Thursday, July 14, 2016

Irrational Man (Παράλογος Άνθρωπος)


Τίτλος: Irrational Man (Παράλογος Άνθρωπος)

Σκηνοθέτης: Woody Allen

Παραγωγή: 2015





Μερικές φορές είναι δύσκολο να γράψεις για κάτι ανούσιο ή βαρετό. Πρόκειται ωστόσο για ταινία του Woody Allen γι΄αυτό και αποφάσισα να δώσω διπλή βαθμολογία στο τέλος, μία για το πώς αξιολογώ την ταινία υπό την σκηνοθεσία του Woody Allen και μία για το πώς θα την αξιολογούσα εάν επρόκειτο για δημιούργημα άλλου σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι αν δεν είχε υπάρξει σεναριογράφος ο Woody Allen η ταινία ίσως να μη γινόταν ποτέ. Έχοντας πει αυτά, θα ήθελα να πληροφορήσω τον αναγνώστη ότι ο Woody Allen έχει σκηνοθετήσει μερικές από τις πιο αστείες και αγαπημένες μου κωμωδίες (Love and Death, Sleeper), οπότε θα είμαι επιεικής τόσο στις απόψεις μου όσο και στη βαθμολογία.




Είναι η ταινία κακή; Όχι, αλλά είναι σχεδόν αδιάφορη. O Joaquin Phoenix είναι ο αμφιλεγόμενος, ανατρεπτικός, αλλά και γοητευτικός καθηγητής πανεπιστημίου με το όνομα Abe, τον οποίο ερωτεύονται η φοιτήτριά του Jill (Emma Stone) και η συνάδελφός του Rita (Parker Posey). Ο φαινομενικά βαρετός Abe λίγο πριν τη μέση της ταινίας, κρυφακούγοντας μία συζήτηση, θα αποφασίσει να διαπράξει ένα έγκλημα, περνώντας απαρατήρητος. Συγκεκριμένα: ένα φόνο. Διάβασα ότι το σενάριο έχει επιρροές από το Έγκλημα και Τιμωρία, ότι η ταινία θυμίζει το Strangers on a Train της Patricia Highsmith (και την ομώνυμη ταινία του Χίτσκοκ). Τίποτα από αυτά δεν ισχύει κατά την άποψή μου. Αν στα προηγούμενα έργα ο φόνος υπήρχε ως τέχνασμα για μια βαθύτερη ηθικο-φιλοσοφική σκέψη, εδώ το αδύναμο σενάριο με τα κάπως σαχλά twists σε απωθεί από κάτι τέτοιο. Επιπλέον, το στυλ των παραπάνω έργων δεν αντικατοπτρίζεται με κανέναν τρόπο στην παρούσα ταινία. 



Οι ερμηνείες είναι κανονικές. Τι σημαίνει αυτό; Οι ηθοποιοί παίζουν σωστά τον ρόλο τους, αφού η ταινία δεν έχει απαιτήσεις από αυτούς. Η σκηνοθεσία του Woody Allen, επίπεδη, όπως πάντα, σύμφωνα με το στυλ των τελευταίων του δημιουργιών, δυστυχώς δεν επιτρέπει στο είδος του θρίλερ να εξελιχθεί. Πρόκειται για ένα ισοπεδωτικά καυστικό στυλ που πραγματικά ξεχώριζε τις κωμωδίες του, αλλά που ωστόσο δεν ταιριάζει στο genre του μυστηρίου. Και επειδή ανέφερα το χιούμορ, υπάρχουν κάποιες αμήχανες ατάκες, οι οποίες ωστόσο με προβλημάτισαν στο αν πρόκειται για αστεία ή παράξενο διάλογο. Με την ευκαιρία, λέγοντας για αμήχανες ατάκες, θα ήθελα να επισημάνω κάποιες υπερβολές στο σενάριο: οι ήρωες συχνά λένε ότι θέλουν να μετακομίσουν στην Ευρώπη. Αναφέρουν την Οξφόρδη και την Ισπανία, μέρη που φαντάζουν ίσως εξωτικά, αλλά είναι μη ρεαλιστικά για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός άλλου κριτικού. Ίσως να φάνταζαν ιδανικά για κάποιο ροζ μυθιστόρημα του περασμένου αιώνα, αλλά στο παρόν, οι αναφορές αυτές βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου — ίσως αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να είναι επηρεασμένη και από λογοτεχνία του προ-περασμένου αιώνα, ποιος ξέρει.



Μια ταινία λοιπόν που ολοκληρώθηκε για να προσφέρει τίποτα, απλά για να ολοκληρωθεί. Περνάει ευχάριστα ο χρόνος; Νομίζω ότι αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Υπάρχουν σαφώς καλύτερα θρίλερ. Θα το πρότεινα μόνο στον θεατή που θέλει να εντυπωσιάσει λέγοντας ότι είδε μια ταινία του Woody Allen.



Βαθμολογία ως ταινία Woody Allen (έχει άλλη βαρύτητα): 4/10

Βαθμολογία εάν ήταν από άλλο σκηνοθέτη: 2/10






Thursday, February 2, 2012

Το Άλογο του Τορίνο



TurinPoster



Τίτλος: A Torinói ló (Το Άλογο του Τορίνο)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2011



«Στο τέλος, τα φώτα είχαν σβήσει…και η σκέψη να δω κάποια άλλη ταινία, εκείνη τη στιγμή ή ποτέ ξανά, φάνηκε σχεδόν παράλογη». Αυτό διατύπωσε η Shane Danielson, πρώην διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου, με το που είδε To Άλογο του Τορίνο.
Υπερβολική δήλωση; Δεν θα το έλεγα. Αν και προσέγγισα την ταινία με πολύ σκεπτικισμό –γνωρίζοντας τον κινηματογράφο του Tarr, φοβόμουν μήπως το βάρος της ταινίας έπεφτε στην αισθητική προσέγγιση- τελικά έμεινα έκπληκτος.


Δεν πρόκειται για μια απλώς καλή ταινία ή ένα αριστούργημα. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, για το είδος του αριστουργήματος που ορίζει την ίδια την ουσία του κινηματογράφου ως τέχνης. Μια ταινία που ξεφορτώνεται καθετί περιττό και επικεντρώνεται στην άμεση προσέγγιση του αντικειμένου μέσα από την ευρηματική χρήση διαφόρων λήψεων στον χώρο με κύριο άξονα τη βραδύτητα του χρόνου μέσα σε αυτόν. Η σκηνοθετική προσέγγιση -αν και διαφέρει αρκετά- μου θύμισε Μπρεσσόν με τον φορμαλισμό των κινηματογραφικών λήψεων.


Το σενάριο, όπως και τα πάντα στην ταινία, άκρως μίνιμαλ: παρακολουθούμε κάποιες μέρες από την καθημερινότητα ενός πατέρα και της κόρης του σε ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο, πλάι σε έναν λόφο, όπου ο άνεμος ποτέ δεν σταματά να φυσά με θυμό, παρασέρνοντας τα πάντα μανιασμένα. Ο καθαυτός διάλογος είναι ελάχιστος, μιας και ο Tarr μαζί με τον εικονολήπτη του, Fred Kelemen, έχουν εφεύρει ένα νέο είδος διαλόγου που επιτυγχάνεται με την χρήση αργών λήψεων της κάμερας από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τα μεγάλα μονοπλάνα ήταν φυσικά ανέκαθεν κύριο χαρακτηριστικό του σκηνοθέτη, ωστόσο με αυτή την τελευταία του ταινία φαίνεται να έχει επινοήσει ένα μοναδικό είδος χειρισμού τους: σημασία δεν έχουν πλέον τα εντυπωσιακά αργά μονοπλάνα που στις προηγούμενες ταινίες του σου έκοβαν την ανάσα, αλλά ο τρόπος που κινείται η κάμερα ανάλογα με το συναίσθημα και τη διάθεση που θέλει να εκφράσει. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Keleman σε συνέντευξή του,δεν μιλάμε πλέον για το πόσο όμορφο είναι ένα πλάνο ή τι σχέση έχει με το σενάριο. Αντιθέτως, η κάθε λήψη έχει να κάνει με ένα διαφορετικό είδος ενέργειας, αναλόγως με το αντικείμενο που έχεις μπροστά σου και το τι θέλεις να εκφράσεις με το πλάνο. Και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι το να πλησιάζει αργά η κάμερα έναν από τους πρωταγωνιστές υποδηλώνει ένα τελείως διαφορετικό συναίσθημα από όταν η ίδια κάμερα απομακρύνεται από αυτούς. Γι' αυτό και καθόλη τη διάρκεια της ταινίας ο ελάχιστος διάλογος μεταξύ των πρωταγωνιστών, αυτή η σιωπή, δίνει χώρο για τον διάλογο που εκφράζει η κίνηση της κάμερας. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια μοναδικά σαγηνευτική κινηματογραφική γλώσσα. Κι εδώ σημειώνω τα λόγια του ίδιου του Kelemen καθώς τονίζει πόσο ενδιαφέρον έχει η ίδια η κίνηση της κάμερας, συγκεκριμένα, «πώς η κάμερα κινείται μέσα στο χώρο, πώς αποκαλύπτει πράγματα με την κίνησή της. Είναι σαν την κίνηση των σκέψεων, οι σκέψεις σου κινούνται και κάτι αποκαλύπτεται. Κινούμαστε μέσα στον κόσμο, και μέσω αυτή της κίνησης ανακαλύπτουμε και κατανοούμε. Το ανθρώπινο ον είναι ένα ον εν κινήσει –σωματικά και πνευματικά- κι όχι ένα στάσιμο ον. Συνεπώς, η κινούμενη εικόνα είναι μία σκεπτόμενη εικόνα.»



turinhorseman

Αυτή η κινηματογραφική γλώσσα περιέχει κι άλλες καινοτομίες: πέρα από τους τρεις πρωταγωνιστές (πατέρας, κόρη, άλογο), υπάρχουν άλλοι δύο: ο άνεμος και η μουσική. Η ταινία δεν νοείται χωρίς αυτούς τους δύο. Η μουσική αποτελείται από ένα-δύο κομμάτια μόνο, η σύνθεση των οποίων ανήκει στον πιστό συνεργάτη του σκηνοθέτη Mihály Vig (ένα υπνωτικό, ρυθμικό θέμα, με μικρή ορχήστρα μουσικής δωματίου και όργανο). Αυτό το ίδιο θέμα ακούγεται σχεδόν αδιάκοπα σε όλη την ταινία. Ο άνεμος παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο: σαν συμπληρωματικό soundtrack παίρνει σχεδόν πρωταγωνιστική σημασία υποδηλώνοντας μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική παρουσία, ίσως και μια δύναμη εντροπίας. Σαν την ανίκητη δύναμη που παραμονεύει διαρκώς, δεν σταματά να βουίζει κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του (από τεχνική άποψη φαίνεται ότι επιτηδευμένα το soundtrack του ανέμου επαναλαμβάνεται σταθερά για σύντομα χρονικά διαστήματα).


Ο ίδιος ο Tarr δηλώνει ότι ήθελε να μιλήσει για τα απολύτως απαραίτητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό και η καταγραφή του να έχει τόσο μινιμαλιστικούς τόνους. Το σπίτι, οι πατάτες ως μοναδικό είδος διατροφής, η σόμπα που μονίμως καίει, το κρεβάτι, ο πατέρας και η κόρη που είναι έρμαια της καθημερινής ρουτίνας τους, και φυσικά το… άλογο. Σαν το γαϊδουράκι του Μπρεσσόν, ο πόνος της ανθρωπότητας ή μήπως και η ελπίδα σωτηρίας της (ή μήπως ακόμα και η αδυναμία της φύσης να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τον άνθρωπο ή το αντίστροφο άραγε);


Η ταινία σίγουρα είναι πεσιμιστική και "μίζερη" κατά κάποιον τρόπο,ενώ τα αργόσυρτα πλάνα της καθημερινότητας ίσως κουράσουν αρκετούς (άραγε πόσες φορές παρακολουθούμε τον πατέρα να ντύνεται και να ξεντύνεται;;;), ωστόσο το αποτέλεσμα θα δικαιώσει εκείνους που μένουν πιστοί στην αλήθεια της τέχνης. Τα πάντα κτίζονται με αργούς ρυθμούς, οι κλιμακώσεις, δεν γίνονται ορατές πριν από το τέλος της. Αν οι προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη ήταν συμφωνίες, τότε Το Άλογο του Τορίνο είναι μουσική δωματίου. Ο δυναμισμός του Beethoven με την γειωμένη μελαγχολία του Schubert.



TurinWindow

Σε αυτό το ιστολόγιο προσπαθώ να επιλέγω ταινίες οι οποίες ως επί το πλείστον θεωρώ ότι είναι κάτι παραπάνω από καλές, οπότε είναι λογικό συχνά να καταφεύγω σε επευφημίες. Ωστόσο αυτή τη φορά δεν ξέρω τι παραπάνω να πω: Το Άλογο του Τορίνο είναι πέραν κάθε προσδοκίας. Αν και ιδεολογικά διαφωνώ με τον Bela Tarr και με τη θεματολογία της ταινίας (επιμένει στον αθεϊσμό του και τονίζει σε συνεντεύξεις ότι αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά του με τον Tarkovsky, με τον οποίο και συχνά συγκρίνεται), δεν μπορώ παρά να μείνω έκπληκτος από αυτό που κατάφερε με την, δυστυχώς τελευταία για την καριέρα του, ταινία. Σπάνια να δεις κάτι ανάλογο. Πρόκειται για τέτοια ταινία, αν και το "τέτοια" καθίσταται οξύμωρο σε αυτήν την περίπτωση: όμοιά της δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τα τελευταία χρόνια.



Friday, January 6, 2012

Ordet

Ordet



Τίτλος: Ordet (Ο Λόγος)

Σκηνοθέτης: Carl Theodor Dreyer

Παραγωγή: 1955



Το να παρακολουθείς το Ordet είναι σαν να ακούς τις Παραλλαγές Goldberg του Μπαχ: μια καθαρτική εμπειρία. Όταν η αρχική άρια επιστρέφει στο τέλος, ξέρεις πώς είναι να νιώθεις ότι ωρίμασες μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Αλήθειες που ήταν καλά φυλαγμένες έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο ορατές.


«Πατέρα, ο Γιοχάνες είναι έξω στους αμμόλοφους ξανά».  Με αυτές τις φράσεις ξεκινά η ταινία του Dreyer. Σύντομα βλέπουμε τον Γιοχάνες πάνω σε έναν λόφο, το βλέμμα καρφωμένο, υπνωτισμένο θα έλεγες, ευθεία μπροστά, το χέρι παρατεταμένο σαν να απευθύνεται σε πλήθος:


«Αλίμονο σε σας, υποκριτές...Και σε σένα... και σε σένα...Αλίμονο σε σας, για την απιστία σας...Αλίμονο σε σας γιατί δεν πιστεύετε σε μένα...τον Αναστημένο Χριστό...που έρχεται από Αυτόν...που δημιούργησε...τον Ουρανό και τη Γη...Αλήθεια σας λέγω...Η Μέρα της Κρίσης πλησιάζει...Ο θεός με κάλεσε...για να είμαι ο Προφήτης Του πριν τον Ερχομό του....Αλίμονο σ' όσους πιστεύουν λίγο...γιατί μόνο εκείνοι που πιστεύουν...θα εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών.»


Απόσπασμα από με τον παραπάνω μονόλογο

 

Να λοιπόν ο Γιοχάνες. Και ο δικός Του Λόγος. Ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ο Γιοχάνες παρερμηνεύεται από το περιβάλλον του ως παράφρων - άλλη μια περίπτωση ενός Holy Fool (μια προσωπικότητα που έχει άλλωστε εμπνεύσει πολλά έργα σε όλες τις μορφές τέχνης).


Η κάμερα του Dreyer ακολουθεί γεωμετρικές λήψεις και καδραρίσματα, συνήθως σε διαρκή και αργή κίνηση, πολλές φορές περιτριγυρίζοντας τους ήρωές της. Το παράδοξο με τον Dreyer είναι ότι καταφέρνει να μας αποκαλύψει το μεταφυσικό, μέσα από ένα νέο είδος ρεαλιστικής αφήγησης, έναν υπνωτικό ρεαλισμό όπως θα τον χαρακτήριζα (άλλοι πάλι κάνουν λόγο για μπρεχτική αποστασιοποίηση). Από τη μία θα έλεγε κάποιος ότι όλη η ταινία είναι γυρισμένη σαν να επρόκειτο για ένα μακρινό όνειρο: ο φωτισμός είναι αφύσικος αλλά ταυτόχρονα φαντάζει τόσο φυσικός (ή το αντίστροφο), οι αμέτρητες παύσεις σε ό,τι λέγεται προσδίδουν μια ένταση στο λόγο από τη μια, από την άλλη επαναφέρουν στο νου την ατμόσφαιρα ονείρου, ενώ οι αυστηρά γεωμετρικές λήψεις και η εστίαση στις εκφράσεις των προσώπων παραπέμπουν σε άκρως ρεαλιστική καταγραφή των δρώμενων. Αυτές οι αντιφάσεις φαίνονται να συνυπάρχουν τόσο αρμονικά, όσο η σκηνοθετική τεχνική υφαίνει αργά, υπόκωφα και με έναν μυστηριώδη τρόπο το καλλιτεχνικό νήμα-υπόβαθρο της ταινίας. Όλα αυτά ίσως να συμβαίνουν επειδή ακόμα και από το ξεκίνημα της ταινίας δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο τι είναι ικανό να συμβεί και τι όχι: όλα ακολουθούν την πορεία της μεγαλύτερης, πιο ύψιστης και δυνατής δύναμης της Αγάπης. Κι αυτό άλλωστε αποτελεί από μόνο του μια μορφή υπέρβασης.


Αυτή η υπέρβαση είναι διάχυτη από την αρχή της ταινίας μέχρι το μοναδικό, στην ιστορία του κινηματογράφου, φινάλε. Η ταινία δεν είναι η απλή καταγραφή μιας ιστορίας, ούτε μια θρησκευτική παραλογή. Είναι το Θαύμα το ίδιο της πίστης, το Θαύμα της ανιδιοτελούς αγάπης. Η αγάπη η ίδια, θα μπορούσε να πει κανείς χωρίς υπερβολή.


Για τέτοιες ταινίες δεν μπορείς και δεν πρέπει να λες πολλά. Ακόμα και ο χαρακτηρισμός «αριστούργημα» την προσβάλλει, υποβαθμίζοντας την αξία της. Συνεπώς, τελειώνω με τον διάλογο μεταξύ του Γιόχανες και του νέου πάστορα, την στιγμή που πρωτογνωρίζονται:


- Είμαι ο νέος πάστορας, το όνομά μου είναι...
-Το δικό μου όνομα είναι Ιησούς από τη Ναζαρέτ.
-Πώς μπορείς να το αποδείξεις;
-Εσύ, άνθρωπος της πίστης, όμως τη στερείσαι! Οι άνθρωποι πιστεύουν στο νεκρό Χριστό...αλλά όχι στο ζωντανό. Πιστεύουν σε θαύματα παλιά έως και δύο χιλιάδες χρόνια...αλλά δεν πιστεύουν σήμερα σε μένα. Έχω έρθει ξανά μάρτυρας για τον πατέρα μου στον ουρανό...και να για κάνω θαύματα. Δεν συμβαίνουν πια θαύματα. Έτσι μιλάει...η εκκλησία μου πάνω στη γη. Η εκκλησία που με πρόδωσε...με δολοφόνησε στο όνομά μου. Εδώ στέκομαι, και ξανά με εξοβελίζετε. Αλλά αν με καρφώσετε στο σταυρό για δεύτερη φορά...αλίμονο σε σας!

Monday, October 17, 2011

Melancholia



melPost



Τίτλος: Melancholia

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2011

 

Ίσως η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη τα τελευταία χρόνια (κάπου εκεί με το Dogville). Ένας πλανήτης πλησιάζει την Γη και η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη (την παρακολουθούμε στην αρχή της ταινίας με ένα μουσικό βίντεο κλιπ, υπό τη συνοδεία του Τριστάνου). Πρωταγωνίστριες δύο αδερφές, η Justine και η Claire, καθεμία κουβαλάει ολόκληρο τσουβάλι ψυχικών διαταραχών -αλλιώς τι Τριερ θα ήταν- τόσο αλλόκοτων που ίσως να μην έχουν καν μελετηθεί από την ψυχιατρική. Η ταινία είναι άνισα χωρισμένη σε δύο μέρη, από θεματική άποψη, κάθε μέρος με τίτλο το όνομα μιας από της δύο  δερφές.


Δυστυχώς το πρώτο μέρος είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη. Σκεφτείτε φθηνή σαπουνόπερα γυρισμένη εν μέρει σε Dogma 95 (αν και ο σκηνοθέτης έχει προ πολλού παρατήσει αυτό του το εγχείρημα), όπου κυριαρχεί η χειροκίνητη κάμερα και τα γκρο πλαν. Επίπεδες ερμηνείες, δραματικό σενάριο (στα όρια του κιτς), απίστευτα αφελής διάλογος. Σε αυτό συμβάλλουν αναμφίβολα και πολλοί τεχνικοί λόγοι: το σενάριο και οι διάλογοι προφανώς έχουν μεταφραστεί από τα δανέζικα σε αμερικάνικα, το καστ είναι μείγμα Αμερικάνων, Άγγλων, Δανών, Σκανδιναβών, Γερμανών κ.α. ηθοποιών, οι τοποθεσίες και τα σκηνικά δεν σε πείθουν ότι η ταινία διαδραματίζεται στην Αμερική (βέβαια μπορεί να διαδραματίζεται στην Ευρώπη - ωστόσο, αυτό θα καθιστούσε ανεξήγητη την τόση “αμερικανιά” που διέπει την ταινία). Ακόμα όμως κι αν θέλαμε να δικαιολογήσουμε τις αδυναμίες του πρώτου μέρους ψάχνοντας για τεχνικά σφάλματα, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε άφωνοι με διαλόγους του στυλ, «Μην κοιμάσαι, χάνεις τον γάμο σου» (κι αυτό επειδή η πρωταγωνίστρια αποφάσισε την ώρα του γαμήλιου πάρτυ της να πάει να ρίξει έναν υπνάκο - ήμαρτον Κύριε!)


melan

Το δεύτερο μέρος αποκτά λίγο βάρος επιτέλους. Η Justine πάσχει πλέον από κατάθλιψη (αδικαιολόγητο να βραβευτεί η Dunst στις Κάννες για την ερμηνεία της, καλή μεν, αλλά «μικρή» από όλες τις απόψεις). Αξιοθαύμαστο, είναι το μάλλον τυχαίο γεγονός ότι η κάθε μία από τις δύο αδερφές φαίνεται να παίρνει μορφή μέσα από το μέρος που δεν αναφέρεται στην ίδια, αλλά στην αδερφή της. Είναι η προσωπική μου άποψη, ωστόσο, ότι το πιο μεγάλο ενδιαφέρον κατά της διάρκεια της ταινίας πραγματικά βρίσκεται στο τι θα συμβεί με τον πλανήτη, όπου και το δημιούργημα αυτό του Τρίερ λειτουργεί απλώς σαν είδος επιστημονικής φαντασίας και όχι ως ψευτοψυχολογικό δράμα. Είναι οι λίγες στιγμές που η ταινία πάει κάπως να απογειωθεί και να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον: στιγμές αγωνίας, όπου η ταινία τολμά να λειτουργήσει λίγο υπαρξιακά, αν και σε πολύ μικρό βαθμό. Όμορφες, επίσης, κάποιες έντονα επεξεργασμένες φωτογραφίες, ειδικά υπό τη συνοδεία της βαγκνερικής μουσικής.

Ο Τρίερ δήλωσε ότι επηρεάστηκε πολύ από τον γερμανικό ρομαντισμό. Σε ελληνικά blog διάβασα ότι η ταινία έχει συναίσθημα. Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς την, μου προκαλεί τρόμο για το τι θα συμβεί αν ένας μετεωρίτης χτυπήσει τη γη, καθώς και φόβο μπροστά στην κατάθλιψη (αν και σε αυτή εντρυφήσαμε νομίζω αρκετά με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη.). Αν αυτό έννοουν συναίσθημα, ναι, τότε το ένιωσα. Κατά τα άλλα, οι εμμονές του Τρίερ έχουν αρχίσουν να κουράζουν και φαίνονται να έχουν απήχηση στους λίγους. Παραδόξως, αν και στην Ευρώπη δύσκολα η κριτική


melancholia8

και το κοινό παίρνουν τον Τρίερ στα σοβαρά, στην Ελλάδα φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: υπάρχει κόσμος που πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται για σοβαρό σκηνοθέτη - παρεμπιπτόντως ο ίδιος φαίνεται να διασκεδάζει με τον τρόπο που προκαλεί στις Κάννες και το σόου που δίνει κάθε φορά στις συνεντεύξεις Τύπου- αν και ξένοι κριτικοί δηλώνουν πλέον ότι έχουν καταλάβει αυτές τις τακτικές του σκηνοθέτη.


Ευτυχώς, πάντως, στη συγκεκριμένη ταινία ο Τρίερ δεν προκαλεί με την υπερβολική βία και τους δογματισμούς που είχαν οι προηγούμενές του ταινίες. Αυτό το αναγνωρίζω και το επικροτώ. Άλλωστε η ταινία δεν είναι κακή. Είναι κακή προς μέτρια (εξου και η επιεικής βαθμολογία μου). Σε αφήνει με μια κάποια μελαγχολία (δεν το εννοώ ειρωνικά) και έχει μία ιδιόμορφη ατμόσφαιρα. Έχει καλή φωτογραφία, η λίγο faux ατμόσφαιρα συνηθίζεται, όσο για την θεϊκή μουσική, αν και καταντά κουραστική* μετά από τόση επανάληψη, δένει με κάποιες εικόνες. Κι ας ευχηθούμε ότι, αν ίδιος ο Βάγκνερ έβλεπε τη χρήση της στην ταινία του Τρίερ, δεν θα στριφογύριζε στον τάφο του.

*Να ξεκαθαρίσω ότι δεν εννοώ ότι η μουσική του Βάγκνερ είναι κουραστική, αντιθέτως ο Βάγκνερ είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες. Η επανάληψη ωστόσο του πρελούδιου μέσα στην ταινία είναι αυτή που κουράζει.



Προσωπική Αξιολόγηση:      4  /  11



Το trailer της ταινίας

Saturday, October 8, 2011

The Tree of Life



The-Tree-of-Life-trailer



Ι. Το Δέντρο της Ζωής

Πριν λίγο καιρό γράφοντας για το 2001, αναρωτιόμουν πώς θα ήταν άραγε για το κοινό της εποχής να βιώσει μία ταινία τέτοιας «έκτασης». Ποια θα ήταν η αντίδρασή του στο σινεμά και πώς θα ένιωθε όταν θα έβγαινε από την σκοτεινή αίθουσα; Θα είχα άραγε την τύχη να βιώσω μία τέτοια εμπειρία, όπου βλέποντας μία ταινία μένεις τόσο μαγεμένος από αυτό που ξετυλίγεται μπροστά σου που δεν σε νοιάζει τόσο το τι θα ακολουθήσει στην ταινία, ούτε πώς και γιατί, αλλά το ποιος είσαι εσύ και γιατί, ποιοι είναι οι άλλοι, Ποιος μας καθορίζει. Ήδη έχεις ξεκινήσει να νιώθεις ένα είδος επικοινωνίας με αυτό που βλέπεις ή που νομίζεις ότι βλέπεις – μία επικοινωνία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν την ταινία, απλώς τώρα επιβεβαιώνεται (ίσως για πρώτη, ίσως για πολλοστή φορά).

Εν μέρει μόνο, αυτού του είδους η «αφύπνιση» αιτιολογείται από το γεγονός ότι το Δέντρο της Ζωής δεν στέκεται μόνο σε κινηματογραφικά πλαίσια και δεδομένα. Ναι, η ταινία έχει υπέροχη φωτογραφία, δεξιοτεχνικές και εμπνευσμένες λήψεις, υπέροχη μουσική (ακούγονται αδιάκοπα πολλά από τα αριστουργήματα του δυτικού πολιτισμού), ελλειπτική σκηνοθεσία που αφήνει χώρο για διάφορες ερμηνείες... Μόνο που αυτός ο χώρος είναι άπειρος: το έργο του Μάλικ δεν περιορίζεται στα στενά όρια καμίας Τέχνης. Είναι η τέχνη που υπερβαίνει αυτά τα όρια για να γίνει μέρος της ζωής καθαυτής. Ένας συνεχώς διαστελλόμενος, συνεχώς άφταστος Κόσμος, καθόλου διαφορετικός από το όραμα της δημιουργίας του Μάλικ που βρίσκεται εντός της ταινίας (και ταυτόχρονα, όσο τη βλέπουμε, διαρκώς επεκτείνεται εκτός της).

Το περιεχόμενό της δεν αποτελεί πλέον το δεδομένο-αυτονόητο αλλά το προς εξερεύνηση-αυτονόητο. Ταινία για τους λίγους,  μιας και δεν είναι όλοι σε θέση να αντιληφθούν πολλαπλές αλήθειες, οι οποίες συνήθως δεν φθάνουν καν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Υπάρχει μία διαφορά μεταξύ μιας κρυμμένης και μιας μη συνειδητοποιημένης αλήθειας. Αυτοί που έχουν επίγνωση αυτής της διαφοράς είναι κι αυτοί που πιο πιθανώς θα εντρυφήσουν στο όραμα και τη δημιουργία του Μάλικ.

Η κάμερα του τελευταίου  φαίνεται να παρατηρεί κάθε έμβιο ον, ανθρώπους, ζώα και φυτά, λες και τα βλέπει για πρώτη φορά, μόνο και μόνο για να αναρωτηθεί το πιο απλό και αρχέγονο ερώτημα κάθε φιλοσοφίας: Τι είναι και γιατί υπάρχει; 

Επική, λυρική, συναισθηματική, οικουμενική, είναι επίθετα που μειώνουν την ταινία. Όπως επίσης οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας περιορίζει με τις λέξεις κάτι τόσο μεγαλειώδες και συνάμα ταπεινό!

Αναπάντητα ερωτήματα και ταυτόχρονα γνωστά κατακλύζουν Το Δέντρο της Ζωής.

Και η ταινία, αλήθεια, πού τελειώνει και πού αρχίζει; Και η μέση πότε προκύπτει; Σε πόσα επίπεδα κινείται ο χρόνος και ο χώρος… εντός ή εκτός αυτής; Στο τέλος στην ταινία του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει. Στην αρχή της ταινίας του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει.

 

Το Lacrimosa του Preisner–τροποποιημένο από τον συνθέτη ειδικά για την ταινία.



ΙΙ. Το Δέντρο της Ζωής στην Ελλάδα:

Στην Ελλάδα η υποδοχή της ταινίας δεν υπήρξε εξίσου θερμή με εκείνη των ξένων κριτικών κινηματογράφου. Πράγμα λογικό, αν λάβουμε υπόψη την αποστροφή του αυτοαποκαλούμενου «διανοούμενου» Έλληνα για οτιδήποτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως «χριστιανικό» ή θρησκευτικό, για να μην πω πνευματικό. Επιπλέον, δυστυχώς ο Μάλικ υπήρξε πανεπιστημιακός καθηγητής Φιλοσοφίας και όχι cult Αμερικάνος σκηνοθέτης που φτιάχνει ταινίες για ναρκωτικά, σεξ και διαστροφή, βία, κύκνους, μαφία και παράλληλες πραγματικότητες με τρισδιάστατα εφέ σε συνδυασμό με πολεμικές τέχνες. Δεν προκαλεί με δηλώσεις, αντιθέτως σπάνια δίνει συνεντεύξεις και ποτέ σχεδόν δεν εμφανίζεται σε φεστιβάλ.

Σε αυτή τη χώρα ό,τι δεν προκαλεί, δεν είναι και κουλ - αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι περισσότερο «σινεφίλ» (lol)  είναι εικοσάρηδες με σχεδόν ανύπαρκτη κινηματογραφική παιδεία. Για να επιστρέψουμε στο θέμα του Χριστιανισμού, όμως, ο Άγγλος κριτικός κινηματογράφου Peter Bradshaw έγραψε: «Ο κόσμος ερχόταν επανειλημμένα να με επικρίνει για τα καλά μου λόγια για την ταινία. Μου έλεγαν ότι η ταινία είναι βαρετή, προσποιητή και –κυρίως- χριστιανική! "Δεν συνειδητοποίησες", με ρωτούσαν, "ότι ο Μάλικ είναι χριστιανός;"» Ωστόσο ο ίδιος ο Bradshaw παραβλέπει αυτό το γεγονός (άλλωστε ο Μάλικ είναι περισσότερο ένας ουμανιστής φιλόσοφος που αναφέρεται σε όλες τις θρησκείες) και κλείνει την κριτική του συμπεραίνοντας ότι, «η ταινία μπορεί να μην είναι για τον καθένα, αλλά κάνει πολλούς άλλους σκηνοθέτες να φαίνονται αδύναμοι και συνεσταλμένοι».

Wednesday, September 14, 2011

Το Δέντρο της Ζωής του Μάλικ και γιατί αποφεύγω να πηγαίνω σινεμά

 

treeWarn


Έχω διαβάσει αρκετά για τις αντιδράσεις του κοινού κατά την προβολή του Δέντρου της Ζωής του Μάλικ. Φαίνεται ότι πολύς κόσμος αποχωρούσε από το σινεμά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Οι λόγοι πολλοί και διάφοροι: βρήκαν την ταινία βαρετή, δύσκολη, πειραματική, ακαταλαβίστικη, προσποιητή, “δήθεν”. Στην Αμερική πολλοί ήταν αυτοί οι θεατές που, αφού αποχωρούσαν από την αίθουσα, ζητούσαν τα λεφτά τους πίσω. Το παράδοξο είναι ότι αρκετοί ιδιοκτήτες κινηματογράφων για να αποφύγουν κάτι τέτοιο έσπευσαν να αναρτήσουν πόστερ δίπλα από αυτό της ταινίας προειδοποιώντας το κοινό ότι το Δέντρο της Ζωής δεν ακολουθεί μία τυπική, γραμμική δομή και, συνεπώς,  από τη στιγμή που οι θεατές έχουν προειδοποιηθεί γι’ αυτό, δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση σε περίπτωση που αποφασίσουν να φύγουν στη μέση της ταινίας. Όπως και να έχει, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να δω την ταινία του Μάλικ σε μία γεμάτη αίθουσα, ύστερα από απίστευτες μαρτυρίες για τη συμπεριφορά των θεατών, τις οποίες έχω διαβάσει σε διάφορα κινηματογραφικά forum.


Η αλήθεια είναι ότι πλέον δεν πάω παρά σπάνια σινεμά: αποφεύγω τα Multiplex και μέρες-ώρες προβολής που μαζεύουν πολύ κόσμο. Έχω ρωτήσει αρκετές φορές στο ταμείο πόσο γεμάτο είναι το σινεμά πριν πάρω εισιτήριο για μια ταινία, και άλλες φορές δεν αγοράζω καν εισιτήριο αν εντοπίσω παρέες από φασαριόζους νεαρούς στην ουρά. Βέβαια, όσο ήμουν φοιτητής δεν με πείραζε το κοινό όσο θορυβώδες κι αν ήταν, εάν επρόκειτο για κάποια πρόχειρη ταινιούλα ή καμιά χαζοκωμωδία. Πλέον τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό το κοινό έχει γίνει πολύ ενοχλητικό - ίσως από την άλλη, βέβαια, να ήταν ανέκαθεν έτσι.


Έχει να κάνει με την κουλτούρα και την παιδεία του κάθε λαού ως ένα βαθμό. Στην Αγγλία εκλαμβάνουν συχνά την πνευματώδη ποιότητα μιας ταινίας ως σαρκασμό και χιούμορ: είχα πάει, θυμάμαι, σε ειδικό αφιέρωμα στον Κισλόφσκι όπου είχε προβληθεί η τριλογία του. Στο φινάλε, όπου με απολύτως ευφυή τρόπο ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει τους ηθοποιούς της τριλογίας το κοινό ξέσπασε σε γέλια. Σε γέλια ξεσπούσε επίσης όποτε ο σκηνοθέτης μας αποκάλυπτε μια από τις πολλαπλές “συμπτώσεις” στις ταινίες του - κάτι που ερχόταν τελείως σε αντίθεση με την σοβαρότητα της Μπλε και της Κόκκινης ταινίας.  Σε μία άλλη περίπτωση, όταν έβλεπα τη Δασκάλα του Πιάνου του Χάνεκε σε αγγλικό σινεμά, με το που έπεσαν οι τίτλοι του τέλους, άκουσα κάποιον από πίσω μου να σχολιάζει: «Αυτοί οι Γάλλοι σκηνοθέτες πάντα επιλέγουν τόσο απότομο τέλος» (φυσικά ο Χάνεκε δεν είναι καν Γάλλος). Σε μία άλλη ταινία, γαλλική αυτή τη φορά, η κοπέλα που καθόταν από πίσω μου είχε σπαράξει στο κλάμα σε μια σκηνή βιασμού (που αν είχε διαβάσει για την ωμότητα της ταινίας, έπρεπε να ήξερε τι μας περιμένει όλους – και η αλήθεια είναι ότι ένας Θεός ξέρει γιατί εμείς που ξέραμε, αποφασίσαμε να ζήσουμε τέτοιο μαρτύριο για μιάμιση ώρα).


Η αντίδραση του κοινού - είτε λεκτική, είτε με γέλια και κλάματα, δεν με αφορά. Μπορεί εγώ να ερμηνεύσω ως άκρως συγκινητική μία σκηνή που ο διπλανός μου θα βρει αστεία (για δικούς του ακατανόητους λόγους) και να γελάσει, προσβάλλοντας ταυτόχρονα και τις προθέσεις του σκηνοθέτη ("είμαι πιο εξυπνάκιας από τον Μάλικ, οπότε ας κοροϊδέψω λίγο το έργο του") αλλά και επηρεάζοντας τη δική μου διάθεση ως θεατή.


Αυτά όσο ήμουν στην Αγγλία. Στην Ελλάδα μπορούμε να προσθέσουμε επιπλέον ενοχλητικές συμπεριφορές στη λίστα: κινητά που όχι μόνο τα αφήνουν και χτυπάνε, αλλά τα απαντάνε κιόλας! Πολύ περισσότερο ποπ κορν και νάτσος (τουλάχιστον στην Αγγλία οι θεατές δεν πάνε σινεμά για να φάνε - το κάνουν πριν ή μετά). “Δήθεν” κόσμο που αναλύει τις προθέσεις του σκηνοθέτη στο φουαγιέ ή στην ουρά για την αίθουσα. Και πολλά άλλα.


Σε γενικές γραμμές παντού όλο και κάποιος στο τέλος της ταινίας θα την σχολιάσει ως “ψευτοκουλτουριάρα” και σπουδαιοφανή. Όλο και κάποιος θα βρει την ευκαιρία να γελάσει, τονίζοντας την παρουσία του στο χώρο (περιμένει καραδοκώντας την ευκαιρία να βρει κάτι που ίσως να θεωρηθεί έστω και λίγο αστείο, ώστε ο ίδιος να ακουστεί!)


Λοιπόν, όταν πληρώνω χ ευρώ εισιτήριο για να πάω σινεμά, όταν έχω κάνει τόση απόσταση και θυσιάζω τον πολύτιμο χρόνο μου για να δω μια ταινία, θέλω να μπορώ να την απολαύσω σε απόλυτη ησυχία. Θα μου πείτε, φίλε πολλά ζητάς. Για την ελληνική νοοτροπία ίσως. Γνωστός μου στην Ολλανδία μου είπε ότι το κοινό εκεί παραμένει βουβό κατά την αρχή, τη μέση και το τέλος της ταινίας. Ίσως να υπερβάλλει. Κι όμως το πιστεύω. «Τότε μείνε σπιτάκι σου και μην μας τα πρήζεις», θα προσθέσετε. Μα αυτό ακριβώς και κάνω τα τελευταία χρόνια. Χίλιες φορές να δω την ταινία σε DVD, μες στην ησυχία μου, με τις σημειώσεις μου, να μπορώ να επαναλάβω σκηνές και διαλόγους, να κάνω παύση, να ψάξω μία γρήγορη αναφορά στο internet. Μειωμένη εμπειρία; Ποια; Ότι δεν θα απολαύσω τη Λευκή Κορδέλα σε Dolby Surround ή ότι δεν θα δω Bela Tarr σε 3D (Θεός φυλάξοι!)

Όπως βλέπω μια όπερα, ακούω μια ορχήστρα, ή παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση σε ένας σαφώς πιο ήσυχο περιβάλλον, έτσι θέλω να βλέπω και ταινίες. Δυστυχώς είναι γεγονός ότι σε σχέση με άλλες εκδηλώσεις τέχνης το σινεμά παραμένει λιγότερο ελιτίστικο (ακόμα και σε καλές ταινίες, άξιες να θεωρηθούν τέχνη) και περισσότερο εκλαϊκευμένο. Γι’ αυτό και εν συγκρίσει το κοινό είναι λιγότερο διαπαιδαγωγημένο και μυημένο στο σινεμά, με αποτέλεσμα να δείχνει και λιγότερο σεβασμό σε αυτή την Τέχνη.

 

Wednesday, July 13, 2011

Anywhere

 

 

Τις προάλλες κάποιος με ρώτησε ποια είναι η χειρότερη ταινία που είδα τα τελευταία δύο χρόνια. Το σκέφτηκα για λίγο, και ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία: Το Somewhere της Sofia Coppola. Δεν θα έλεγα ότι είναι ταινία κακή ή προσβλητική (βλ. Inglourius Basterds), απλώς είναι ό,τι πιο ανούσιο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Τι είχε στο μυαλό της άραγε η Coppola; Ήθελε μήπως η έλλειψη πλοκής, οι σιωπές και τα στατικά πλάνα να θυμίζουν ευρωπαϊκό κινηματογράφο; Κι αν ναι, είναι αυτά τα χαρακτηριστικά και οι τεχνικές αρκετές από μόνες τους για να παραπέμπουν σε Αντονιόνι (γιατί εκεί πήγε το μυαλό μου βλέποντας την ταινία – κάτι σε στυλ Επάγγελμα Ρεπόρτερ ή ίσως και σε Παρίσι-Τέξας του Βέντερς); Σαφώς και όχι. Για μένα η Coppola έκανε μια τρύπα στο νερό, μια ταινία χωρίς ουσία - κρίμα αν σκεφτείς ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να διατεθούν γι' άλλο σκοπό (ή και για άλλη ταινία). Αυτό που "δημιούργησε" δεν είναι ούτε τέχνη, ούτε διασκέδαση, ούτε αστείο, ούτε σοβαρό, ούτε ουσιαστικό, ούτε επιφανειακό, είναι ένα τίποτα, ένα anywhere, γι' αυτό και είναι χειρότερο από τις χειρότερες ταινίες.

Saturday, June 11, 2011

Φόρος τιμής: 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος

 

 

Η αγαπημένη μου σκηνή από την ταινία: σε ολόκληρο το τελευταίο μισάωρο βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της ταινίας. (Δυστυχώς πρέπει να πατήσετε στο σύνδεσμο που θα εμφανιστεί, ώστε να δείτε το βίντεο στο YouTube).

 

Μα είναι δυνατόν να έγινε αυτή η ταινία το 1968; Πώς στο καλό κατάφερε ο Kubrick να πει τόση αλήθεια για το τι συμβαίνει; Πώς σκαρφίστηκε να χρησιμοποιήσει τόσο ευφάνταστα τη μουσική του Ligeti, την εποχή μάλιστα που ο ίδιος ο Ligeti ήταν γνωστός μόνο σε έναν ελίτ κύκλο μουσικολόγων (πλέον βέβαια έχει αναγνωριστεί ως κορυφαίος συνθέτης – πράγμα δύσκολο στη σύγχρονη μουσική). Ταινία όμορφη και συνάμα εφιαλτική – αλήθεια πώς πάλι κατάφερε ο Kubrick να μετατρέψει σε εικόνα και ήχο τα όνειρά μου;

Δεν μπορώ να πω ότι ο Kubrick είναι καν από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Ωστόσο, θεωρώ το 2001 τόσο σπουδαία ταινία και επιπλέον με αγγίζει τόσο σε προσωπικό επίπεδο, που από μόνη της αρκεί για να έχω τον σκηνοθέτη της στο μυαλό μου ως από τους σπουδαιότερους. Τι είναι για μένα το 2001; Αριστουργηματικό, σπάνιο, θρυλικό, απίστευτα ρεαλιστικό, προφητικό, μοναδικό.

Monday, May 9, 2011

Werckmeister harmóniák

 

938147hpt2



Τίτλος: Werckmeister harmóniák  (Οι αρμονίες του Werckmeister)

Σκηνοθέτης: Béla Tarr

Παραγωγή: 2000



Ή πορεία του Bela Tarr είναι ιδιόμορφη. Ξεκίνησε ομολογουμένως να σκηνοθετεί ταινίες στο ύφος του Cassavetes και του Mike Leigh και κατέληξε σε αργόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο. Ειδικά τα ατέλειωτα μονοπλάνα αποτελούν σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τη ρομαντική μουσική του Mihály Vig, τη μεγάλη διάρκεια των ταινιών (το Satantango κρατάει 7 ώρες!)

Το σενάριο υπόσχεται μυστήριο και ατμόσφαιρα (κάτι που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδώσει εξαιρετικά): βρισκόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη στην Ανατολική Ευρώπη, είναι χειμώνας και φαίνεται να υπάρχει ένα υπόκωφο κύμα αναστάτωσης στη μικρή αυτή κοινωνία. Αφίσες αναγγέλλουν τον ερχομό ενός τσίρκου με δύο μόνο θεάματα. Μια πελώρια βαλσαμωμένη φάλαινα και τον "Πρίγκιπα", μια αινιγματική φιγούρα με την ικανότητα να σαγηνεύει τα πλήθη. Πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Janoς, ταχυδρόμος της κωμόπολης, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί εκφράσεις περιέργειας και αγωνίας στον πρόσωπό του.


tarr_werckmeister_harmonies


Κάποιες από τις σκηνές του Tarr είναι δεξιοτεχνικά και αισθητικά εντυπωσιακές, ωστόσο η μέθοδος του καταντά προβλέψιμη και κουραστική: μετά από ένα μακρύ μονοπλάνο που μπορεί να κρατά από 5 έως 10 λεπτά, ακολουθεί ένα άλλο με παρόμοια διάρκεια, μετά ένα άλλο, κ.ο.κ. Με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δηλαδή, είναι σαν να παρακολουθούμε αυτόνομες 10λεπτες σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη που, όσο και ατμοσφαιρικές κι αν είναι, κατά την άποψή μου δεν καταλήγουν σε κάτι ολοκληρωμένο. Σε αυτό ίσως να οφείλονται και οι ίδιες οι βλέψεις του σκηνοθέτη. Για να γίνω πιο σαφής, συχνά γίνεται λόγος για το μεταφυσικό και το πνευματικό στοιχείο στις ταινίες του Tarr. Ο ίδιος, ωστόσο, το αρνείται κατηγορηματικά στις συνεντεύξεις του λέγοντας ότι δεν έχει τίποτα θεωρητικό ή φιλοσοφικό κατά νου όταν σκηνοθετεί και ότι απλά γυρίζει σκηνές για να αναδείξει και να αποτυπώσει "τους ανθρώπους". Προσωπικά αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μιας και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η κάμερα ακολουθεί τους πολυάριθμους χαρακτήρες χωρίς ποτέ να καταφέρνει να μας πει κάτι για τον καθένα (ή να έστω αφήνει κάτι να εννοηθεί). Είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που συναντάμε στην ταινία που αν αναλογιστούμε ότι στον καθένα αναλογούν λίγα μόνο κινηματογραφικά λεπτά (σε μια ταινία που ο διάλογος είναι ελάχιστος) τότε πραγματικά δεν μας μένει τίποτα από τα πρόσωπα που παρακολουθούμε (πόσο μάλλον οι ανύπαρκτες προσωπικότητές τούς) Τι μας μένει τότε; Εκπληκτική φωτογραφία, παραμυθένια ατμόσφαιρα (ή μάλλον κάτι μεταξύ εφιάλτη και παραμυθιού), μονοπλάνα που από άποψη δεξιοτεχνίας σε αφήνουν άφωνο (μόνο η σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η κάμερα μπαινοβγαίνει από τα δωμάτια, αξίζει για να δεις την ταινία).

werckmeister-2


Η μόνη ένσταση μου είναι ότι σε προσωπικό επίπεδο ζητάω κάτι παραπάνω από μία ταινία πέρα από εντυπωσιακή τεχνική και όμορφη φωτογραφία. Σίγουρα η καφκική ατμόσφαιρα επιτυγχάνει το στόχο της, όμως έχοντας ήδη δει την ταινία δύο φορές ένιωθα ότι έλειπε το κέντρο βάρους. Επίσης, οι ασαφείς δηλώσεις του σκηνοθέτη για τον κάπως τεχνικό και πρακτικό τρόπο που σκηνοθετεί, αρνούμενος κάθε φιλοσοφικό στοχασμό, γίνονται αισθητές και μέσα στην ταινία όπου η προβλεψιμότητα της τεχνικής δεν έχει κάτι ουσιώδες να δώσει στον θεατή. Όπως και να 'χει όμως πρόκειται για μια πολύ καλά δουλεμένη ταινία, και για ένα γενναίο έργο τέχνης (από την άποψη ότι χρησιμοποιεί κάπως παλιομοδίτικες τεχνικές και στυλ που λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν). Αξίζει λοιπόν να δει κάποιος την ταινία αυτή για να βιώσει το μοναδικό στυλ και την σπάνια κινηματογραφική ματιά αυτού του σκηνοθέτη.

Δεν έχω δει ακόμα το Άλογο του Τορίνου. Ο ίδιος ο Tarr δήλωσε ότι ένας κύκλος έκλεισε και ότι πρόκειται για την τελευταία του ταινία. Αν είναι αλήθεια (μιας και στο παρελθόν, μετά από παρόμοιες δηλώσεις, σκηνοθέτες έχουν αλλάξει γνώμη), είναι πολύ κρίμα μιας και έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια φωνή στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      7  /  11

 

Η εντυπωσιακή αρχή της ταινίας

Wednesday, April 27, 2011

Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του

 

Uncle Boonmee who can recall his past lives poster sg

 

Τίτλος:     Loong Boonmee raleuk chat (Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του)

Σκηνοθέτης:  Apichatpong Weerasethakul

Παραγωγή:  2010



Το ότι ο Weerasethakul ξάφνιασε με τη νίκη του στις Κάννες κάποιους Έλληνες κριτικούς είναι λογικό – ο σκηνοθέτης ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό ταινίες του ήδη είχαν χαρακτηριστεί ως από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων (μπορείτε να διαβάσετε εδώ κριτική μου για προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη).

Ο θείος Μπούνμι είναι ετοιμοθάνατος. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών που περνάει ζωντανός στον κόσμο μας, δέχεται επισκέψεις από πνεύματα συγγενών του (όχι όλα σε ανθρώπινη μορφή). Όπως συμβαίνει συνήθως με τους μεγάλους σκηνοθέτες το σενάριο δεν παίζει σημαντικό ρόλο, δεν είναι καν η αφορμή για τη δημιουργία της ταινίας. Και όπως και με τις προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη δεν μιλάμε πλέον για δρώμενα επί της οθόνης, αλλά για μια πνευματική εμπειρία που ο θεατής μπορεί να βιώσει αν είναι αρκετά ανοιχτόμυαλος – τόσο απέναντι στην Τέχνη όσο και σε φιλοσοφικό/πνευματικό επίπεδο.


boon-spi
Στο τραπέζι μ' ένα πνεύμα…


Άψογα κινηματογραφημένο μες στη ζούγκλα και άκρως μυστηριακό με πολύ καλή χρήση της μουσικής και των ηλεκτρονικών ήχων, εν μέρει υπνωτικό, και άλλες φορές τελείως παραμυθένιο (η σκηνή με την πριγκίπισσα στον καταρράκτη και ο τρόπος που ερωτοτροπεί με το γατόψαρο δεν μπορούσε να είναι πιο σαγηνευτική!) Άνθρωποι, φύση και πνεύματα γίνονται το ένα και το αυτό, συνυπάρχοντας αρμονικά. Και σε όλη αυτή την απόκοσμη ατμόσφαιρα έρχεται να προστεθεί το τελευταίο μέρος της ταινίας, πιο σύγχρονο, λες και διαδραματίζεται ξαφνικά στο μέλλον. Όπου μετά τον θάνατο του θείου Μπούνμι παρακολουθούμε έναν νεαρό μοναχό με την κουνιάδα (;) του Μπουνμι και την κόρη της να συζητάνε και να παρακολουθούν τηλεόραση σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, προτού ο ίδιος μοναχός γδυθεί για να μπει στο ντους. Προσωπικά τη βρήκα από τις σημαντικότερες σκηνές στην ταινία, μιας και θα μπορούσε να αποτελεί ταυτόχρονα και ένα επιπλέον βάρος αλλά και το αντίβαρο σε ό,τι έχει προηγηθεί. Όπως και να 'χει η ταινία φαίνεται να διαδραματίζεται σε πολλές εποχές παράλληλα (κι ας διαδραματίζεται μόνο στο παρόν). Εκεί βρίσκεται κατ' εμέ και η μαγεία με τις ταινίες του Weerasethakul: με μοναδικό τρόπο σου ξεδιπλώνουν και απεικονίζουν τις παράλληλες ζωές μας, την πολλαπλή ύπαρξή μας μέσα στον χώρο και τον χρόνο, στις διάφορες μορφές μας. Η έννοια του πνεύματος, της αιώνιας ύπαρξης, θνητής και μη, παρουσιάζεται από τον σκηνοθέτη σαν δεδομένη αλήθεια, όπου δεν χωράνε ερωτήματα. Σαν μία απλή καθημερινότητα. Ο θεατής που είναι ανοιχτός σε διαφορετικές υπαρξιακές φιλοσοφίες ή γενικότερα ο απελευθερωμένος από στενά θρησκευτικά δόγματα άνθρωπος θα εισπράξει κάτι περισσότερο από δύο απολαυστικές ώρες βλέποντας την ταινία.


boon-hotel


Παραδόξως και σε αυτή την ταινία η ελληνική κριτική δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης σε σχέση με το πως αντιμετωπίστηκε η συγκεκριμένη ταινία στην Ευρώπη (παρόμοιο trend ισχύει με διάφορες άλλες ταινίες των τελευταίων χρόνων, από τη Λευκή Κορδέλα του Χάνεκε μέχρι το Άλογο του Τορίνο του Ταρ – πράγμα διόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι αμερικανικές ταινίες τύπου Κοεν ή πιο ανεξάρτητες όπως το πρόσφατο Winter's Bone ή ακόμα και μετριότατες αγγλικές παραγωγές όπως ο Λόγος του Βασιλιά θεωρούνται εδώ αριστουργήματα). Πραγματικά κρίμα μιας σε αυτή την περίπτωση και πρόκειται από τις σημαντικότερες πρόσφατες ταινίες.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      9.5  /  11

 

Το trailer της ταινίας

Friday, January 28, 2011

Black Swan

 

blackswan-poster

 

Τίτλος: Black Swan (Μαύρος Κύκνος)

Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2010

 

Η νέα ταινία του Aronofsky ξεκινά με μία καταπληκτική σκηνή όπου παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να χορεύει μπαλέτο κάτω από το φως ενός προβολέα και γύρω το απόλυτο σκοτάδι. Από μόνη της αυτή η αρχή υπόσχεται πολλά για την εξέλιξη της ταινίας και σε βάζει στο κλίμα: η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, με μεταμοντέρνες πινελιές, και μία συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων που φαίνεται να έχει έξυπνα επιλέξει ο σκηνοθέτης για να αποδώσει τις βασικές διαθέσεις της ηρωίδας. Η χρήση της κάμερας επίσης –η οποία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια σε κάθε της κίνηση-, εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα σε όλη την ταινία (ίσως λίγο υπερβολικά). Τα παραπάνω αποτελούν τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας του Aronofsky. Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά το χάος με τις αμέτρητες αδυναμίες της ταινίας.

Ας ξεκινήσω από το σενάριο… Καταρχάς να αναφέρω ότι η ταινία έχει να κάνει με το ανέβασμα της Λίμνης των Κύκνων, κι εμείς παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια, Νίνα, να παίρνει τον κεντρικό ρόλο και να προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις του. Με κάπως αφελές και λίγο προσβλητικό τρόπο βλέπουμε ότι: οι μπαλαρίνες είναι συνεχώς αγχωμένες και δεν έχουν κοινωνική ζωή, ο σκηνοθέτης του μπαλέτου είναι γοητευτικός, αυστηρός και πρέπει να κοιμηθείς μαζί του για να πάρεις τον ρόλο, υπάρχει πάντα η αντίπαλη χορεύτρια που θέλει να κλέψει τον ρόλο σου – κι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα κλισέ που παρατηρεί η κριτικός χορού Sarah Kaufman σε άρθρο της για την ταινία.

 

swan-both


Έπειτα, ο σκηνοθέτης φαίνεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας: από την αρχή κιόλας της ταινίας βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές (τον σκηνοθέτη μπαλέτου σε αυτή την περίπτωση) να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων στις μπαλαρίνες - επιπόλαιο τέχνασμα του Aronofsky σε μία απόπειρα να εξηγήσει τι συμβαίνει στον θεατή της ταινίας, μιας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μπαλαρίνα που να μην γνωρίζει τι συμβαίνει στο συγκεκριμένο μπαλέτο. (Αυτό σε βάζει σε περαιτέρω σκέψεις: αν ο σκηνοθέτης απευθύνει την επεξήγηση στον τελείως ανυποψίαστο θεατή που δεν έχει επαφή με την τέχνη, τότε γιατί να θέλει να προορίζεται η ταινία του σε τέτοιο target group;) Επιπλέον, υπάρχουν κάποια τεχνικά λάθη όσον αφορά το μπαλέτο: στην ταινία μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια μπορεί να υποδυθεί άπταιστα τον λευκό κύκνο, αλλά πρέπει να γίνει πιο αυθόρμητη και προκλητική για να υποδυθεί τον μαύρο κύκνο. Στην πραγματικότητα ο ρόλος του μαύρου κύκνου είναι πιο απαιτητικός από τεχνική άποψη και το να γίνεις απλά πιο σκληρή και ανέμελη (όπως ζητά ο σκηνοθέτης του μπαλέτου) δεν βοηθά καθόλου μια πραγματική μπαλαρίνα.

Επιπλέον, κάποιες στιγμές μένουν ανεξήγητες και φαίνονται γελοίες. Η μητέρα της Νίνα (την οποία υποδύεται η εξαιρετική Barbara Hershey) αγοράζει μία τούρτα για να γιορτάσουν το γεγονός ότι η κόρη της κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν η Νίνα λέει με τον πιο αθώο τρόπο ότι δεν έχει όρεξη για τούρτα, η μητέρα της αλλάζει διάθεση εντελώς απότομα και αδικαιολόγητα, λες και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο, και ετοιμάζεται να πετάξει την τούρτα στα σκουπίδια (!!!) Σε άλλη σκηνή η Νίνα δέχεται την πρόταση του σκηνοθέτη της να τον ακολουθήσει σπίτι του, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από αυτόν. Διάλογοι όπως αυτός στην σκηνή που ο ίδιος σκηνοθέτης πάλι την ρωτάει, "You' re not a virgin are you? Do you enjoy making love?", πρέπει να περιλαμβάνονται στα σημεία που έκαναν τον κριτικό του New Yorker, David Denby, να αναφέρει ότι συχνά η ταινία αγγίζει το γελοίο.

Όσον αφορά την ερμηνεία της Natalie Portman (κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες και έχει σίγουρο το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας) ταιριάζει η παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι". Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η Portman δεν παίζει καλά. Παίζει ικανοποιητικά. Αλλά ως εκεί. Κι αυτό γιατί αν και καλή ηθοποιός, η ίδια η ταινία και, συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία, περιορίζουν τον ρόλο της σε μερικές γκριμάτσες: η Νίνα συνεχώς είναι δακρυσμένη, τρέμουν τα χείλη της, μιλάει με σιγανή φωνή, σουφρώνει τα φρύδια της. Έχουμε δηλαδή μία ερμηνεία που περιορίζεται σε 4-5 εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

natalie_portman_ballerina_black_swan


Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει την ευκαιρία στον θεατή να απολαύσει τον κόσμο του μπαλέτου κι ας πρόκειται για μία ταινία όπου αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα. Ο σκηνοθέτης μπαλέτου της ταινίας μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η παράσταση, αλλά όταν αυτή ξεκινήσει δεν βλέπουμε παρά ελάχιστες βιαστικές σκηνές που δεν αποδίδουν καθόλου το κλίμα της Λίμνης των Κύκνων: αντιθέτως βλέπουμε πολλά εφέ και υπερβολές καθώς η Νίνα μεταμορφώνεται σε μαύρο κύκνο.

Το σενάριο είναι προβλέψιμο, χιλιοειπωμένο (όχι ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα, αν φυσικά γίνει σωστή δουλειά) και κυρίως απλοϊκό – ο έμπειρος σινεφίλ θεατής θα νομίζει ότι η ταινία προορίζεται για το νεανικό κοινό. Τα μηνύματα της ταινίας (γιατί δεν γίνεται ταινία του Aronofsky χωρίς μηνύματα) είναι συγκεχυμένα και μπορούν εύκολα να αποπροσανατολίσουν τους νεαρούς θεατές, προς λάθος κατευθύνσεις. Όσοι γνωρίζουν από χορό και μπαλέτο θα βρούνε κάποια λάθη – τόσο βασικά που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Τα κλισέ στο σενάριο αμέτρητα.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι αδικώ την ταινία μιας και στην Ελλάδα πήρε γενικά καλές κριτικές, προτείνω να ρίξουν και μια ματιά και σε κριτικές του ξένου Τύπου. Επίσης, αν και δεν θέλω να δικαιολογούμαι, η ταινία δεν έχει μόνο αδυναμίες, γι' αυτό και στην πρώτη παράγραφο αναφέρομαι στα δυνατά της σημεία. Παρ' όλα αυτά δεν παύει, κατά την άποψή μου, να είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη, σαφώς κατώτερη από τον Παλαιστή.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      2  /  11

 

Thursday, January 20, 2011

Sud Pralad

 

tropical malady

 

Τίτλος: Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια)

Σκηνοθέτης: Apichatpong Weerasethakul

Παραγωγή: 2004


Η κινηματογραφική κριτική στην Ελλάδα είναι λίγο πίσω σε σχέση με άλλες χώρες τις Ευρώπης. Τι εννοώ με αυτό; Υπάρχουν ταινίες που δεν προβάλλονται καν στην Ελλάδα, ωστόσο τα media δεν φροντίζουν καν να τις καλύψουν. Αυτή είναι και η περίπτωση του Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια). To 2004 δεν προβλήθηκε καν στην Ελλάδα. Την στιγμή που ο ευρωπαϊκός Τύπος έγραφε διθυραμβικές κριτικές και την στιγμή που η ταινία είχε ήδη πάρει το βραβείο επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών!!! Ίσως το όνομα του σκηνοθέτη (Apichatpong Weerasethakul) να τρόμαξε τους Έλληνες διανομείς, ίσως η ταινία να ήταν πολύ «πειραματική» και αφηρημένη για το ελληνικό κοινό. Ευτυχώς γνώριζα για την ταινία όσο ήμουν στην Αγγλία και είχα φροντίσει να την δω.

Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ να μπω σε πολλές λεπτομέρειες. Ούτε να προσπαθήσω να κάνω κριτική. Κι αυτό γιατί η σκηνοθετική ματιά του Weerasethakul είναι τόσο ιδιαίτερη, τόσο ποιητική και συγκεκριμένη, που το αποτέλεσμα, παραδόξως, είναι πολύ… αφηρημένο! Κι αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο μαγευτική!  Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η ταινία είναι σίγουρα ένα αριστούργημα.

Χωρίζεται σε δύο μέρη, όπου στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την αγάπη που εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο Ταϊλανδούς στρατιώτες. Σε κάποια στιγμή, στη μέση της ταινίας, ο ένας από αυτούς αποχωρεί από το πλάνο (πού πάει και γιατί δεν ξέρουμε, ούτε πότε ακριβώς συμβαίνει αυτό!) και, μετά από μία σύντομη διακοπή, ξεκινά το δεύτερο μέρος της ταινίας. Όπου ο στρατιώτης που έμεινε πίσω κυνηγάει ένα πνεύμα-θρύλο της περιοχής μές στην πυκνή και σκοτεινή ζούγκλα. Μια ζούγκλα που κρύβει πολλά μυστήρια: έναν άνθρωπο με ουρά (η αναφορά στον θρύλο;;;), το πνεύμα μιας νεκρής αγελάδας να αφήνει το σώμα της, την πάλη σώμα με σώμα με τον γυμνό σύντροφό του… Κι όλα αυτά μέσα σ' ένα κλίμα φόβου για ό,τι κρύβει η ζούγκλα, ορατό και μη…

tropical-malady-2004

Δεν ξέρουμε αν το δεύτερο μέρος της ταινίας επεξηγεί το πρώτο. Ούτε είμαστε σίγουροι τελείως αν το πνεύμα του συντρόφου είναι αυτό που κυνηγά ο πρωταγωνιστής και στο οποίο αναφέρεται ο θρύλος. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Πολλοί είναι και οι παραλληλισμοί του δεύτερου μέρους με την άγρια και πρωτόγονη φύση του έρωτα. Όλες αυτές οι άλυτες απορίες, η μη επιτηδευμένη σκηνοθεσία, οι ήχοι της ζούγκλας και το μυστήριό της, συνθέτουν μία σαγηνευτική ατμόσφαιρα. Το φινάλε είναι μεγαλειώδες μέσα σε όλη την απλότητά του.

Ό σκηνοθέτης πήρε τον Χρυσό Φοίνικα φέτος στις Κάννες για τη νέα του ταινία ("Ο Θείος Boonmee θυμάται τις προηγούμενες του ζωές"). Προφανώς και γι' αυτό και το Sud Pralad επιτέλους προβλήθηκε στην Ελλάδα με  έξι χρόνια καθυστέρηση. Και για να επανέλθω στο θέμα της ελληνικής κριτικής και πόσο πίσω είναι, έχω να πως το εξής:  η ταινία πέρασε απαρατήρητη από τα περισσότερα blogs, ενώ οι ελάχιστες κριτικές στα ελληνικά media ήταν μέτριες (!!!), την στιγμή που το Sight and Sound την τοποθετεί μέσα στις σημαντικότερους ταινίες της δεκαετίας που πέρασε, και οι ξένες κριτικές είχαν γράψει τα καλύτερα όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Πρόκειται για ένα σπάνιο αριστούργημα, μια πολύ ποιητική ταινία με πολύ προσωπικό στίγμα που σε μαγεύει. Δείτε την οπωσδήποτε!

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      9,5 /  11



Το trailer της ταινίας.

Les amours imaginaires

 

amoursPoster

 

Τίτλος: Les Amours Imaginaires (Φανταστικές Αγάπες)

Σκηνοθέτης: Xavier Dolan

Παραγωγή: 2010

 

Η ταινία του Dolan είναι αρκετά ευφάνταστη και άρτια από τεχνική άποψη δεδομένου ότι πρόκειται για την δεύτερη «έπίσημη» ταινία ενός 21χρονου σκηνοθέτη, η οποία έγινε μάλιστα δεκτή στο μη διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών.

Δεν πρόκειται για κάποιο αριστούργημα και ο θεατής δεν θα πρέπει να έχει υψηλές απαιτήσεις πριν πάει να δει την ταινία. Ωστόσο, βλέποντάς την δεν μπορείς παρά να νιώσεις ευχάριστα. Προσωπικά, πέρα από κάποιες έντονες αδυναμίες στο σενάριο, μπορώ να πω ότι όχι μόνο η ταινία δεν με ενόχλησε, αλλά αντιθέτως την βρήκα τόσο διασκεδαστική που την είδα δύο φορές.

Το σενάριο αφορά ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε δύο αγόρια κι ένα κορίτσι: η Marie και ο Francis (τον ρόλο του οποίου υποδύεται πολύ εκφραστικά ο ίδιος ο σκηνοθέτης ), δύο πολύ καλοί φίλοι, ερωτεύονται ταυτόχρονα τον γοητευτικό Nicolas, που σαν νεαρός Άδωνις προσγειώνεται μια νύχτα στις ζωές του. Μπορεί να ακούγεται κλισέ και βαρετό, ωστόσο η τόσο ζωντανή σκηνοθεσία του Dolan κάνει την ταινία απόλαυση από την αρχή ως το τέλος της! Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μία έντονη παλέτα χρωμάτων, εξαιρετική rock και pop μουσική (που συχνά συνοδεύει πλάνα σε αργή κίνηση) και πολύ ιδιαίτερη φωτογραφία. Ως αποτέλεσμα η ταινία σφύζει από ζωή, νεανικότητα και ζωντάνια.

Γι' αυτές του τις τεχνικές ο Dolon έχει συγκριθεί με τον Kar Wai Wong – μία σύγκριση που βρίσκω ατυχή και άκυρη. Έχει επίσης χαρακτηριστεί ως το νέο παιδί-θαύμα του ανεξάρτητου κινηματογράφου, χαρακτηρισμό τον οποίο επίσης βρίσκω υπερβολικό και ανώριμο. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για τέτοιες βαρυσήμαντες δηλώσεις και η ταινία έχει τα αδύναμα σημεία της, κυρίως όσον αφορά την πλοκή και το σενάριο, όπως έχω ήδη πει. Ωστόσο, τέτοια είναι η χημεία των τριών πρωταγωνιστών μεταξύ τους και τόσο πετυχημένο το «δέσιμό» τους με τα πολύχρωμα πλάνα, που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις το εξαιρετικό αποτέλεσμα, το θάρρος και την τόλμη του τόσου νεαρού σκηνοθέτη. Μπορεί, λοιπόν, η ταινία να μην είναι σπουδαία, είναι ωστόσο πιο ευφάνταστη και αισθητικά ικανοποιητική από τις περισσότερες μέτριες ταινίες του είδους.

Προσωπική Αξιολόγηση:      5  /  11

 

 

Σκηνή από την ταινία: οι δύο φίλοι, θαυμάζουν το αντικείμενο του πόθου τους να χορεύει με την μητέρα του…

Sunday, December 5, 2010

Io Sono L' Amore

 

iosonolamore

"I Am Love" is an odd experience.  - Mick LaSalle, San Francisco Chronicle

 

Τίτλος: Io Sono L' Amore

Σκηνοθέτης: Luca Guadagnino

Παραγωγή: 2009

 

Να και μία ταινία που αναγκάστηκα να δω δύο φορές. Η αλήθεια είναι ότι γνώριζα πως αυτό θα συνέβαινε από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Κι αυτό γιατί με το που ξεκίνησε η ταινία, έπιανα τον εαυτό μου να μη δίνει καθόλου σημασία στο διάλογο, στο τι λένε οι πρωταγωνιστές, παρά μόνο προσπαθούσα να προλάβω να θαυμάσω τα διάφορα σκηνοθετικά τεχνάσματα, τις συνεχόμενες αλλαγές στην οπτική γωνία της κάμερας, διακριτικές και μη τεχνικές σκηνοθετικές λεπτομέρειες, αλλά και όλη την αισθητική της ταινίας: πλούσια, βαριά, με απίστευτη προσοχή στην λεπτομέρεια – είτε αφορά τα σετ, τα ρούχα και τα αξεσουάρ των πρωταγωνιστών, τις εσωτερικές και εξωτερικές τοποθεσίες: ένας πλούσιος Vogue κατακλυσμός, που ωστόσο δεν ήταν ούτε κιτς, ούτε αναχρονιστικός, ούτε φορτικός, ήταν απλά υπέροχος. Και σε όλα αυτά επίκεντρο η art deco κατοικία όπου ζούσαν οι ήρωες της ταινίας, η οικογένεια Recchi.

Ίσως να φαίνεται παράξενο που γράφω για μια ταινία ξεκινώντας από την αισθητική της, όμως πραγματικά το Io Sono L' Amore θέτει την αισθητική ως κεντρικό του άξονα. Η σκηνοθεσία του άγνωστου σε μένα Luca Guadagnino είναι ό,τι πιο στυλιζαρισμένο έχω δει τα τελευταία χρόνια, χωρίς υπερβολή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Ο σκηνοθέτης αρκετές φορές δίνει την εντύπωση ότι αυτός αποτελεί τον βασικό πρωταγωνιστή και ήρωα της ταινίας, λες και είναι ο ίδιος που συνεχώς φωνάζει "Να, δείτε με, εγώ είμαι ο έρωτας!" Οι τεχνικές του αψεγάδιαστες και η επιρροή του από μεγάλους σκηνοθέτες (όπως ο Αντονιόνι με τις γεωμετρικές του λήψεις, και ο Βισκόντι με την εμμονή στην αισθητική λεπτομέρεια) είναι εμφανείς. Ωστόσο, αυτή η συνεχής επίδειξη σκηνοθεσίας μπορεί να κουράσει τον μυημένο θεατή, μιας και αποσπά την προσοχή του από την πλοκή. Από την άλλη, τόσο από καλλιτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, η σκηνοθεσία  είναι τόσο επιδέξια που πραγματικά σε κάνει να βγάζεις το καπέλο στον κ. Guadagnino  και να τον θαυμάζεις για το αποτέλεσμα που έχει πετύχει. Εγωκεντρική λοιπόν σκηνοθεσία, που κάποιους σίγουρα θα ενοχλήσει, πιθανώς εμπνευσμένη από τους μεγαλύτερους ιταλούς σκηνοθέτες, αλλά δοσμένη με τόσο μοντέρνο και φρέσκο τρόπο… Ίσως αυτό να είχε κατά νου ο κριτικός της Independent, Jonathan Romney, όταν είπε ότι η ταινία "αποκαλύπτει δυνατότητες που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν στον αφηγηματικό κινηματογράφο (narrative cinema)".

sono1


Σε μία άλλη online κριτική (ελληνική αυτή τη φορά) διάβασα ότι η ταινία στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική, όμως μοιάζει σημαντική. Πιστεύω ότι ακριβώς το αντίθετο ισχύει: η ταινία μοιάζει να είναι επιφανειακή, ωστόσο κινείται σε πολλά επίπεδα και ερμηνεύεται με ποικίλους τρόπους. Υπάρχει ένα γράμμα που ποτέ δεν μαθαίνουμε καν το περιεχόμενό του, ομοερωτικές νύξεις, σχέσεις που ακροβατούν μεταξύ φιλίας και έρωτα, και όλοι φαίνονται να κρύβουν από ένα μυστικό. Επιπλέον το καθετί φαίνεται να μην υπάρχει τυχαία, αλλά να έχει μεγάλη σημασία στην πλοκή: σκάλες, πόρτες, έντομα, πίνακες ζωγραφικής, ακόμα και το χτένισμα των μαλλιών της ηρωίδας Emma – όλα έχουν κάτι να πουν και δεν είναι όπως είναι για κάποιον λόγο.

Πολλά έχουν ειπωθεί για την (κατ' εμέ) αριστουργηματική μουσική της ταινίας. Ο John Adams (ναι, ο μεγάλος σύγχρονος συνθέτης) δημιουργεί ένα μουσικό σκορ (και όχι απλά soundtrack) αρκετά μοντέρνο που δένει υπέροχα με την ταινία και δίνει πνοή. Πρόκειται για ένα σκορ ρυθμικό, μινιμαλιστικό, με πλούσια ενορχήστρωση (τα χάλκινα πνευστά στο φινάλε είναι εντυπωσιακά!). Η μουσική δεν έρχεται να καλύψει σκηνοθετικά κενά αλλά είναι υποχρεωτική για την ταινία: κι αυτό γιατί το Io Sono L' Amore είναι το είδος της ταινίας απ΄ όπου δεν μπορείς να απομονώσεις τη μουσική - αντιθέτως το σκορ, το οποίο υπάρχει για να δίνει ρυθμό και νεύρο, και η ταινία είναι το ένα και τ' αυτό. Η ταινία είναι φτιαγμένη για να συνυπάρχει με τη μουσική. (Άλλες ταινίες που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο όσον αφορά τη μουσική, και που μου έρχονται τώρα στο μυαλό, είναι Τα Μαθήματα Πιάνου, το Μανόλια, και το πρόσφατο και αριστουργηματικό Θα Χυθεί Αίμα).

sono2


Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω πολλά,γιατί πραγματικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για το είδος της ταινίας που βασίζεται σε καλές ερμηνείες. Άλλωστε, αν πάρουμε τον Αντονιόνι ή τον Βισκόντι, και παρόμοιες ταινίες σε σκηνοθετικό ύφος, θα συνειδητοποιήσουμε ότι ούτε το Senso του πρώτου, ούτε η τριλογία του δεύτερου (La notte, L'eclipse, L'Avventura) βασίζονταν στην ερμηνεία των πρωταγωνιστών [σε παρένθεση ν' αναφέρω ότι στην ταινία παίζουν επίσης ο Gabriele Ferzetti (ο γοητευτικός Sandro  του L'avventura) καθώς και η Marisa Berenson που υποδύθηκε την κα. Aschenbach στον Θάνατο στη Βενετία του Βισκόντι]. Επιπλέον, θα διαφωνήσω με όσους μίλησαν για την εκπληκτική ερμηνεία της Tilda Swinton. Η ερμηνεία είναι καλή, αλλά ως εκεί. Κανένας ρόλος δεν απαιτεί συγκλονιστικές ερμηνείες όπως είπα, οπότε όλοι οι ηθοποιοί απλά παίζουν σωστά τον ρόλο τους (η δύναμη της ταινίας βρίσκεται περισσότερο στο πώς δείχνουν οι ηθοποιοί, πώς χρησιμοποιούνται από τον φακό του σκηνοθέτη και πώς συνυπάρχουν με τον χώρο).

Συνοπτικά, λοιπόν, η ταινία του Guadagnino  ήταν για μένα κάτι παραπάνω από μία ευχάριστη έκπληξη: καιρό είχα να δω τόσο σπουδαία και στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία -  πραγματική μαεστρία. Μπορεί η ταινία να χάνει σε ουσία σε κάποια σημεία (θα μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στους άλλους χαρακτήρες πέρα από την βασική πρωταγωνίστρια), ωστόσο για μένα αυτό εξισορροπείται κάπως από την δεξιοτεχνική και σπουδαία σκηνοθεσία (από τεχνική και αισθητική άποψη). «Για έμπειρους σινεφίλ και λάτρεις των χαρακτήρων και της αισθητικής καλλιγραφίας», γράφει ο Δημήτρης Παπαμίxου στο myFILM.gr. Θα συμφωνήσω. Αν έπρεπε να την χαρακτηρίσω με μία λέξη θα έλεγα: οπερατική.

luca-guadagnino

Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Luca Guadagnino.


Εν τέλει, ο κάθε θεατής θα δει την ταινία διαφορετικά: ανάλογα με τη διάθεση και το πόσο ανοιχτόμυαλος είναι, αν δεν τον ενοχλήσει η έντονη παρουσία του σκηνοθέτη, τότε το Io Sono L'Amore θα τον ανταμείψει με το παραπάνω και θα τον εντυπωσιάσει με την καλλιτεχνική ποιότητά του. Διαφορετικά, η ταινία μπορεί να φανεί ως μία ρηχή, μελοδραματική ιστορία για την αστική ζωή και τα βίτσια των πλουσίων. Εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      6  /  11

 

Wednesday, November 24, 2010

The Social Network

 

The-Social-Network-movie-poster-David-Fincher

 

Τίτλος: The Social Network

Σκηνοθέτης: David Fincher

Παραγωγή: 2010

 

H ταινία του Fincher βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι τόσο κουραστική όσο θα περίμενε κάνεις (δεδομένου του επουσιώδους θέματός της). Παρατηρούμε εν μέρει την εξελικτική πορεία του Facebook και εν μέρει την “εξέλιξη” του Zuckerberg, του (συν)ιδρυτή του. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλά τόσο από τον τίτλο της ταινίας, όσο και από το περιεχόμενο και τη δομή της, το όλο εγχείρημα φαίνεται να εστιάζεται περισσότερο στο πώς και γιατί δημιουργήθηκε το Facebook παρά στον ίδιο τον δημιουργό του. Ίσως σε αυτό να ευθύνονται και οι μέτριες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, χωρίς καμία να ξεχωρίζει ιδιαίτερα (δεν ξέρω κατά πόσο το να μιλάς γρήγορα και κοφτά όπως ο βασικός πρωταγωνιστής θεωρείται ερμηνεία, ίσως για το είδος της ταινίας να είναι ωστόσο αρκετό).

Σχεδόν επίπεδη και η σκηνοθεσία του Fincher, γρήγορο μοντάζ και εναλλαγές σκηνών, αδιάφορη μουσική επένδυση (έως κακόγουστη - βλ. σκηνή με αγώνα κωπηλασίας), αποφυγή κάθε συναισθηματισμού – συστατικά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης με τις πρόσφατες ταινίες του. (Όσο κι αν μου άρεσε το Seven δεν μπορώ παρά να έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας μουσικά βίντεο κλιπ - στοιχείο που διαφαίνεται έντονα στις τελευταίες του δημιουργίες.)

Εν ολίγοις, είναι το είδος της ταινίας για το οποίο δεν μπορείς να γράψεις και πολλά για το τεχνικό και καλλιτεχνικό μέρος, ενώ όσον αφορά το περιεχόμενο, οποιαδήποτε απόπειρα ηθικής ανάλυσής του θα ξέφευγε από το ύφος αυτού του κινηματογραφικού ιστολογίου και θα οδηγούσε σε φλυαρία.

Συμπέρασμα: καλογυρισμένη ταινία, διασκεδαστική για μια «έξοδο» στο σινεμά με φίλους και ποπ κορν, ίσως λίγο βαρετή κατά διαστήματα (ειδικά αν δεν σας αφορά το Facebook και ο χώρος τον υπολογιστών - προσωπικά είμαι fan και των δύο, ωστόσο πάλι βαρέθηκα σε κάποια σημεία). Δείτε την λοιπόν απλά για να περάσει ο χρόνος σας (ευχάριστα ή αδιάφορα) με παρέα, αλλιώς αν ψάχνετε κάτι με καλλιτεχνική αξία, επιλέξτε άλλη ταινία...

 

Προσωπική Αξιολόγηση:     2 / 11