Saturday, February 28, 2009

Slumdog Millionaire

slumPost

 

Τίτλος: Slumdog Millionaire

Σκηνοθέτης: Danny Boyle

Παραγωγή: 2008

 

Από τις προηγούμενες δουλειές του Άγγλου σκηνοθέτη Danny Boyle έχω δει το Shallow Grave, το Trainspotting, και το The Beach. Καμία από αυτές δεν βρήκα αξιόλογη ταινία, με εξαίρεση ίσως το Shallow Grave απλά και μόνο επειδή είχε κάποιο σασπένς. Το Slumdog Millionaire κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας και συνολικά 8 Όσκαρ. Αναμενόμενο το αποτέλεσμα, γνωρίζοντας πως συνήθως ψηφίζει η ακαδημία: μάλλον το Slumdog Millionaire ήταν η χειρότερη από τις υποψήφιες ταινίες.

Οι αδυναμίες πολλές. Ξεκινώντας από το σενάριο, το οποίο ακροβατούσε ανάμεσα στα όρια του παράλογου και του γελοίου. Με λίγα λόγια μου θύμισε τα «λογοτεχνικά» βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων συγγραφέων που αποτελούνται από ανάλαφρες ιστορίες χωρίς ουσία. Η πλοκή διαδραματίζεται γύρω από ένα τηλεπαιχνίδι, ο ήρωας ένα φτωχός νεαρός που είναι μοιραίο να κερδίσει (η ταινία φροντίζει να το τονίσει αρκετές φορές), όπως επίσης μοιραίος είναι και ο έρωτας του για μία όμορφη κοπέλα που γνώρισε όταν έμεινε ορφανός. Ακούγεται αφελές και, πιστέψτε με, είναι. Υπήρχαν σκηνές παράλογες και αναφέρω ενδεικτικά τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας της ταινίας μαθαίνει για το όνομα του όπλου, ή την σκηνή όπου κλέβει τρόφιμα όσο βρίσκεται στο τρένο. Υπερβολικός, και καθόλου ρεαλιστικός, ο τρόπος που παρουσιάζεται ο παρουσιαστής του τηλεοπτικού παιχνιδιού. Καθόλου πειστικός και ψεύτικος και ο διάλογος μεταξύ των μικρών παιδιών.

slum1

Όσο για τις ερμηνείες, κυμαίνονται από κακές ως αδιάφορες. Ο πρωταγωνιστής Dev Patel ερμηνεύει με υπερβολή κι αυτός τον ρόλο του. Όσο συμμετέχει στο τηλεπαιχνίδι, οι αντιδράσεις του είναι πέρα για πέρα αφύσικες, σε σημείο που αναρωτιέσαι αν υποτίθεται ότι ο ήρωας πάσχει από κάποιο πρόβλημα υγείας (σωματικό ή διανοητικό). Ο αδερφός του από την άλλη, φαίνεται να αλλάζει διαθέσεις λες και πρόκειται για άτομο με πολλαπλή προσωπικότητα. Συμπαθητική, αλλά τελικά αδιάφορη και η πρωταγωνίστρια Freida Pinto.

Όσοι έχετε δει δείγμα από τις προηγούμενες ταινίες του Danny Boyle θα ξέρετε τι να περιμένετε. Γρήγορη σκηνοθεσία, με πολύχρωμα πλάνα, έντονη μουσική, μια τάση προς την υπερβολή: η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής λούζεται μες στα κόπρανα παραπέμπει σε χοντροκομμένο χιούμορ και μου θύμισε την παρόμοια, αντιαισθητική σκηνή στο Trainspotting – ήταν, αλήθεια, απαραίτητη; Και μιας και μίλησα για χιούμορ, υπάρχει συχνά η εναλλαγή στις διαθέσεων όπως μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης: τη μία στιγμή βλέπεις την ανθρώπινη εξαθλίωση και μόλις με το που πας να νιώσεις τον πόνο τον πρωταγωνιστών, αμέσως ακολουθεί κάποιο πρόχειρο αστείο, λες και ο Danny Boyle θέλει να μας υπενθυμίζει συνεχώς πως πρόκειται εν τέλει για μια feel good ταινία.

slum2

Σε γενικές γραμμές ο επιφανειακός τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες των ηρώων του, ο γρήγορος ρυθμός, ο εύκολος και μπανάλ συναισθηματισμός, η έλλειψη κάποιου λόγου ύπαρξης αυτής της ταινίας, πέρα από το να διασκεδάσει τον θεατή παραπέμπουν σε προϊόν έτοιμο να καταναλωθεί από την γενιά του MTV (η απόδειξη; Η ταινία βρίσκεται ήδη στο top 250 του IMDB και το κοινό την έχει ψηφίσει στην θέση #39 !!!)

Έχοντας δει το Slumdog Millionaire έμεινα με την απορία: γιατί να γυριστεί μία τέτοια ταινία; Θέλει να μεταδώσει κάποιο μήνυμα ο σκηνοθέτης, να δημιουργήσει ένα καλό έργο Τέχνης, να μας μεταφέρει κάποια ερεθίσματα, να μας προβληματίσει ίσως; Τίποτα από αυτά! Προφανώς, όπως ανέφερα και παραπάνω η ταινία υπάρχει για να κρατήσει ικανοποιημένα τα πλήθη που θέλουν απλά να πάνε σινεμά ή να νοικιάσουν ένα DVD για να περάσει κάπως η ώρα τους. Το Slumdog Millionaire είναι αδύναμο παντού: αδιάφορο σενάριο, κακές ερμηνείες, φιλόδοξη (και ματαιόδοξη) σκηνοθεσία. Για άλλη μια φορά μία από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς κερδίζει το Όσκαρ καλύτερη ταινίας, κάνοντας έτσι τον απαίδευτο θεατή να πιστεύει ότι πρόκειται για κάτι το ξεχωριστό. Κι εγώ θέλω να ρωτήσω: αξίζει κάποιος να σπαταλήσει δύο πολύτιμες ώρες από τη μέρα του που δεν θα τον οδηγήσουν πουθενά, ενώ μπορεί να καλλιεργηθεί με ένα προϊόν αυθεντική τέχνης;

Προσωπική αξιολόγηση:   1,5  /  11

 

ΥΓ. Όπως έγινε και με το Trainspotting, το soundrack του Slumdog Millionaire έκανε επιτυχία – φαντάζομαι κυρίως στο νεαρό καταναλωτικό κοινό. Προσωπικά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς κάποιος θα μπορούσε να ακούσει αυτή την μουσική (σαχλή κατ’ εμέ) πάνω από μία φορά. Περί ορέξεως όμως, κολοκυθόπιτα…

Monday, February 23, 2009

La Pianiste


piaPOs

Τίτλος: La Pianiste (Η Δασκάλα του Πιάνου)

Σκηνοθέτης: Michael Haneke

Παραγωγή: 2001

Η Δασκάλα του Πιάνου του Γερμανού-Αυστριακού Haneke (σίγουρα ανάμεσα στους 5 σημαντικότερους σκηνοθέτες στον κόσμο αυτή την στιγμή), δεν είναι η πιο αντιπροσωπευτική ταινία του σκηνοθέτη και μάλλον, με αντικειμενικά κριτήρια, όχι και η καλύτερη του. Παραμένει ωστόσο ένα εξαιρετικό έργο Τέχνης.

Η ταινία βασίζεται στη νουβέλα της –πλέον νομπελίστριας- Elfriede Jelinek. Αν δεν έχετε διαβάσει ακόμα το βιβλίο το συστήνω ανεπιφύλακτα. Από τις πιο δυνατές και αρρωστημένες εμπειρίες και ευτυχώς η ταινία του Haneke κρατάει την ίδια ατμόσφαιρα. Η ταινία έχει πάρει αρκετά βραβεία. Τα πιο σημαντικά στο Φεστιβάλ Καννών το 1991, όπου κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τον Benoît Magimel και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για την Isabelle Huppert.

Και σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι η ερμηνεία της Huppert ως η νευρωτική, κρύα, γεμάτη σεξουαλικές εμμονές πιανίστρια, είναι χωρίς υπερβολή από τις καλύτερες γυναίκειες ερμηνείες – και όχι μόνο των τελευταίων χρόνων. Μαζί με αυτή της Holly Hunter στα Μαθήματα Πάνου είναι από τις δυνατότερες ερμηνείες που έχουμε δει.

hupperaward Η Isabelle Huppert φωτογραφίζεται στις Κάννες με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας που δίκαια της άξιζε.

Η ταινία έχει να κάνει με την Erika, μία δασκάλα του πιάνου στο Κονσερβατόριο της Βιέννης. Υπό την επίβλεψη μιας αυταρχικής μητέρας, με την οποία και συγκατοικεί, η Erika απαιτεί την τέλεια ερμηνεία από τους μαθητές της τη μέρα και το βράδυ ενδίδει στις σεξουαλικές φαντασιώσεις της, από το να επισκέπτεται sex shop μέχρι να παρακολουθεί ζευγάρια να ερωτοτροπούν. Η ταινία διαδραματίζεται στην Βιέννη, και είναι πράγματι γυρισμένη εκεί, αλλά στη γαλλική γλώσσα με Γάλλους ηθοποιούς. Ωστόσο η δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Haneke μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών (και όχι μόνο των πρωταγωνιστών) σε κάνουν να μην μπεις καν στη διαδικασία να σκεφτείς αυτή την λεπτομέρεια.

Στην ταινία η ηρωίδα Erika, δέχεται καθημερινά τις πιέσεις της αυταρχικής, κενής μητέρας της. Η τελευταία, με την σχολαστικότητα και την περιέργεια της δεν απέχει και πολύ από την ελληνίδα μητέρα που ωθεί συχνά τα παιδιά της σε ακραίες συμπεριφορές. Αναφέρομαι στα κόμπλεξ αλλά και τις ανασφάλειες κάθε είδους που μπορεί κάποιος άθελά του να αποκτήσει, κάτω από την συνεχή κριτική μιας μητέρας που θέλει να φυλάει το παιδί της λες και της ανήκει ολοκληρωτικά. Η διαφορά είναι ότι η πρωταγωνίστρια δεν δέχεται παθητικά αυτή τη συμπεριφορά της μητέρας –όπως η πλειοψηφία της ελληνικής νεολαίας- αλλά αντιστέκεται.

