Thursday, June 25, 2009

Belle de Jour

(Η Ωραία της Ημέρας)
belle_de_jour

Τίτλος: Belle de Jour (1967) (Η Ωραία της Ημέρας)
Σκηνοθέτης: Luis Buñuel
Παραγωγή: 1967

Έξοχη ταινία. Θυμάμαι είχα πρωτοδεί το Belle de Jour, σε μία επανέκδοση πριν κάποια χρόνια. Το ξαναείδα πρόσφατα και δεν περίμενα να μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση (σκεπτόμενος ότι μάλλον δεν είναι από τις καλύτερες του Buñuel, αν και ομολογουμένως είναι η πιο προσιτή του).

Η Catherine Deneuve –δεν θυμάμαι να την έχω δει πιο γοητευτική- υποδύεται την Séverine Serizy, μια ευσεβή, αριστοκρατική γυναίκα που ζει σε ένα πολυτελές διαμέρισμα με τον γοητευτικό χειρούργο σύζυγό της και φαντασιώνεται ερωτικές σκηνές σαδομαζοχισμού και ταπείνωσης. Σύντομα θα αποφασίσει να εργαστεί κρυφά σε οίκο ανοχής τα απογεύματα, κάνοντας έτσι μία διπλή ζωή.

belledejoubedr

Η ερμηνεία της Deneuve είναι η καλύτερη μάλλον που έχω δει από την ίδια κι αυτό γιατί ο ρόλος της αριστοκρατικής, συγκρατημένης πόρνης πολυτελείας της ταιριάζει γάντι (!!!) Η μεταμόρφωσή της όταν θα ερωτευθεί τον επικίνδυνο εγκληματία Marcel (άλλη μία έξοχη ερμηνεία από τον Pierre Clementi) είναι άξια θαυμασμού για το πως καταφέρνει να αλλάξει εσωτερικά, παραμένοντας φαινομενικά η ίδια! Για μένα αυτό είναι το μεγαλείο της πραγματικά εξαιρετικής ερμηνείας: σχεδόν αδιάκριτες αλλαγές στον τρόπο συμπεριφοράς του ηθοποιού, που σε πείθουν αυτομάτως ότι έχει γίνει μία εσωτερική μεταμόρφωση, χωρίς ωστόσο αυτή η αλλαγή να είναι ορατή στο ανεξοικείωτο μάτι του μέσου θεατή!

Ο Buñuel με στωική, απέριττη σκηνοθεσία, αποφεύγει κάθε συναισθηματισμό και υπερβολή και μπαίνει κατευθείαν στην ουσία. Μοναδικό τέχνασμα, που ξεφεύγει από την αποστασιοποιημένη κινηματογραφική του αντικειμενικότητα, οι σκηνές ερωτικών φαντασιώσεων που συνοδεύονται από τον ήχο των αλόγων που σέρνουν το κάρο, και που με τη σειρά τους δημιουργούν μία ονειρική ατμόσφαιρα, τρομακτική και ψυχρή ταυτόχρονα. Και σε αυτό το σημείο να κάνω και μία αναφορά στο χιτσκοκικό σασπένς που δημιουργεί ο σκηνοθέτης και πραγματικά σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας.

Belle_de_jourkeyhole

Το να πει κανείς ότι το νόημα της ταινίας είναι η αποτύπωση της πτώσης της μπουρζουαζίας και της καλής κοινωνίας, είναι σαν να μειώνει το έργο σε αυτονόητα κλισέ. Η ταινία έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος και πιστεύω ότι δεν μπορεί να αγγίξει όλους τους ανθρώπους: συγκεκριμένα δεν απευθύνεται σε άτομα σεμνότυφα και συντηρητικά που δεν παραδέχονται καν τις φαντασιώσεις τους. Είναι για ένα πιο ελίτ κοινό, πιο διανοούμενο, το οποίο συμπεριλαμβάνει και τον φιλήδονο θεατή (ή καλύτερα τον φιλήδονο, αλλά σεξουαλικά καταπιεσμένο άνθρωπο).

Το Belle de Jour είναι μία πολύ κομψή και αριστοκρατική ταινία από αισθητική άποψη. Κρύβει όμως τη σκληρή πραγματικότητα μιας πέτρινης, άκαρδης θα λέγαμε ηδονής, της σαρκικής επαφής με το άγνωστο και αντίθετο από αυτό που είμαστε. Ορίζει την (αυτο)ταπείνωση ως αναγκαιότητα για μία υγιή ερωτική ζωή. Η απιστία και το ψέμα είναι απαραίτητα πλέον για την εξισορρόπηση μιας συζυγικής ζωής, ακόμα κι όταν αγαπάς τον σύντροφό σου: μόνο έτσι μπορείς να του προσφέρεις τον αληθινό σου εαυτό. Ακούγονται προκλητικά όλα αυτά; Το Belle de Jour σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να επιτέλους να δεις την ηρωίδα του ευτυχισμένη. Δεν είναι μία απλά καλή ταινία, είναι ένα εξαιρετικό έργο τέχνης δοσμένο με κρύα χειμερινά χρώματα, από έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη και με μία αξέχαστη ερμηνεία από την κορυφαία Catherine Deneuve. 

Προσωπική Αξιολόγηση: 9 / 11
Σκηνή από την ταινία: η Catherine Deneuve υποδέχεται τον πρώτο της πελάτη – κάπως άτσαλα και αποτυχημένα…

Wednesday, June 3, 2009

Dancer in the Dark

Τίτλος: Dancer in the Dark

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2000

Ξεκινώντας να πω ότι ο Lars von Trier έιναι ένας σκηνοθέτης που θαυμάζω για την τόλμη του και τους ριψοκίνδυνους πειραματισμούς του με τον κινηματογράφο, και ένας καλλιτέχνης του οποίου τα έργα περιμένω κάθε φορά με έντονη ανυπομονησία (και η αλήθεια είναι ότι κάθε ταινία του μου αφήνει κάτι το διαφορετικό).

Έχοντας πει τα παραπάνω, να τονίσω ότι όσοι δεν έχετε ξαναδεί ταινία του Lars von Trier είναι καλύτερα να ξεκινήσετε από το Breaking the Waves (Δαμάζοντας τα Κύματα). Το Dancer in the Dark ναι μεν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 2000, αλλά δίχασε τους κριτικούς. Συγκεκριμένα είχε την ίδια αποδοχή που έτυχε και η νέα ταινία του σκηνοθέτη (Αντίχριστος) στο φετινό φεστιβάλ: γιουχαΐσματα και χειροκρότημα. Βέβαια στο φετινό φεστιβάλ ο Lars von Trier αυτοανακηρύχθηκε ως “ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!”, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Προσωπικά θυμάμαι ότι η δική μου εμπειρία την πρώτη φορά που είδα το Dancer in the Dark στο σινεμά ήταν μοναδική: πρώτη φορά είχα βιώσει συναισθήματα θλίψης και πόνου τόσο έντονα, όσο έβλεπα την ταινία.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Bjork στο ρόλο μιας φτωχής μητέρας από την πρώην Τσεχοσλοβακία που σταδιακά χάνει το φως της. Γι αυτό κι έχοντας μετακομίσει στην Αμερική ως εργάτρια σε εργοστάσιο, προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για την εγχείρηση του γιού της (μας εξηγεί ότι η ασθένεια της είναι κληρονομική). Η Selma (όπως και ονομάζεται ο χαρακτήρας που υποδύεται η Bjork) λατρεύει τα musicals (αυτό λειτουργεί και ως πρόφαση για τον σκηνοθέτη ώστε να μετατρέψει την ταινία σε ένα πειραματικό musical). Κατά τη διάρκεια της ταινίας λοιπόν, η Selma θα πέσει θύμα απίστευτης εκμετάλλευσης, όπως συνηθίζει άλλωστε να μεταχειρίζεται ο σκηνοθέτης τις πρωταγωνίστριές του τα τελευταία χρόνια. Διστακτική αλλά πρόθυμη φίλη της που της συμπαραστέκεται είναι η Catharine Deneuve (ναι καλά διαβάσετε) στο ρόλο επίσης της μετανάστριας που δουλεύει στο ίδιο εργοστάσιο (ναι, κι αυτό καλά το διαβάσετε).. Στην πορεία η Selma θα κατηγορηθεί για φόνο και θα δικαστεί, θα περάσει πολλά μαρτύρια και αμέτρητα ψέματα θα ειπωθούν εις βάρος της. Σε αυτό το σημείο να πω ότι το σενάριο χαρακτηρίστηκε από τους επικριτές της ταινίας ως υλικό σαπουνόπερας, και με την άποψη αυτή θα συμφωνήσω 100%.

dancer_in_the_dark_2000_685x385


Οι ερμηνείες είναι άκρως αλλόκοτες. Η Bjork υποδύεται την Τσέχα που εργάζεται στην Αμερική και έχει βρετανική προφορά! Η προφορά της Catharine Deneuve είναι σαφώς γαλλική, ενώ τον μικρό που υποδύεται τον γιο της Bjork τον διακρίνει μία κάπως σλάβικη προφορά. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά –και όπως συμφωνούν και αρκετοί Αμερικάνοι θεατές- η ταινία δεν σε πείθει ότι διαδραματίζεται στην Αμερική. Πράγμα λογικό, αφού τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στη Σουηδία και τη Δανία. Αναλογίζεστε λοιπόν ότι επικρατεί ένα πολιτισμικό κομφούζιο και πραγματικά σε κάνει να σκέφτεσαι κατά πόσο μπορεί ένας σκηνοθέτης να υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού: ποιος καλλιτέχνης πραγματικά μπορεί να πιστεύει ότι θα μπορούσε να πείσει το κοινό τόσο για τις ταυτότητες των χαρακτήρων του όσο και για το φυσικό περιβάλλον της ταινίας;

Όσο για το γεγονός ότι πρόκειται για ταινία που τηρεί τους κανόνες του Dogme95 (φυσικός φωτισμός, όχι μακιγιάζ, χειροκίνητη κάμερα, κτλ.) είναι απίστευτα ριψοκίνδυνη η απόφαση του Lars von Trier να γυρίσει την ταινία σαν musical. Τα χορευτικά δεν πείθουν και υπάρχει ακόμα και έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στους χορευτές που δεν περνάει απαρατήρητη. Τα τραγούδια της Bjork δεν δένουν ούτε με τα αμερικάνικα μιούζικαλ που η ίδια θαυμάζει, ούτε με το γενικότερο περιβάλλον της ταινίας. Πέρα από τις πρόχειρες χορογραφίες η ταινία έχει μια πληθώρα από τεχνικά λάθη: τα μαλλιά της πρωταγωνίστριας σε κάποιες πολύ άσχημες μονταρισμένες σκηνές αλλάζουνε εμφανώς θέση σε κλάσματα δευτερολέπτου, ενώ υπάρχει πρόβλημα ανάμεσα στον συγχρονισμό του ήχου και αυτά που λένε οι χαρακτήρες. Το τελευταίο συμβαίνει επειδή κάποιοι ρόλοι παίζονται από Σουηδούς ηθοποιούς οι οποίοι μετά ξαναηχογραφήθηκαν από φωνές Αμερικάνων ηθοποιών. Και περισσότερα ακόμα “λάθη”: υποτίθεται ότι και η Bjork και η Deneuve υποδύονται δύο αλλοδαπές μετανάστριες και πραγματικά προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα αγγλικά τους δεν είναι καλά. Ωστόσο ο διάλογος είναι συχνά αφύσικος, αφού μπορεί μέσα στην ίδια πρόταση να χρησιμοποιήσουν τα πιο απλά αγγλικά και ξαφνικά να αναφέρουν τις πιο εξειδικευμένες εκφράσεις!

Η Bjork κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά (σύμφωνα με τα λεγόμενα της) που έπαιξε σε ταινία. Η συμπεριφορά της χαρακτηρίστηκε αντιεπαγγελματική αφού είναι αλήθεια ότι τόλμησε να αποχωρήσει κάποια στιγμή από το set χωρίς να δώσει εξηγήσεις, μόνο για να επιστρέψει ξανά τρεις μέρες αργότερα (φήμες θέλουν την Catharine Deneuve εξοργισμένη από τη συνεργασία της μαζί της). Προσωπικά βρίσκω τις ερμηνείες από τον κάθε ηθοποιό υπερβολικές όσο δεν χωράει άλλο. Και γι αυτό μάλλον ευθύνεται ο σκηνοθέτης, βάζοντας τους πρωταγωνιστές τους συχνά να κοιτάνε το κενό όσο μιλάνε, ακολουθώντας εύκολες λύσεις που συχνά συναντάμε σε φθηνές δραματικές τηλεπαραγωγές, ενώ επιμένει να κάνει zoom τονίζοντας κάθε σημαντική σκηνή, υποτιμώντας για άλλη μια φορά τη νοημοσύνη του θεατή και την ικανότητά του να προσέξει ο ίδιος τις λεπτομέρειες επί της οθόνης.

Επειδή όμως ήδη αναφέρθηκα στην υποτίμηση νοημοσύνης, νομίζω ότι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην ψυχική εκμετάλλευση που είναι αναγκασμένος να υποστεί ο θεατής κατά τη διάρκεια της ταινίας. Όπου ο Lars von Trier χρησιμοποιεί κάθε μελοδραματικό τρικ για να συγκινήσει τον θεατή, να τον κάνει να νιώσει πραγματικά μάρτυρας του πιο μισάνθρωπου κόσμου, μέχρι που θα τον αναγκάσει να κλάψει. Για μένα αυτός ο ψυχικός καταναγκασμός είναι το χειρότερο στοιχείο της ταινίας και ντρέπομαι να ομολογήσω ότι την πρώτη φορά που είδα την ταινία στο σινεμά έπεσα θύμα του (στο τέλος θυμάμαι να φεύγω από την αίθουσα ράκος…)

Η ταινία άρεσε και αρέσει σε πολύ κόσμο. Οι φαν της Bjork τη λατρεύουν, το ίδιο και οι “σινεφίλ” που ενδιαφέρονται για πειραματικό σινεμά. Νομίζω είναι σημαντικό όμως να κρίνουμε την ταινία με αντικειμενικά κριτήρια και όχι με το πόσο μας συγκίνησε (και παραδέχομαι για άλλη μια φορά ότι καμιά ταινία δεν με είχε συγκινήσει τόσο την πρώτη φορά που την είδα): πρόκειται για μία αντικειμενικά κακογυρισμένη ταινία (από τεχνική άποψη), αισθητικά χαμηλού επιπέδου, με υπερβολικές ερμηνείες που δεν πείθουν, χωρίς σαφή προσανατολισμό, με έντονες τις διαθέσεις του σκηνοθέτη για τη συναισθηματική εκμετάλλευση του θεατή. Προσωπική μου άποψη είναι ότι στην τέχνη έχει μεγάλη σημασία η ειλικρίνεια με την οποία ο καλλιτέχνης φανερώνει την αλήθεια στο κοινό. Όπως συμβαίνει με πολλούς avant-garde καλλιτέχνες, πρόκειται για ένα έργο που δίνει την εντύπωση ότι δημιουργήθηκε για να προκαλέσει και να σπάσει κάποια καλούπια, με έναν επιφανειακό και ανειλικρινή τρόπο, χωρίς να καταφέρνει τελικά να μετουσιωθεί σε νέο είδος ή πρότυπο.

Προσωπική Αξιολόγηση: –6 / 11

ΥΓ. Για την βαθμολογία μου: είχα βάλει σε μία ταινία του Shyamalan –4/11. Όμως το Dancer in the Dark είναι κατώτερου επιπέδου, και δεν αναφέρομαι σε προσωπικούς ενδοιασμούς που μπορεί να έχω, αλλά ακόμα και αν το κρίνω μόνο από το τεχνικό του μέρος, το οποίο ενδείκνυται για αντικειμενική κριτική.

Απόσπασμα από την ταινία:

Monday, May 25, 2009

Κάννες 2009: Συγχαρητήρια στον Μ. Χάνεκε!

hanekeAward Ο Μίκαελ Χάνεκε μεγάλος νικητής, με τον Χρυσό Φοίνικα.

Το φετινό Φεστιβάλ Καννών χαρακτηρίστηκε ως η επιστροφή του καλού σινεμά, αφού χρόνια τώρα είχαν να συγκεντρωθούν τόσο σπουδαίοι auters σε έναν διαγωνισμό. Μεγάλος νικητής ο Michael Haneke που με την ταινία του Das Weisse Band (Η Λευκή Κορδέλα) κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα. Πέρα από την υψηλή ποιότητα των διαγωνιζόμενων ταινιών όμως, το φεστιβάλ συζητήθηκε αρκετά και για την προκλητικότητα τους.

Και ποιος πιο προκλητικός από τον Λαρς φον Τριερ; Η ταινία του Αντίχριστος σόκαρε κοινό και κριτικούς και αντιμετωπίστηκε κατά τη διάρκεια της προβολής της με γιουχαΐσματα, σφυρίγματα, φωνές και 4 λιποθυμίες. Και σαν μην έφτανε αυτό, η αφιέρωση της ταινίας στον Ταρκόφσκι φαίνεται ότι εξόργισε ακόμα περισσότερο τους κριτικούς. Πάντως η ταινία κατάφερε να «κερδίσει» ένα αντί-βραβείο: Το Ecumenical Prize δίνεται κάθε χρόνο σε ταινίες που προωθούν ανθρωπιστικές και πνευματικές αξίες. Ωστόσο, ο πρόεδρος της οικουμενικής επιτροπής φέτος αποφάσισε να κατηγορήσει την ταινία του Τριέρ λέγοντας, «Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μετά από αυτό που προκαλεί αυτή η ταινία…Είναι η πιο ‘μισογυνιστική’ ταινία, από τον αυτοαποκαλούμενο μεγαλύτερο σκηνοθέτη του κόσμου». (Ο ίδιος ο Λαρς φον Τρίερ πρόσφατα δήλωσε ότι δεν θα μπει στη διαδικασία να δικαιολογήσει την ταινία του, επειδή είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο!!!) Πάντως η ταινία έφυγε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την Charlotte Gainsbourg.

anticr Εικόνα από τον Αντίχριστο του Λαρς φον Τριέρ.

Άλλη ταινία που προκάλεσε αντιδράσεις στους κριτικούς ήταν το Inglourious Basterds του Tarantino. Η ταινία πήρε από καλές μέχρι πολύ κακές κριτικές, με τον Peter Bradshaw της Guardian να το χαρακτηρίζει ως απίστευτα βαρετό και χωρίς νόημα, ενώ για τον Brad Pitt που πρωταγωνιστεί στην ταινία, μίλησε για την χειρότερη ερμηνεία του μέχρι σήμερα. O συμπρωταγωνιστής του όμως, ο Αυστριακός Christoph Waltz κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Μετά τις κριτικές της ταινίας, ο Ταραντίνο δεν παρευρέθηκε στην τελετή απονομής.

Αίσθηση έκανε η ταινία του Jacques Audiard's Un Prophète η οποία πήρε πολύ καλές κριτικές από παντού γι αυτό και πολύ τη θεώρησαν το φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, αν και τελικά έφυγε με το Μεγάλο Βραβείο.

Έκπληξη ήταν το βραβείο σκηνοθεσίας στον Brillante Mendoza για την ταινία Kinatay, ενώ αισθητή ήταν η αποτυχία της ταινίας Bright Star της Jane Campion (Μαθήματα Πιάνου) να πάρει κάποιο βραβείο. Παρόμοια, χλιαρή μεταχείριση από την επιτροπή έτυχε και η νέα ταινία του Almodovar. Με αποδοκιμασία από τον Τύπο αντιμετωπίστηκε η βράβευση με το Βραβείο Επιτροπής του Thirst του Park Chan-Wook (Old Boy) και του Fish Tank της Andrea Arnold.

Επίσης, να αναφέρουμε την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, Κυνόδοντας, που κατάφερε να αποσπάσει το βραβείο καλύτερης ταινίας στην κατηγορία Un Certain Regard (Ένα Κάποιο Βλέμμα)!

Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι πολλοί κριτικοί και δημοσιογράφοι έμειναν έκπληκτοι με την βράβευση του Χάνεκε με τον Χρυσό Φοίνικα, αφού δεν περίμεναν να κερδίσει το πρώτο βραβείο. Έχω ήδη αναφέρει ότι είχα προβλέψει την νίκη του Χάνεκε, και αυτό δεν ήταν δύσκολη υπόθεση: για κάποιον που παρακολουθεί τις βραβεύσεις του φεστιβάλ κάθε χρόνο, μπορεί εύκολα να διακρίνει συγκεκριμένες τακτικές που ακολουθεί η επιτροπή. Υπάρχουν κάποια μεγάλα ονόματα στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που παίρνουν μέρος στον διαγωνισμό συχνά με σκοπό να αποσπάσουν το πρώτο βραβείο, και κάποια στιγμή θα το πετύχουν. Πόσο μάλλον όταν αυτοί οι σκηνοθέτες έχουν φτάσει τόσο κοντά στην πηγή, σε προηγούμενα φεστιβάλ, κερδίζοντας είτε το Μεγάλο Βραβείο ή το Βραβείο της Επιτροπής ή το FIPRESCI (και μια και το έφερε ο λόγος, ο Haneke απέσπασε και το FIPRESCI φέτος). Ενδεικτικά να αναφέρω τον Αγγελόπουλο, τον Κουστουρίτσα, τον Λαρς φον Τριέρ και τώρα η σειρά του Χάνεκε. Σκηνοθέτες που κερδίζοντας ένα από τα μεγάλα βραβεία, ήταν ένα βήμα πριν τον Χρυσό Φοίνικα (ο οποίος θα ακολουθούσε με την επόμενή τους ταινία). Χωρίς να θέλω να αφήσω να εννοηθεί ότι ο Χάνεκε δεν άξιζε το βραβείο. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές και προσωπικά δεν έχω κρύψει ποτέ ότι για μένα είναι ο σημαντικότερος εν ζωή σκηνοθέτης. Συγχαρητήρια λοιπόν στον Michael Haneke και σε ένα Φεστιβάλ που ειδικά φέτος είχε πολλές ποιοτικές ταινίες να αναδείξει.

Δείγμα της άψογης φωτογραφίας που υπόσχεται η νικήτρια ταινία του Χάνεκε.

Sunday, May 24, 2009

Καννες 2009: Τα βραβεία!


Μόλις ανακοινώθηκαν τα βραβεία για το φετινό Φεστιβάλ Καννών 2009.

Όπως πολύ σωστά είχα προβλέψει στην προηγούμενη ανάρτησή μου (και στα σχόλια) τον Χρυσό Φοίνικα πήρε ο Haneke με το Das Weisse Band.

To μεγάλο βραβείο στον Audiard, για την ταινία του Un Prophete, που ήταν φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα.

Θα ακολουθήσει ενημερωμένη ανάρτηση σε λίγες ώρες. Προς το παρόν εδώ η λίστα με όλες τις βραβεύσεις.

Την άποψη μου για τον Hanake την έχω ξαναπεί: ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της εποχής μας! Οπότε και φυσικά και χάρηκα για την αναγνώρισή του, για την οποία ήμουν και σίγουρος χωρίς να δω την ταινία.

Tuesday, May 12, 2009

Mouchette

Γιατί διαφωνώ με τις τεχνικές κάποιου σκηνοθέτη και ωστόσο λατρεύω τις ταινίες του!

Mouchette


Τίτλος: Mouchette

Σκηνοθέτης: Robert Bresson

Παραγωγή: 1967


Πώς γίνεται να διαφωνείς με τη σκηνοθετική προσέγγιση ενός σκηνοθέτη, αλλά παρ' όλα αυτά να βρίσκεις αριστουργηματικές τις ταινίες του;

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με εμένα και τον Bresson. Ιδού και η προσέγγιση και απόψεις του για το σινεμά με τις οποίες και διαφωνώ:

Ο Bresson έλεγε λοιπόν ότι δεν τον ενδιαφέρει να κάνει ένα είδος δραματικού θεάτρου με τις ταινίες του. Πίστευε ότι για το δράμα αρκεί το θέατρο, ενώ ο σκοπός του κινηματογράφου είναι να βρει νέους τρόπους να μιλήσει στον θεατή. Γι αυτό και η μουσική σπανίζει από τις ταινίες του, ή μάλλον είναι ελάχιστη. Σπάνια επίσης χρησιμοποιεί επαγγελματίες ηθοποιούς, ενώ επιμένει να γυρίζει κάθε σκηνή ακόμα και δεκάδες φορές, συχνά εξαντλώντας τους "ηθοποιούς" του. Σκοπός να κάνει τους τελευταίους να "ξεχάσουν" ότι υποδύονται κάποιον ρόλο. Το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά φυσικό είναι.

Που βρίσκεται λοιπόν η διαφωνία μου με το σινεμά του Bresson; Καταρχήν, πιστεύω ότι στο σινεμά ένας δημιουργός οφείλει να χρησιμοποιεί όλα τα τεχνητά μέσα που έχει στη διάθεση σου, για να φτιάξει κάτι πολυσύνθετο από τη στιγμή που έχεις αυτή τη δυνατότητα: φωτισμό, πολύπλοκες αλλαγές πλάνων, απαιτητικό μοντάζ, επαγγελματίες ηθοποιούς, σίγουρα μουσική (αυτή άλλωστε είναι και η μαγεία του σινεμά και η βασική διαφορά του από το θέατρο). Ο Bresson σχεδόν πάντα στήνει την κάμερα ακριβώς στο κέντρο του πλάνου, και από μέτρια ή κοντινή απόσταση, εστιάζοντας κατεξοχήν στον ηθοποιό. Είναι μία τεχνική που προσωπικά βρίσκω αποπνικτική -- ομολογώ ότι μου λείπουν τα μεγάλα, πανοραμικά πλάνα και οι αργές λήψεις από απόσταση που συχνά σου δίνουν τη δυνατότητα να στοχαστείς και να κάνεις κάποια ανασκόπηση. Από την άλλη, με το να χρησιμοποιεί μη επαγγελματίες ηθοποιούς σε αποστασιοποιεί, κατά κάποιον τρόπο, από τους ήρωες του. Οι ερμηνείες τους είναι από αδιάφορες, ως υπερβολικές και απλά κακές (αν και, παραδόξως, κατά κάποιον τρόπο οι βασικοί πρωταγωνιστές καταφέρνουν να ξεχωρίσουν). Εν τέλει, νομίζω ότι ο Bresson με το σινεμά του καταφέρνει περισσότερο να αποδώσει αυτό που ακριβώς αποφεύγει: το θέατρο. Με την εστίαση στους χαρακτήρες, τον συχνά αφύσικο διάλογο, την στατική κάμερα, την υπερβολική ερμηνεία.

mouch

Κι όμως ξαναβλέποντας χθες το Mouchette του 1967, από τις καλύτερες δημιουργίες του Bresson, δεν μπορώ να κρύψω πόσο με άγγιξε. Ναι, όλα τα στοιχεία που με ενοχλούν στο σινεμά του ήταν εκεί. Όμως μόνο το βλέμμα της πρωταγωνίστριας είναι αρκετό για να σε πείσει για τις διαθέσεις του σκηνοθέτη.

Το σενάριο είναι διασκευασμένο από το μυθιστόρημα γάλλου συγγραφέα Georges Bernanos, το οποίο εκδόθηκε το 1937. Βασικά παρακολουθούμε την 14χρονη Mouchette (Nadine Nortier) να προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα σκληρό και άκαρδο κόσμο όλο υποκρισία. Η μητέρα της αργοπεθαίνει, ο πατέρας της αλκοολικός. Η ίδια η Mouchette είναι η μόνη που μπαίνει στο σχολείο με τα φτωχά και βρώμικα ρούχα της, γεμάτα τρύπες, σωστά κουρέλια. Η δασκάλα την εξευτελίζει. Οι συμμαθητές της την κοροϊδεύουν και γελάνε μαζί της. Η αντίδραση της Mouchette είναι να κρύβεται σε ένα χαντάκι πριν και μετά το σχολείο για να πετάει πέτρες και χώματα στις συμμαθήτριες της. Ή πριν μπει στην εκκλησία, να βουτάει επίτηδες τα παπούτσια της (παντόφλες είναι στην ουσία) στη λάσπη για να λερώσει το πάτωμα. Η Mouchette φαίνεται να μισεί τους πάντες εκτός από έναν: έναν επιληπτικό μεθύστακα που της ομολογεί ότι πιθανώς μες στη μέθη του να έχει διαπράξει φόνο (Jean-Claude Guilbert, από τους λίγους ηθοποιούς που εμφανίζονται σε ταινίες του Bresson). Αν και αρχικά θα της εμπιστευθεί τα πάντα, αργότερα ο ίδιος δεν θα διστάσει να της επιτεθεί. Η Mouchette παρ’ όλα αυτά θα τον βοηθήσει, του υπόσχεται να κρατήσει το μυστικό του, και ακόμα κι όταν αυτός προσπαθήσει να τη βιάσει, αυτή θα τον αγκαλιάσει εγκάρδια.

Η ταινία έχει πολλά επίπεδα, αλλά κυρίως λειτουργεί σαν μια χριστιανική παραβολή πάνω στην ανιδιοτελή αγάπη και τη σαθρότητα της κοινωνίας. Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο κριτικός, Dennis Schwartz, δεν πρόκειται για μία ταινία που αφορά την Mouchette, αλλά όλη την ανθρωπότητα, τον καθέναν από εμάς. Γιατί, κακά τα ψέματα, λίγο-πολύ οι περισσότεροι από εμάς έχουμε παίξει και τους δύο ρόλους: από τη μία έχουμε υπάρξει σαν την Mouchette κάποια στιγμή, από την άλλη αποτελούμε μέρος μιας κοινωνίας που σαπίζει ηθικά και περιφρονεί κάθε Mouchette. Αν και δυστυχώς, στο τέλος, είναι λίγα οι άνθρωποι που έχουν το θάρρος και την τόλμη της νεαρής πρωταγωνίστριας: πραγματικά πιστεύω ότι αυτοί που μπορούν να κατανοήσουν τον ορισμό της ανιδιοτελής αγάπης (που είναι και η μόνη πραγματική αγάπη), είναι ελάχιστοι.

5.0.3

Δεν θα αναφερθώ στο συγκλονιστικό τέλος της ταινίας με όλη την απλότητα που το σκηνοθετεί ο Bresson, όχι για να μην αποκαλύψω τι συμβαίνει, αλλά για να αφήσω τον θεατή να βιώσει από μόνος του την αμεσότητα και ειλικρίνεια με την οποία ο σκηνοθέτης θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί του. Τελικά, συνειδητοποιώ ότι ίσως εκεί να βρίσκεται και η δύναμη αυτού του σκηνοθέτη: στο γεγονός ότι αποφεύγει τελείως το δράμα: Το παραπάνω σενάριο ακούγεται σίγουρα μελοδραματικό. Όμως ο Bresson καταφέρνει να αποφύγει τελείως το συναίσθημα, για να φτάσει... στο συναίσθημα. Ότι είναι ένας ποιητής του κινηματογράφου το παραδέχομαι, κι ας έχω διαφωνήσει με τις τεχνικές τους (προσωπικά γούστα είναι αυτά άλλωστε, που αφορούν καθαρά την τεχνική του σκηνοθέτη): τόσο η σκηνή που η Mouchette ταΐζει το μωρό-αδερφό της, καδραρισμένη και φωτισμένη από τον φακό σαν μία Μαντόνα, όσο και η σκηνή με τα πτηνά στην αρχή και τα λαγουδάκια στο τέλος, επιβεβαιώνουν την ικανότητα μερικών σκηνοθετών να γράφουν ποίηση επί της οθόνης με τις πιο απλές τεχνικές (χωρίς το παραμικρό ειδικό εφέ ή καν μουσική).

Μία πολύ ανθρώπινη ταινία (και με την καλή και με την κακή έννοια) που σε αγγίζει σε πολλά επίπεδα και που ο καθένας οφείλει να δει με την πρώτη ευκαιρία, γιατί μας αφορά όλους.

Προσωπική Αξιολόγηση: 9,5 / 11


Απόσπασμα από την ταινία: