για τη συμπεριφορά των θεατών, τις οποίες έχω διαβάσει σε διάφορα κινηματογραφικά forum.


Η αλήθεια είναι ότι πλέον δεν πάω παρά σπάνια σινεμά: αποφεύγω τα Multiplex και μέρες-ώρες προβολής που μαζεύουν πολύ κόσμο. Έχω ρωτήσει αρκετές φορές στο ταμείο πόσο γεμάτο είναι το σινεμά πριν πάρω εισιτήριο για μια ταινία, και άλλες φορές δεν αγοράζω καν εισιτήριο αν εντοπίσω παρέες από φασαριόζους νεαρούς στην ουρά. Βέβαια, όσο ήμουν φοιτητής δεν με πείραζε το κοινό όσο θορυβώδες κι αν ήταν, εάν επρόκειτο για κάποια πρόχειρη ταινιούλα ή καμιά χαζοκωμωδία. Πλέον τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό το κοινό έχει γίνει πολύ ενοχλητικό - ίσως από την άλλη, βέβαια, να ήταν ανέκαθεν έτσι.


Έχει να κάνει με την κουλτούρα και την παιδεία του κάθε λαού ως ένα βαθμό. Στην Αγγλία εκλαμβάνουν συχνά την πνευματώδη ποιότητα μιας ταινίας ως σαρκασμό και χιούμορ: είχα πάει, θυμάμαι, σε ειδικό αφιέρωμα στον Κισλόφσκι όπου είχε προβληθεί η τριλογία του. Στο φινάλε, όπου με απολύτως ευφυή τρόπο ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει τους ηθοποιούς της τριλογίας το κοινό ξέσπασε σε γέλια. Σε γέλια ξεσπούσε επίσης όποτε ο σκηνοθέτης μας αποκάλυπτε μια από τις πολλαπλές “συμπτώσεις” στις ταινίες του - κάτι που ερχόταν τελείως σε αντίθεση με την σοβαρότητα της Μπλε και της Κόκκινης ταινίας.  Σε μία άλλη περίπτωση, όταν έβλεπα τη Δασκάλα του Πιάνου του Χάνεκε σε αγγλικό σινεμά, με το που έπεσαν οι τίτλοι του τέλους, άκουσα κάποιον από πίσω μου να σχολιάζει: «Αυτοί οι Γάλλοι σκηνοθέτες πάντα επιλέγουν τόσο απότομο τέλος» (φυσικά ο Χάνεκε δεν είναι καν Γάλλος). Σε μία άλλη ταινία, γαλλική αυτή τη φορά, η κοπέλα που καθόταν από πίσω μου είχε σπαράξει στο κλάμα σε μια σκηνή βιασμού (που αν είχε διαβάσει για την ωμότητα της ταινίας, έπρεπε να ήξερε τι μας περιμένει όλους – και η αλήθεια είναι ότι ένας Θεός ξέρει γιατί εμείς που ξέραμε, αποφασίσαμε να ζήσουμε τέτοιο μαρτύριο για μιάμιση ώρα).


Η αντίδραση του κοινού - είτε λεκτική, είτε με γέλια και κλάματα, δεν με αφορά. Μπορεί εγώ να ερμηνεύσω ως άκρως συγκινητική μία σκηνή που ο διπλανός μου θα βρει αστεία (για δικούς του ακατανόητους λόγους) και να γελάσει, προσβάλλοντας ταυτόχρονα και τις προθέσεις του σκηνοθέτη ("είμαι πιο εξυπνάκιας από τον Μάλικ, οπότε ας κοροϊδέψω λίγο το έργο του") αλλά και επηρεάζοντας τη δική μου διάθεση ως θεατή.


Αυτά όσο ήμουν στην Αγγλία. Στην Ελλάδα μπορούμε να προσθέσουμε επιπλέον ενοχλητικές συμπεριφορές στη λίστα: κινητά που όχι μόνο τα αφήνουν και χτυπάνε, αλλά τα απαντάνε κιόλας! Πολύ περισσότερο ποπ κορν και νάτσος (τουλάχιστον στην Αγγλία οι θεατές δεν πάνε σινεμά για να φάνε - το κάνουν πριν ή μετά). “Δήθεν” κόσμο που αναλύει τις προθέσεις του σκηνοθέτη στο φουαγιέ ή στην ουρά για την αίθουσα. Και πολλά άλλα.


Σε γενικές γραμμές παντού όλο και κάποιος στο τέλος της ταινίας θα την σχολιάσει ως “ψευτοκουλτουριάρα” και σπουδαιοφανή. Όλο και κάποιος θα βρει την ευκαιρία να γελάσει, τονίζοντας την παρουσία του στο χώρο (περιμένει καραδοκώντας την ευκαιρία να βρει κάτι που ίσως να θεωρηθεί έστω και λίγο αστείο, ώστε ο ίδιος να ακουστεί!)


Λοιπόν, όταν πληρώνω χ ευρώ εισιτήριο για να πάω σινεμά, όταν έχω κάνει τόση απόσταση και θυσιάζω τον πολύτιμο χρόνο μου για να δω μια ταινία, θέλω να μπορώ να την απολαύσω σε απόλυτη ησυχία. Θα μου πείτε, φίλε πολλά ζητάς. Για την ελληνική νοοτροπία ίσως. Γνωστός μου στην Ολλανδία μου είπε ότι το κοινό εκεί παραμένει βουβό κατά την αρχή, τη μέση και το τέλος της ταινίας. Ίσως να υπερβάλλει. Κι όμως το πιστεύω. «Τότε μείνε σπιτάκι σου και μην μας τα πρήζεις», θα προσθέσετε. Μα αυτό ακριβώς και κάνω τα τελευταία χρόνια. Χίλιες φορές να δω την ταινία σε DVD, μες στην ησυχία μου, με τις σημειώσεις μου, να μπορώ να επαναλάβω σκηνές και διαλόγους, να κάνω παύση, να ψάξω μία γρήγορη αναφορά στο internet. Μειωμένη εμπειρία; Ποια; Ότι δεν θα απολαύσω τη Λευκή Κορδέλα σε Dolby Surround ή ότι δεν θα δω Bela Tarr σε 3D (Θεός φυλάξοι!)

Όπως βλέπω μια όπερα, ακούω μια ορχήστρα, ή παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση σε ένας σαφώς πιο ήσυχο περιβάλλον, έτσι θέλω να βλέπω και ταινίες. Δυστυχώς είναι γεγονός ότι σε σχέση με άλλες εκδηλώσεις τέχνης το σινεμά παραμένει λιγότερο ελιτίστικο (ακόμα και σε καλές ταινίες, άξιες να θεωρηθούν τέχνη) και περισσότερο εκλαϊκευμένο. Γι’ αυτό και εν συγκρίσει το κοινό είναι λιγότερο διαπαιδαγωγημένο και μυημένο στο σινεμά, με αποτέλεσμα να δείχνει και λιγότερο σεβασμό σε αυτή την Τέχνη.

 

Wednesday, July 13, 2011

Anywhere

 

 

Τις προάλλες κάποιος με ρώτησε ποια είναι η χειρότερη ταινία που είδα τα τελευταία δύο χρόνια. Το σκέφτηκα για λίγο, και ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία: Το Somewhere της Sofia Coppola. Δεν θα έλεγα ότι είναι ταινία κακή ή προσβλητική (βλ. Inglourius Basterds), απλώς είναι ό,τι πιο ανούσιο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Τι είχε στο μυαλό της άραγε η Coppola; Ήθελε μήπως η έλλειψη πλοκής, οι σιωπές και τα στατικά πλάνα να θυμίζουν ευρωπαϊκό κινηματογράφο; Κι αν ναι, είναι αυτά τα χαρακτηριστικά και οι τεχνικές αρκετές από μόνες τους για να παραπέμπουν σε Αντονιόνι (γιατί εκεί πήγε το μυαλό μου βλέποντας την ταινία – κάτι σε στυλ Επάγγελμα Ρεπόρτερ ή ίσως και σε Παρίσι-Τέξας του Βέντερς); Σαφώς και όχι. Για μένα η Coppola έκανε μια τρύπα στο νερό, μια ταινία χωρίς ουσία - κρίμα αν σκεφτείς ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να διατεθούν γι' άλλο σκοπό (ή και για άλλη ταινία). Αυτό που "δημιούργησε" δεν είναι ούτε τέχνη, ούτε διασκέδαση, ούτε αστείο, ούτε σοβαρό, ούτε ουσιαστικό, ούτε επιφανειακό, είναι ένα τίποτα, ένα anywhere, γι' αυτό και είναι χειρότερο από τις χειρότερες ταινίες.

Saturday, June 11, 2011

Φόρος τιμής: 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος

 

 

Η αγαπημένη μου σκηνή από την ταινία: σε ολόκληρο το τελευταίο μισάωρο βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της ταινίας. (Δυστυχώς πρέπει να πατήσετε στο σύνδεσμο που θα εμφανιστεί, ώστε να δείτε το βίντεο στο YouTube).

 

Μα είναι δυνατόν να έγινε αυτή η ταινία το 1968; Πώς στο καλό κατάφερε ο Kubrick να πει τόση αλήθεια για το τι συμβαίνει; Πώς σκαρφίστηκε να χρησιμοποιήσει τόσο ευφάνταστα τη μουσική του Ligeti, την εποχή μάλιστα που ο ίδιος ο Ligeti ήταν γνωστός μόνο σε έναν ελίτ κύκλο μουσικολόγων (πλέον βέβαια έχει αναγνωριστεί ως κορυφαίος συνθέτης – πράγμα δύσκολο στη σύγχρονη μουσική). Ταινία όμορφη και συνάμα εφιαλτική – αλήθεια πώς πάλι κατάφερε ο Kubrick να μετατρέψει σε εικόνα και ήχο τα όνειρά μου;

Δεν μπορώ να πω ότι ο Kubrick είναι καν από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Ωστόσο, θεωρώ το 2001 τόσο σπουδαία ταινία και επιπλέον με αγγίζει τόσο σε προσωπικό επίπεδο, που από μόνη της αρκεί για να έχω τον σκηνοθέτη της στο μυαλό μου ως από τους σπουδαιότερους. Τι είναι για μένα το 2001; Αριστουργηματικό, σπάνιο, θρυλικό, απίστευτα ρεαλιστικό, προφητικό, μοναδικό.

Monday, May 9, 2011

Werckmeister harmóniák

 

938147hpt2



Τίτλος: Werckmeister harmóniák  (Οι αρμονίες του Werckmeister)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2000



Ή πορεία του Bela Tarr είναι ιδιόμορφη. Ξεκίνησε ομολογουμένως να σκηνοθετεί ταινίες στο ύφος του Cassavetes και του Mike Leigh και κατέληξε σε αργόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο. Ειδικά τα ατέλειωτα μονοπλάνα αποτελούν σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τη ρομαντική μουσική του Mihály Vig, τη μεγάλη διάρκεια των ταινιών (το Satantango κρατάει 7 ώρες!)

Το σενάριο υπόσχεται μυστήριο και ατμόσφαιρα (κάτι που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά): βρισκόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη στην Ανατολική Ευρώπη, είναι χειμώνας και φαίνεται να υπάρχει ένα υπόκωφο κύμα αναστάτωσης στη μικρή αυτή κοινωνία. Αφίσες αναγγέλλουν τον ερχομό ενός τσίρκου με δύο μόνο θεάματα. Μια πελώρια βαλσαμωμένη φάλαινα και τον "Πρίγκιπα", μια αινιγματική φιγούρα με την ικανότητα να σαγηνεύει τα πλήθη. Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Janoς, ταχυδρόμος της κωμόπολης, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί εκφράσεις περιέργειας και αγωνίας στον πρόσωπό του.


tarr_werckmeister_harmonies


Κάποιες από τις σκηνές του Tarr είναι δεξιοτεχνικά και αισθητικά εντυπωσιακές, ωστόσο η μέθοδος του καταντά προβλέψιμη και κουραστική: μετά από ένα μακρύ μονοπλάνο που μπορεί να κρατά από 5 έως 10 λεπτά, ακολουθεί ένα άλλο με παρόμοια διάρκεια, μετά ένα άλλο, κ.ο.κ. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δηλαδή, είναι σαν να παρακολουθούμε αυτόνομες 10λεπτες σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη που, όσο και ατμοσφαιρικές κι αν είναι, κατά την άποψή μου δεν καταλήγουν σε κάτι ολοκληρωμένο. Σε αυτό ίσως να οφείλονται και οι ίδιες οι βλέψεις του σκηνοθέτη. Για να γίνω πιο σαφής, συχνά γίνεται λόγος για το μεταφυσικό και το πνευματικό στοιχείο στις ταινίες του Tarr. Ο ίδιος, ωστόσο, το αρνείται κατηγορηματικά στις συνεντεύξεις του λέγοντας ότι δεν έχει τίποτα θεωρητικό ή φιλοσοφικό κατά νου όταν σκηνοθετεί και ότι απλά γυρίζει σκηνές για να αναδείξει και να αποτυπώσει "τους ανθρώπους". Προσωπικά αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μιας και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα ακολουθεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες χωρίς ποτέ να καταφέρνει να μας πει κάτι για τον καθένα (ή να έστω αφήνει κάτι να εννοηθεί). Είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που συναντάμε στην ταινία που αν αναλογιστούμε ότι στον καθένα αναλογούν λίγα μόνο κινηματογραφικά λεπτά (σε μια ταινία που ο διάλογος είναι ελάχιστος) τότε πραγματικά δεν μας μένει τίποτα από τα πρόσωπα που παρακολουθούμε (πόσο μάλλον οι ανύπαρκτες προσωπικότητές τούς) Τι μας μένει τότε; Εκπληκτική φωτογραφία, παραμυθένια ατμόσφαιρα (ή μάλλον κάτι μεταξύ εφιάλτη και παραμυθιού), μονοπλάνα που από άποψη δεξιοτεχνίας σε αφήνουν άφωνο (μόνο η σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η κάμερα μπαινοβγαίνει από τα δωμάτια, αξίζει για να δεις την ταινία).

werckmeister-2


Η μόνη ένσταση μου είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο ζητάω κάτι παραπάνω από μία ταινία πέρα από εντυπωσιακή τεχνική και όμορφη φωτογραφία. Σίγουρα η καφκική ατμόσφαιρα επιτυγχάνει το στόχο της, όμως έχοντας ήδη δει την ταινία δύο φορές ένιωθα ότι έλειπε το κέντρο βάρους. Επίσης, οι ασαφείς δηλώσεις του σκηνοθέτη για τον κάπως τεχνικό και πρακτικό τρόπο που σκηνοθετεί, αρνούμενος κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, γίνονται αισθητές και μέσα στην ταινία όπου η προβλεψιμότητα της τεχνικής δεν έχει κάτι ουσιώδες να δώσει στον θεατή. Όπως και να 'χει όμως πρόκειται για μια πολύ καλά δουλεμένη ταινία, και για ένα γενναίο έργο τέχνης (από την άποψη ότι χρησιμοποιεί κάπως παλιομοδίτικες τεχνικές και στυλ που λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν). Αξίζει λοιπόν να δει κάποιος την ταινία αυτή για να βιώσει το μοναδικό στυλ και την σπάνια κινηματογραφική ματιά αυτού του σκηνοθέτη.

Δεν έχω δει ακόμα το Άλογο του Τορίνου. Ο ίδιος ο Tarr δήλωσε ότι ένας κύκλος έκλεισε και ότι πρόκειται για την τελευταία του ταινία. Αν είναι αλήθεια (μιας και στο παρελθόν, μετά από παρόμοιες δηλώσεις, σκηνοθέτες έχουν αλλάξει γνώμη), είναι πολύ κρίμα μιας και έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια φωνή στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      7  /  11

 

Η εντυπωσιακή αρχή της ταινίας