Η Erika λοιπόν αντιδρά. Δεν διστάζει να χτυπήσει την μητέρα της και να της τραβήξει τα μαλλιά αφαιρώντας ολόκληρες τούφες όπως παραπονιέται η ίδια η μητέρα. Αργότερα, μετά από μία έξαρση πάθους, η ίδια η Erika θα ορμήσει στην μητέρα της -καθώς μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι- και θα την φιλήσει παθιασμένα (ή απεγνωσμένα) στο στόμα, διεκδικώντας την σεξουαλικά.

pia2 O Benoît Magimel στον ρόλο του γοητευτικού Walter Klemmer

Κάποια στιγμή θα γνωρίσει έναν πολύ γοητευτικό νεαρό τον Walter Klemmer (Benoît Magimel) σε ένα μουσικό soiree μιας αριστοκρατικής οικογένειας, όπου εύστοχα ο Klemmer θα πει στην Erika, «Ο κόσμος πλέον ακούει μόνο pop και rock. Δεν υπάρχουν πια οικογένειες σαν αυτήν.» Δεν ξέρουμε αν η Erika τον αγαπά. Είναι πολύ ψυχρή απέναντι του. Την πρώτη φορά που τον ακούει να ερμηνεύει το Scherzo από την προτελευταία σονάτα του Schubert κοιτάει το κενό. Δεν ξέρουμε αν η ερμηνεία του την έχει αγγίξει ή αν την αφήνει τελείως αδιάφορη. Κι ας είναι ο Schubert η ειδικότητά της. «Δεν έχω συναισθήματα. Κι αν αποκτήσω δεν τα αφήνω ποτέ να κατακτήσουν την ευφυΐα μου», του λέει κάποια στιγμή.

Και να τονίσω, σε αυτό το σημείο, ένα σημαντικό στοιχείο στη σκηνοθεσία που διαφοροποιεί αυτή την ταινία από τις υπόλοιπες του Haneke: η χρήση της μουσικής. Ο ίδιος ο Haneke έχει πει ότι δεν θέλει να χρησιμοποιεί μουσική στις ταινίες, επειδή πιστεύει ότι προδιαθέτουν και υποκινούν συναισθηματικά τον θεατή. Και το τηρεί. Όμως μία ταινία με θέμα τη μουσική θα ήταν αδύνατη χωρίς αυτήν. Ακούμε λοιπόν καθαρά κλασική μουσική. Μάλιστα ο Haneke επιλέγει πολύ προσεκτικά και η μουσική ακούγεται σε κρίσιμα σημεία που τονίζουν την συναισθηματική (φαινομενικά) απάθεια της Erika. Σκόπιμα, επίσης, διαλέγει πολύ συναισθηματικά κομμάτια. Η δεύτερη κίνηση από την Σονάτα νο. 20 του Schubert είναι από τις πιο σπαρακτικές στιγμές του συνθέτη. Το ίδιο ισχύει και για το 1ο Σεξτέτο του Brahms με την τόσο φορτισμένη αργή κίνηση. Το τελευταίο κομμάτι ακούγεται live σε μία πανέξυπνη σκηνή –από αυτές που μόνο ο Haneke καταφέρνει στο σύγχρονο κινηματογράφο- με τον Walter να κάθεται πίσω από την Erika κατά τη διάρκεια ενός κονσέρτου και να την παρακολουθεί. Η Erika έχει πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα ο Walter φλερτάρει με δύο κορίτσια που κάθονται πίσω από αυτόν. Είναι ένα ερωτικό παιχνίδι που συνοψίζει την ανθρώπινη ερωτική προσέγγιση και το παιχνίδι του φλερτ.

Η σκηνοθεσία του Haneke έχει την ακρίβεια χειρουργικού νυστεριού – σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη. Δεν διστάζει να δείξει το ωμό σεξ και την κακοποίηση χωρίς λογοκρισία. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν υποκρισία, δεδομένου το θέμα της ταινίας, και την ρεαλιστική προσέγγιση του σκηνοθέτη.

Michael-HanekeΟ σκηνοθέτης Michael Haneke

Πολλοί λένε ότι δεν μπορούν να ταυτιστούν με την ηρωίδα, ούτε με το θέμα της ταινίας (κάτι παρόμοιο είχα ακούσει και για το πολύ καλό Crash του Cronneberg). Μου κάνει τρομερή εντύπωση, κι αυτό γιατί έχω γνωρίσει πολλές Ερίκες. Και άτομα με τις πιο περίεργες σεξουαλικές εμμονές. Αλλά και αν κάποιος δεν έχει γνωρίσει τέτοια άτομα, υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα γύρω μας διαστροφικών ανθρώπων με κύρος και εξουσία, ή ανθρώπων που λειτουργούν κάτω από αυστηρή επίβλεψη ανώτερων και εκφράζουν ακραίες σεξουαλικές συμπεριφορές. Αν ήθελα να δώσω ένα πρόχειρο παράδειγμα, το μυαλό μου πάει αμέσως σε διάφορα σεξουαλικά σκάνδαλα που ακούμε συχνά από τον χώρο της εκκλησίας. Απλά ένα παράδειγμα θέλω να δώσω, χωρίς να σημαίνει ότι τα ξεχωρίζω.

Ο θεατής μπορεί εύκολα να κατηγορήσει την Erika ως ανώμαλη και σεξοδιαστροφική ή να την λυπηθεί. Κι όμως εγώ θα την υποστηρίξω, χωρίς να σημαίνει ότι συμφωνώ με τη συμπεριφορά της. Απλά δεν την κρίνω: σε κάποια στιγμή, η Erika ζητά από τον Walter να την χτυπήσει βίαια. «Η έντονη επιθυμία να με χτυπήσουν υπήρχε πάντα μέσα μου», τον εκλιπαρεί. Αυτός την κοιτάζει με ένα ύφος λύπης και αποδοκιμασίας. Του φαίνεται παράλογη αυτή η συμπεριφορά. Ο ίδιος θέλει την αγάπη της Erika. Ποιος από τους δύο όμως φέρεται παράλογα; Τι είναι αυτό που καθιστά φυσιολογικές τις σεξουαλικές ορμές του Walter και όχι τα βίτσια της Erika; Υπάρχει διαφορά και αν ναι ποια είναι τα όρια; «Άνοιξε το καλλιεργημένο στόμα σου και δικαιολόγησε αυτές τις μαλακίες!», θα απαντήσει ο Walter στην έκκληση της Erika για ξύλο. Ίσως αυτό που δεν συνειδητοποιεί ο ίδιος είναι ότι η κουλτούρα και ο κόσμος της διανόησης και της τέχνης δεν έχουν να κάνουν με το σεξ, αυτό το άγριο ένστικτο που δεν μας διαχωρίζει από τα ζώα. Ίσως λοιπόν και ο ίδιος να είναι από μόνος του παράλογος.

Στο τέλος η ταινία αφήνει τον θεατή με πολλά ερωτηματικά. Το ίδιο το τέλος απότομο, με μία coda που χτίζεται με χιτσκοκική ένταση – τυπικός Haneke σε όλο του μεγαλείο! Ίσως να εκνευρίσει κάποιους. Σίγουρα πάντως η ταινία –όπως όλες του σκηνοθέτη- θα ενοχλήσουν το κοινό. ο Haneke, όπως και ο Tarkovsky, ανήκει στους μεγάλους δημιουργούς που έχουν πει ξεκάθαρα σε συνεντεύξεις ότι ο κινηματογράφος δεν έχει σκοπό να διασκεδάσει το κοινό και να το κάνει να περάσει καλά. Γι αυτό υπάρχουν οι ανάλαφρες ταινίες και το Χόλιγουντ (επί το πλείστον). Το σινεμά του Haneke είναι πραγματική Τέχνη και σίγουρα ο ίδιος θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς.

Προσωπική Αξιολόγηση: 9 / 11*


*Όπως είπα και πριν η ταινία δεν είναι η πιο αντιπροσωπευτική του Χάνεκε και όπως λένε και πολλοί κριτικοί, ίσως όχι και η καλύτερη του (και με αυτό συμφωνώ). Όμως επειδή καταπιάνεται με την κλασική μουσική και με θέματα που μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, συν την συγκλονιστική ερμηνεία της Huppert, έχει ξεχωριστή σημασία για μένα.

Friday, February 6, 2009

The Wrestler (Ο Παλαιστής)

wrestPo

Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2008

Ο Παλαιστής είναι η καλύτερη ταινία του Aronofsky μέχρι σήμερα. Ωστόσο, όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, φαίνεται να προορίζεται (ή να ελπίζει) σε ένα target group κάτω των 30.

Ο Aronofsky επιτέλους φαίνεται να επικεντρώνεται στην πλοκή της ταινίας και τον χαρακτήρα των ηρώων του. Η σκηνοθεσία του είναι σχεδόν απέριττη (λέω "σχεδόν" επειδή και πάλι υπάρχουν 1-2 σκηνές υπερβολής, όπως αυτή στην οποία χορεύει με την κόρη του σε μια άδεια ballroom αίθουσα και που ευτυχώς κρατάει ελάχιστα μόνο δευτερόλεπτα) με αρκετά κοντινά πλάνα να επικεντρώνονται στον πόνο (σωματικό και ψυχικό) του πρωταγωνιστή, επιτυγχάνοντας την ταύτιση μας μαζί του. Λείπουν, ευτυχώς, οι εμμονές με τα ωραία πρόσωπα των πρωταγωνιστών, τα zoom και η έμφαση σε σκηνές και εκφράσεις που, ναι μεν φαντάζουν ωραία, αλλά δεν μας λένε κάτι για την ταινία καθαυτή, λείπουν τα στυλιζαρισμένα πλάνα και φωτογραφία, ενώ αντιθέτως αρκετές φορές η κάμερα είναι χειροκίνητη. Και επιτέλους υπάρχει ένα διακριτικό score που ακούγεται ελάχιστα και μόνο στις στιγμές που πρέπει. Καμία σχεση δηλαδή με τις δύο προηγούμενες απόπειρες του Aronofsky.

Όλα αυτά είναι θετικά και αποτελούν μία ευχάριστη έκπληξη για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Καλή είναι και η ερμηνεία του Ρουρκ. Ωστόσο θεωρώ υπερβολή να μιλήσει κάποιος για συγκλονιστική ερμηνεία. Ίσως επειδή ο ρόλος του Παλαιστή είναι τόσο κοντά με τον πραγματικό Ρουρκ (ο ίδιος μποξερ που έχει περάσει πολλές δύσκολες περιόδους κατά καιρούς). Προσωπικά, ο ρόλος του στον Παλαιστή μου θύμισε αρκετά -και σίγουρα έχει κοινά με- τον Marv, τον χαρακτήρα που υποδυόταν στο Sin City.

wrest4

Η νέα ταινία του Aronofsky δείχνει σαν να προσπαθεί να αποκτήσει cult status και πιστέψτε με είναι ήδη cult (βρίσκεται ήδη στη θέση 47 του IMDB -- πράγμα που λέει πολλά για το πως ψηφίζει ο μέσος θεατής). Δεν είναι και τόσο δύσκολο, αφού είναι (χωρίς να το θέλει) μία φαλλοκρατική ταινία που θα λατρέψει ο macho άνδρας και οι έφηβοι. Ακούγονται τραγούδια Guns N Roses, Bruce Springsteen και Scorpions και άλλα hard rock 80s κομμάτια. Υπάρχει αίμα, πάλη, βία, ιδρώτας. Μυες και τεστοστερόνη. Μπίρα και στριπτίζ. Νομίζω αυτά τα συστατικά είναι αρκετά για να μιλάνε κάποιοι για cult ταινία.

Ως θέμα, τι έχει να μου πει ο κόσμος του wrestling; Μου αποδεικνύει πόσο ανεγκέφαλοι και μαζοχιστές μπορούν να γίνουν οι άνδρες, με κάνει να απορώ με την θεοποίηση της βίας, αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος της ταινίας και του σκηνοθέτη. Η μοναξιά που ακολουθεί τη δόξα, ο μοναχικός τρόπος να ζει κάποιος είναι και ο μοναδικός για μερικούς. Υπάρχουν άτομα που ο αληθινός καθημερινός κόσμος δεν τους χωράει και που μπορούν να ζήσουν μόνο στο περιβάλλον όπου γίνονται κατανοητοί και αποδεκτοί - ασχέτως με το αν αυτό συμβαδίζει με τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι Θεοί στο βασίλειο τους, αλλά άστεγοι στην καθημερινότητα που καθορίζει το σύνολο. Σημασία έχει αν έχουν τη δύναμη να κρατήσουν την ισορροπία ανάμεσα στα δύο.

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, το σενάριο θα μπορούσε άνετα να είναι η ίδια η ιστορία του Μίκυ Ρουρκ. Καλά όλα αυτά, αλλά τα γνωρίζω ήδη από την τηλεόραση και τις φθηνές εκπομπές που δραματοποιούν αληθινές ιστορίες έκπτωτων αστέρων. Οπότε, τι έχει να μου δώσει αυτή η ταινία ως μορφή τέχνης; Σίγουρα υπάρχει ρεαλισμός σε μερικές σκηνές, αλλά δυστυχώς περιορίζεται στην απεικόνιση splatter και βίας. Και συναίσθημα σε μικρές δόσεις, που φαίνεται περισσότερα να χαϊδεύει τους ήρωες παρά να μελετά σε βάθος την προσωπικότητά τους. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Η ταινία ξεκινά με τη σημείωση “20 χρόνια μετά”. Μετά από τι, και γιατί δεν μας δείχνει ή δεν σκιαγραφεί το πριν, παρά μόνο κάνει νίξεις; Παράδειγμα δεύτερο: ο χαρακτήρας της χορεύτριας Cassidy παίζει σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο (δίπλα από από τον Ρουρκ) στην ταινία, παραμένει όμως ανεξερεύνητος.

wret3

Στον κινηματογράφο υπήρξαν καλύτερες ταινίες που καταπιάνονται με τα ίδια θέματα σε βάθος και όχι απλά για την διασκέδαση του θεατή. Γι αυτόν το λόγο η ταινία Ο Παλαιστής δεν έχει κάτι νέο να μας πει. Είναι μια μέτρια ταινία, με απλά καλές ερμηνείες και αξιόλογη προσπάθεια για ρεαλιστική σκηνοθεσία. Μερικούς θα συγκινήσει λίγο, άλλους (έφηβους και "μάγκες"') θα τους εξιτάρει η βία και η αδρεναλίνη, το μέσο γυναικείο κοινό θα προτιμούσε να έβλεπε Βridget Jones, ενώ για τον απαιτητικό θεατή η ταινία θα περάσει απαρατήρητη, με μόνο την ερμηνεία του Ρουρκ να μείνει ίσως νωπή στο μυαλό του μέχρι και τα Όσκαρ.

Ωστόσο για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη από τον σκηνοθέτη και σίγουρα είναι ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση για τον Αρονόφσκι.

Προσωπική αξιoλόγηση: 4 / 11



Tuesday, January 27, 2009

The Reader (Σφραγισμένα Χείλη)


Σκηνοθεσία:
Stephen Daldry

Προσωπική Αξιολόγηση:
3,5 / 11



Το βιβλίο The Reader του Bernhard Schlink, πάνω στο οποίο βασίζεται και η ταινία, το διάβασα απνευστί πριν 5 περίπου χρόνια στην αγγλική του έκδοση, και οφείλω να πω ότι έμεινα έκπληκτος όταν έμαθα ότι θα γίνει ταινία. Κι αυτό γιατί η γραφή του Schlink έχει μία ακαδημαϊκή ακρίβεια και απάθεια, αποφεύγοντας τον συναισθηματισμό και τις δραματικές εξάρσεις -- κάνοντας έτσι το βιβλίο δύσκολο να μεταφερθεί σε ταινία από έναν σκηνοθέτη, μάλιστα, του οποίου η προηγούμενη ταινία (Οι Ώρες) λειτουργούσε (αρκετά επιτυχημένα) με βάση το ανθρώπινο συναίσθημα και στο τέλος κατάφερνε πιστεύω να αποφύγει τον μελοδραματισμό (αν και ομολογώ ότι ήταν στα όρια).

Τελικά το διασκευασμένο σενάριο δεν απέχει πολύ από το βιβλίο, δυστυχώς όμως κάποιοι διάλογοι που εγώ προσωπικά θεωρούσα σημαντικούς παραλείφθηκαν. Αυτό όμως είναι κάτι το οποίο είναι αναμενόμενο στα διασκευασμένα σενάρια. Πιστεύω, ωστόσο, ότι το σενάριο θα μπορούσε να διασκευαστεί πιο προσεκτικά, για ένα πιο απαιτητικό κοινό, δίνοντας περισσότερη έμφαση στην φιλοσοφική διάσταση του βιβλίου. Κάποιες φορές ένιωσα, βλέποντας την ταινία, ότι υπήρχαν κάποιες συναισθηματικές εξάρσεις που ήταν περιττές. Όπως διάβασα και κάπου αλλού, ο σκηνοθέτης επιμένει να τονίζει κινήσεις και εκφράσεις δίνοντας έμφαση στην ερωτική σχέση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές και ωραιοποιώντας την -- χωρίς όμως να είναι αυτό και το ζητούμενο της ιστορίας που διαδραματίζεται. Ίσως γι αυτό να βρήκα κουραστική την πρώτη ώρα της ταινίας.

Πολύ καλή (αλλά όχι εξαιρετική) η ερμηνεία της Kate Winslet, με μόνο πρόβλημα την προφορά της (περισσότερα γι αυτό το θέμα παρακάτω). Αντιθέτως, απλά συμπαθητική ως αδιάφορη η ερμηνεία του νεαρού Γερμανού ηθοποιού David Kross, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο ευθύνονται οι οδηγίες του σκηνοθέτη σε αυτή την περίπτωση. Ένα είναι το σίγουρο: ότι στον ρόλο του ο Kross χαμογελάει πολύ, παίρνει συχνά ένα ναζιάρικο βλέμμα και κρατάει πολλές φορές σοκαρισμένος το κεφάλι του, ενώ ο Daldry φροντίζει να τονίσει το γυμνό εφηβικό του σώμα αρκετά συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας. Όσο για τον Ralph Fiennes δεν μπορώ να πω και πολλά γιατί εμφανίζεται ελάχιστα στην ταινία χωρίς να μας δίνετε η ευκαιρία να γνωρίσουμε τον χαρακτήρα του (γίνεται μια απόπειρα να μάθουμε γι αυτόν μέσω της κόρης του, αλλά οι ελάχιστες σκηνές είναι ασαφείς και βεβιασμένες).

Ναι, είναι η Kate Winslet!


Και τώρα θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο πράγματα που με ενόχλησαν πολύ στην ταινία, σε σημείο που συνεχώς έχανα τη συγκέντρωσή μου.

Η ταινία διαδραματίζεται εξολοκλήρου στη Γερμανία. Ο Daldry, Βρεττανός ο ίδιος, ναι μεν γυρίζει την ταινία στη Γερμανία. Χρησιμοποιεί Άγγλους και Γερμανούς ηθοποιούς, αλλά βάζει ωστόσο τους πρωταγωνιστές του να μιλήσουν στην αγγλική γλώσσα. Κι εδώ έχω την μεγαλύτερη μου ένσταση για τη συγκεκριμένη ταινία: υποτιμά ο σκηνοθέτης σε αυτή την περίπτωση τη νοημοσύνη μας; Για να απαντήσουμε όμως σε αυτό, πρέπει να κάνουμε μία άλλη ερώτηση πρώτα: για ποιον προορίζεται η ταινία; Σκοπός του σκηνοθέτη, δηλ., ήταν να φτιάξει μια ταινία-πιστή μεταφορά του βιβλίου ή μια ταινία που θα γίνει κατανοητή από την αγγλόφωνη πλειοψηφία; Ταινία για την Τέχνη ή για τη μάζα;

Θα δεχόμουν εν μέρει αυτή του την επιλογή αν όλοι οι ηθοποιοί μιλούσαν αγγλικά με την βρετανική τους προφορά, παρά να ακούω τον Ralph Fiennes και την Kate Winslet να μιλάνε με ψεύτικη γερμανική. Και πόσο υποτιμητικό πρέπει να ήταν για τους Γερμανούς ηθοποιούς να αναγκάζονται και αυτοί να αρθρώνουν κάθε λέξη στα αγγλικά, αλλά προσποιούμενοι την γερμανική προφορά! Και ακόμα πόσο πιο άσχημο (και τολμώ να πω ρατσιστικό) θα φαντάζει το αποτέλεσμα στο γερμανικό κοινό, όταν θα βλέπουν τον Γερμανό πρωταγωνιστή να απαγγέλλει γερμανικά αποσπάσματα μεταφρασμένα στα αγγλικά. Και γιατί σε σκηνές με πλήθη ακούγεται ο κόσμος να μιλάει γερμανικά και μόνο οι πρωταγωνιστές μιλάνε αγγλικά;

Κάποιος μπορεί να μου πει βέβαια ότι συνηθίζεται στο Χόλιγουντ οι ηθοποιοί να μιμούνται την γερμανική ή γαλλική προφορά όταν η ταινία στην οποία συμμετέχουν διαδραματίζεται στις αντίστοιχες χώρες. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο στο Χόλιγουντ. Να δώσω ένα παράδειγμα: αν μία χολιγουντιανή ταινία διαδραματίζεται στην Κίνα, τότε θα βάλει ο σκηνοθέτης π.χ. τον Anthony Hopkins να μιλάει αγγλικά με κινέζικη προφορά; Όχι δεν θα το κάνει αυτό αυτό, επειδή θα ήταν γελοίο. Όμως του είναι επιτρεπτό να μιμηθεί την "ρομαντική" γαλλική προφορά ή να μιλάει αγγλικά με γερμανική προφορά επειδή ακούγεται σε πολλούς ως "άγρια" και "επιθετική" γλώσσα. Και αν πιστεύετε ότι αυτό δεν είναι ούτε μορφή ρατσισμού, ούτε υποτίμηση της νοημοσύνης μας, τότε νίπτω τας χείρας μου! Σε άλλον σκηνοθέτη που θα μου ήταν αδιάφορος θα το συγχωρούσα, αλλά από τον Daldry που μας έδωσε τις τόσο ευαίσθητες και ειλικρινείς Ώρες περίμενα μια πιο ώριμη προσπάθεια.

Και κάτι τελευταίο: για να απαντήσω σε αυτούς που πιστεύουν ότι είναι λογικό και αναμενόμενο σε μια ταινία να μιλάνε την γλώσσα του σκηνοθέτη ή των βασικών ηθοποιών (όταν αυτή διαδραματίζεται σε άλλη χώρα), έχω να αναφέρω μερικά βαρυσήμαντα ονόματα σκηνοθετών που χρησιμοποιούσαν την αυθεντική γλώσσα στις ταινίες τους: Kieslowski, Tarkovsky, Haneke, Ang Lee, Egoyan (και αυτοί είναι μόνο οι πρώτοι που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό!) Σίγουρα είναι πολύ πιο δύσκολο και ριψοκίνδυνο να μην χρησιμοποιήσεις τη μητρική σου γλώσσα, θέλεις όμως να δημιουργήσεις Τέχνη ή θέλεις οπωσδήποτε να έχεις στην ταινία σου αναγνωρίσιμους star του Χόλιγουντ;

Και τώρα το δεύτερο πράγμα που αποσπούσε την προσοχή μου στην ταινία, από την αρχή ως το τέλος, ήταν η απίστευτα αδιάφορη μουσική. Που δεν ήταν καν αδιάφορη εν τέλει, αλλά εκνευριστική. Δεν νομίζω να έχει διαφορά από αυτό που αποκαλούν "elevator music" ή από μουσική πρόχειρης τηλεταινίας. Μουσική βαρετή που υπάρχει απλά για να υπάρχει, συχνά καταστρέφοντας όμορφες σκηνές με το φθηνό της περιτύλιγμα. Όσο ώριμο και ουσιαστικό ήταν το μινιμαλιστικό score του Philip Glass για τις Ώρες, τόσο ανυπόφορο ήταν το score για το The Reader. Η καθαρά προσωπική μου άποψη είναι ότι η ταινία θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα χωρίς την παραμικρή μουσική επένδυση (ειδικά στις ερωτικές σκηνές ή τις γυμνές σκηνές στο μπάνιο, αλλά και στο συναισθηματικά φορτωμένο φινάλε). Ή αν ο σκηνοθέτης ήθελε η μουσική να παίξει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της ταινίας, γιατί να μην δώσει περισσότερη σημασία στον συνθέτη του soundtrack και το περιεχόμενό του; Τον συνθέτη Nico Muhly δεν τον γνωρίζω, αλλά βλέπω ότι έχει γράψει τη μουσική για 4 ταινίες στο παρελθόν και έχει δουλέψει ως co-rdinator με τον Glass στις Ώρες.

Kate Winslet με τον σκηνοθέτη Stephen Daldry


Επίθεση δέχθηκε ο κριτικός της Guardian για την πολύ αρνητική κριτική του στην ταινία, αλλά σίγουρα δεν συμμερίζομαι όλες τις απόψεις του, και η ταινία άλλωστε έχει πάρα και κακές αλλα και πολύ καλές κριτικές. Σκοπός της ταινίας δεν ήταν να δικαιολογήσει τις γενεές των Γερμανών μετά το ολοκαύτωμα όπως υποστήριξαν κάποιοι, αλλά ούτε να είναι και ένα σαχλό love story. Το βιβλίο έχει να κάνει με τις ενοχές που νιώθουμε ως άνθρωποι, ακόμα και όταν είναι αργά, και με την (εγωιστική) ανθρώπινη μας αδυναμία (ή δύναμη) να είμαστε απόμακροι αποφεύγοντας να παραδινόμαστε σε δυνατά συναισθήματα. Η ταινία μόλις που καταφέρνει να μεταδώσει αυτό, αλλά με πολύ συγκεχυμένο τρόπο, αφού επικεντρώνεται στο συναίσθημα όταν πρέπει να το αποφεύγει. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μία ταινία με αδύναμο σενάριο, που συνεχώς χάνει το focus, άνισες ερμηνείες, μια ταινία που διαδραματίζεται στη Γερμανία με δύο Βρετανούς πρωταγωνιστές και ένα Γερμανό να μιλάνε βρετανικά αγγλικά με γερμανική προφορά, οπότε θα παίξω κι εγώ το ίδιο παιχνίδι και θα πω, "It's a mess!"


Tuesday, January 20, 2009

Milk



Σκηνοθέτης:
Gus van Sant

Προσωπική Αξιολόγηση:
6 / 11


Το Milk του Gus van Sant ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, πέρα από τις προσδοκίες μου. Τι εννοώ: ο Gus van Sant είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες (προσωπικά τον θεωρώ ανάμεσα στους δύο καλύτερους εν ζωή Αμερικάνους σκηνοθέτες). Οι ταινίες του Gerry, Last Days και Elephant αποτελούν την "ανεπίσημη" Τριλογία του Θανάτου του συγκεκριμένου σκηνοθέτη και είναι η προσωπική μου άποψη ότι είναι από τις σημαντικότερες και πιο ουσιώδης ταινίες των τελευταίων 10 ετών. Έχοντας βέβαια τέτοια άποψη γι αυτόν τον σκηνοθέτη και διαβάζοντας σε κριτικές ότι με το Milk ο Gus van Sant επιστρέφει στο mainstream (ή αλλιώς να πω συμβατικό ή εμπορικό) κινηματογράφο απογοητεύτηκα. Ανάμεσα στις προηγούμενες mainstream ταινίες του συγκαταλέγονται το "Το Die For" και το "Good Will Hunting" -- καλές ταινίες χωρίς όμως να είναι κάτι το ξεχωριστό.

Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πει κάποιος και για το Milk. Μια πολύ καλή ταινία η οποία όμως δεν είναι και κανένα αριστούργημα. Τι ήταν αυτό λοιπόν που οδήγησε έναν τόσο ποιητικό και "αργό" σκηνοθέτη να επιστρέψει σε μια πιο "συμβατική" ταινία; Η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο Gus van Sant ήθελε τόσο να διηγηθεί την ιστορία του Harvey Milk που ίσως ένας "ίσιος" σκηνοθετικός δρόμος να ήταν ο μόνος τρόπος να γίνει αυτή η ιστορία κατανοητή από το ευρύ κοινό (και η αλήθεια είναι ότι στις προηγούμενες ταινίες του είχα γίνει μάρτυρας του κόσμου που εκνευρισμένος έφευγε από το σινεμά πριν καν τελειώσουν οι ταινίες του). Και συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη που μας μετέδωσε την ιστορία του ήρωα Harvey Milk -- ενός ατόμου που ελάχιστοι είχαμε ακουστά πριν την κυκλοφορία της ταινίας στην χώρα μας.

Το σενάριο είναι καλοδουλεμένο, αλλά γνωρίζοντας την προσποιητή macho συμπεριφορά του μέσου straight Έλληνα υποθέτω ότι η ταινία θα ενοχλήσει αρκετά άτομα, τα οποία στο κάτω-κάτω θα δυσκολευτούν να ταυτιστούν με το θέμα της ταινίας. Και σε αυτό έχω να κάνω την εξής παρατήρηση: πώς γίνεται όλοι οι gay να βλέπουν χρόνια τώρα ταινίες με straight ζευγάρια και να μην ενοχλούνται, και μόλις οι straight παρακολουθήσουν έστω και μία ταινία με gay να μην μπορούν να ταυτιστούν συναισθηματικά (σάμπως το συναίσθημα του έρωτα διαφέρει;) Δεν είναι και αυτό μια πολύ σημαντική μορφή σεξισμού/ρατσισμού; Γιατί ο gay να ανέχεται συνεχώς ταινίες με straight θέμα, και ο μέσος straight να μην μπαίνει καν στον κόπο να κατανοήσει μια ταινία με gay;



Επειδή όμως ξεφεύγω από την κριτική -αν και πιστεύω ότι σε αυτή την περίπτωση τέτοιου είδους προβληματισμοί οφείλουν να είναι μέρος της κριτικής- θα ήθελα να επικεντρωθώ λίγο στις ερμηνείες, οι οποίες είναι άψογες. Ο Sean Penn ως Harvey Milk βρίσκει τον εαυτό του σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του (ο ίδιος βέβαια δήλωσε ότι είχε ταυτιστεί τόσο με τον χαρακτήρα που υποδύεται με αποτέλεσμα να ερωτευθεί την προσωπικότητά του Harvey Milk). Η υποκριτική ικανότητα του Sean Penn λοιπόν είναι σημαντική, αφού δεν περιορίζεται απλά σε μια γκριμάτσα ή μια προφορά, αλλά στον τρόπου που ο χαρακτήρας του ζει στον χώρο και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο. Από το πιο τρυφερό φιλί στον εραστή του, τον "κόσμο" του όταν ακούει όπερα, μέχρι την περίπλοκη συμπάθεια (να πούμε έλξη;) του απέναντι στον πολιτικό αντίπαλό του. Τον τελευταίο υποδύεται ο Josh Brolin πολύ πειστικά (ο ρόλος είχε αρχικά προταθεί στον καλό φίλο του σκηνοθέτη Matt Damon, όμως αυτός αναγκάστηκε να αρνηθεί λόγω άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων). Επίσης ξεχωρίζει ο Emile Hirsch, ο οποίος (συμπτωματικά;) είχε παίξει και στην ταινία του Sean Penn Into the Wild, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Και στο Milk η ερμηνεία του είναι τόσο καλή που εγώ προσωπικά ένιωσα ότι αρκετές φορές ξεπερνούσε και αυτήν του Sean Penn.

Τέλος, να ξεκαθαρίσω ότι επειδή πριν ανέφερα την ταινία ως "mainstream" δεν νομίζω ότι ο όρος συμβατικό σινεμά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το Milk, αλλά μάλλον και καμιά άλλη ταινία του Gus van Sant πέρα, ίσως, από το Good Will Hunting. Σε αυτή την ταινία ο van Sant συνθέτει πλάνα από μια πολύχρωμη παλέτα, με γρήγορο μοντάζ αρκετές φορές, ενώ δεν ξεχνάει να μας υπενθυμίζει ότι πρόκειται για έναν δεξιοτέχνη σκηνοθέτη, κινηματογραφώντας συχνά τους ήρωές του μέσα από άλλα αντικείμενα (είτε πρόκειται για μια σφυρίχτρα, έναν καθρέφτη ή ένα τζάμι). Το μόνο που ομολογώ ότι με ενόχλησε κάπως στην ταινία ήταν η μουσική του συνθέτη Danny Elfman (ο Gus van Sant τον έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες ταινίες του) την οποία και βρήκα λίγο γλυκανάλατη.

Το Milk μπορεί να μην είναι ένα αριστούργημα (και σε αυτό συμφωνώ με την κριτική του kioy). Ωστόσο είναι μία αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, με πολύ δυνατές ερμηνείες από όλο το cast (και κυρίως εκεί βασίζω και την προσωπική μου βαθμολογία). Ευτυχώς ο Gus van Sant αποφεύγει τον συναισθηματισμό και αρκετές φορές προσεγγίζει τον χαρακτήρα του Milk με χιούμορ και κάποια αφέλεια και επιπολαιότητα υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ότι πρόκειται ουσιαστικά για έναν απλό άνθρωπο που κατάφερε κυριολεκτικά να σώσει τις ζωές τόσων ανθρώπων και στον οποίο οι επόμενες γενεές θα πρέπει να έχουν ευγνωμοσύνη. Και πιστεύω ότι ακριβώς αυτό επιχείρησε και τελικά κατάφερε να πραγματοποιήσει και ο Gus van Sant με αυτή του την ταινία, και γι αυτό διαφέρει τόσο από την προηγούμενη δουλειά του. Την συνιστώ στον καθένα -- σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς!