Friday, January 28, 2011

Black Swan

 

blackswan-poster

 

Τίτλος: Black Swan (Μαύρος Κύκνος)

Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky

Παραγωγή: 2010

 

Η νέα ταινία του Aronofsky ξεκινά με μία καταπληκτική σκηνή όπου παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να χορεύει μπαλέτο κάτω από το φως ενός προβολέα και γύρω το απόλυτο σκοτάδι. Από μόνη της αυτή η αρχή υπόσχεται πολλά για την εξέλιξη της ταινίας και σε βάζει στο κλίμα: η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, με μεταμοντέρνες πινελιές, και μία συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων που φαίνεται να έχει έξυπνα επιλέξει ο σκηνοθέτης για να αποδώσει τις βασικές διαθέσεις της ηρωίδας. Η χρήση της κάμερας επίσης –η οποία ακολουθεί την πρωταγωνίστρια σε κάθε της κίνηση-, εντείνει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα σε όλη την ταινία (ίσως λίγο υπερβολικά). Τα παραπάνω αποτελούν τα δυνατά σημεία της σκηνοθεσίας του Aronofsky. Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά το χάος με τις αμέτρητες αδυναμίες της ταινίας.

Ας ξεκινήσω από το σενάριο… Καταρχάς να αναφέρω ότι η ταινία έχει να κάνει με το ανέβασμα της Λίμνης των Κύκνων, κι εμείς παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια, Νίνα, να παίρνει τον κεντρικό ρόλο και να προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις δύσκολες απαιτήσεις του. Με κάπως αφελές και λίγο προσβλητικό τρόπο βλέπουμε ότι: οι μπαλαρίνες είναι συνεχώς αγχωμένες και δεν έχουν κοινωνική ζωή, ο σκηνοθέτης του μπαλέτου είναι γοητευτικός, αυστηρός και πρέπει να κοιμηθείς μαζί του για να πάρεις τον ρόλο, υπάρχει πάντα η αντίπαλη χορεύτρια που θέλει να κλέψει τον ρόλο σου – κι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα κλισέ που παρατηρεί η κριτικός χορού Sarah Kaufman σε άρθρο της για την ταινία.

 

swan-both


Έπειτα, ο σκηνοθέτης φαίνεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας: από την αρχή κιόλας της ταινίας βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές (τον σκηνοθέτη μπαλέτου σε αυτή την περίπτωση) να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία της Λίμνης των Κύκνων στις μπαλαρίνες - επιπόλαιο τέχνασμα του Aronofsky σε μία απόπειρα να εξηγήσει τι συμβαίνει στον θεατή της ταινίας, μιας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μπαλαρίνα που να μην γνωρίζει τι συμβαίνει στο συγκεκριμένο μπαλέτο. (Αυτό σε βάζει σε περαιτέρω σκέψεις: αν ο σκηνοθέτης απευθύνει την επεξήγηση στον τελείως ανυποψίαστο θεατή που δεν έχει επαφή με την τέχνη, τότε γιατί να θέλει να προορίζεται η ταινία του σε τέτοιο target group;) Επιπλέον, υπάρχουν κάποια τεχνικά λάθη όσον αφορά το μπαλέτο: στην ταινία μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια μπορεί να υποδυθεί άπταιστα τον λευκό κύκνο, αλλά πρέπει να γίνει πιο αυθόρμητη και προκλητική για να υποδυθεί τον μαύρο κύκνο. Στην πραγματικότητα ο ρόλος του μαύρου κύκνου είναι πιο απαιτητικός από τεχνική άποψη και το να γίνεις απλά πιο σκληρή και ανέμελη (όπως ζητά ο σκηνοθέτης του μπαλέτου) δεν βοηθά καθόλου μια πραγματική μπαλαρίνα.

Επιπλέον, κάποιες στιγμές μένουν ανεξήγητες και φαίνονται γελοίες. Η μητέρα της Νίνα (την οποία υποδύεται η εξαιρετική Barbara Hershey) αγοράζει μία τούρτα για να γιορτάσουν το γεγονός ότι η κόρη της κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν η Νίνα λέει με τον πιο αθώο τρόπο ότι δεν έχει όρεξη για τούρτα, η μητέρα της αλλάζει διάθεση εντελώς απότομα και αδικαιολόγητα, λες και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο, και ετοιμάζεται να πετάξει την τούρτα στα σκουπίδια (!!!) Σε άλλη σκηνή η Νίνα δέχεται την πρόταση του σκηνοθέτη της να τον ακολουθήσει σπίτι του, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση από αυτόν. Διάλογοι όπως αυτός στην σκηνή που ο ίδιος σκηνοθέτης πάλι την ρωτάει, "You' re not a virgin are you? Do you enjoy making love?", πρέπει να περιλαμβάνονται στα σημεία που έκαναν τον κριτικό του New Yorker, David Denby, να αναφέρει ότι συχνά η ταινία αγγίζει το γελοίο.

Όσον αφορά την ερμηνεία της Natalie Portman (κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες και έχει σίγουρο το Όσκαρ γυναικείας ερμηνείας) ταιριάζει η παροιμία "όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι". Με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η Portman δεν παίζει καλά. Παίζει ικανοποιητικά. Αλλά ως εκεί. Κι αυτό γιατί αν και καλή ηθοποιός, η ίδια η ταινία και, συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία, περιορίζουν τον ρόλο της σε μερικές γκριμάτσες: η Νίνα συνεχώς είναι δακρυσμένη, τρέμουν τα χείλη της, μιλάει με σιγανή φωνή, σουφρώνει τα φρύδια της. Έχουμε δηλαδή μία ερμηνεία που περιορίζεται σε 4-5 εξωτερικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

natalie_portman_ballerina_black_swan


Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει την ευκαιρία στον θεατή να απολαύσει τον κόσμο του μπαλέτου κι ας πρόκειται για μία ταινία όπου αυτό αποτελεί τον κεντρικό άξονα. Ο σκηνοθέτης μπαλέτου της ταινίας μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το τελικό αποτέλεσμα που θα έχει η παράσταση, αλλά όταν αυτή ξεκινήσει δεν βλέπουμε παρά ελάχιστες βιαστικές σκηνές που δεν αποδίδουν καθόλου το κλίμα της Λίμνης των Κύκνων: αντιθέτως βλέπουμε πολλά εφέ και υπερβολές καθώς η Νίνα μεταμορφώνεται σε μαύρο κύκνο.

Το σενάριο είναι προβλέψιμο, χιλιοειπωμένο (όχι ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα, αν φυσικά γίνει σωστή δουλειά) και κυρίως απλοϊκό – ο έμπειρος σινεφίλ θεατής θα νομίζει ότι η ταινία προορίζεται για το νεανικό κοινό. Τα μηνύματα της ταινίας (γιατί δεν γίνεται ταινία του Aronofsky χωρίς μηνύματα) είναι συγκεχυμένα και μπορούν εύκολα να αποπροσανατολίσουν τους νεαρούς θεατές, προς λάθος κατευθύνσεις. Όσοι γνωρίζουν από χορό και μπαλέτο θα βρούνε κάποια λάθη – τόσο βασικά που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Τα κλισέ στο σενάριο αμέτρητα.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι αδικώ την ταινία μιας και στην Ελλάδα πήρε γενικά καλές κριτικές, προτείνω να ρίξουν και μια ματιά και σε κριτικές του ξένου Τύπου. Επίσης, αν και δεν θέλω να δικαιολογούμαι, η ταινία δεν έχει μόνο αδυναμίες, γι' αυτό και στην πρώτη παράγραφο αναφέρομαι στα δυνατά της σημεία. Παρ' όλα αυτά δεν παύει, κατά την άποψή μου, να είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη, σαφώς κατώτερη από τον Παλαιστή.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      2  /  11

 

Thursday, January 20, 2011

Sud Pralad

 

tropical malady

 

Τίτλος: Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια)

Σκηνοθέτης: Apichatpong Weerasethakul

Παραγωγή: 2004


Η κινηματογραφική κριτική στην Ελλάδα είναι λίγο πίσω σε σχέση με άλλες χώρες τις Ευρώπης. Τι εννοώ με αυτό; Υπάρχουν ταινίες που δεν προβάλλονται καν στην Ελλάδα, ωστόσο τα media δεν φροντίζουν καν να τις καλύψουν. Αυτή είναι και η περίπτωση του Sud Pralad (Τροπική Ασθένεια). To 2004 δεν προβλήθηκε καν στην Ελλάδα. Την στιγμή που ο ευρωπαϊκός Τύπος έγραφε διθυραμβικές κριτικές και την στιγμή που η ταινία είχε ήδη πάρει το βραβείο επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών!!! Ίσως το όνομα του σκηνοθέτη (Apichatpong Weerasethakul) να τρόμαξε τους Έλληνες διανομείς, ίσως η ταινία να ήταν πολύ «πειραματική» και αφηρημένη για το ελληνικό κοινό. Ευτυχώς γνώριζα για την ταινία όσο ήμουν στην Αγγλία και είχα φροντίσει να την δω.

Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ να μπω σε πολλές λεπτομέρειες. Ούτε να προσπαθήσω να κάνω κριτική. Κι αυτό γιατί η σκηνοθετική ματιά του Weerasethakul είναι τόσο ιδιαίτερη, τόσο ποιητική και συγκεκριμένη, που το αποτέλεσμα, παραδόξως, είναι πολύ… αφηρημένο! Κι αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο μαγευτική!  Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η ταινία είναι σίγουρα ένα αριστούργημα.

Χωρίζεται σε δύο μέρη, όπου στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την αγάπη που εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο Ταϊλανδούς στρατιώτες. Σε κάποια στιγμή, στη μέση της ταινίας, ο ένας από αυτούς αποχωρεί από το πλάνο (πού πάει και γιατί δεν ξέρουμε, ούτε πότε ακριβώς συμβαίνει αυτό!) και, μετά από μία σύντομη διακοπή, ξεκινά το δεύτερο μέρος της ταινίας. Όπου ο στρατιώτης που έμεινε πίσω κυνηγάει ένα πνεύμα-θρύλο της περιοχής μές στην πυκνή και σκοτεινή ζούγκλα. Μια ζούγκλα που κρύβει πολλά μυστήρια: έναν άνθρωπο με ουρά (η αναφορά στον θρύλο;;;), το πνεύμα μιας νεκρής αγελάδας να αφήνει το σώμα της, την πάλη σώμα με σώμα με τον γυμνό σύντροφό του… Κι όλα αυτά μέσα σ' ένα κλίμα φόβου για ό,τι κρύβει η ζούγκλα, ορατό και μη…

tropical-malady-2004

Δεν ξέρουμε αν το δεύτερο μέρος της ταινίας επεξηγεί το πρώτο. Ούτε είμαστε σίγουροι τελείως αν το πνεύμα του συντρόφου είναι αυτό που κυνηγά ο πρωταγωνιστής και στο οποίο αναφέρεται ο θρύλος. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Πολλοί είναι και οι παραλληλισμοί του δεύτερου μέρους με την άγρια και πρωτόγονη φύση του έρωτα. Όλες αυτές οι άλυτες απορίες, η μη επιτηδευμένη σκηνοθεσία, οι ήχοι της ζούγκλας και το μυστήριό της, συνθέτουν μία σαγηνευτική ατμόσφαιρα. Το φινάλε είναι μεγαλειώδες μέσα σε όλη την απλότητά του.

Ό σκηνοθέτης πήρε τον Χρυσό Φοίνικα φέτος στις Κάννες για τη νέα του ταινία ("Ο Θείος Boonmee θυμάται τις προηγούμενες του ζωές"). Προφανώς και γι' αυτό και το Sud Pralad επιτέλους προβλήθηκε στην Ελλάδα με  έξι χρόνια καθυστέρηση. Και για να επανέλθω στο θέμα της ελληνικής κριτικής και πόσο πίσω είναι, έχω να πως το εξής:  η ταινία πέρασε απαρατήρητη από τα περισσότερα blogs, ενώ οι ελάχιστες κριτικές στα ελληνικά media ήταν μέτριες (!!!), την στιγμή που το Sight and Sound την τοποθετεί μέσα στις σημαντικότερους ταινίες της δεκαετίας που πέρασε, και οι ξένες κριτικές είχαν γράψει τα καλύτερα όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Πρόκειται για ένα σπάνιο αριστούργημα, μια πολύ ποιητική ταινία με πολύ προσωπικό στίγμα που σε μαγεύει. Δείτε την οπωσδήποτε!

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      9,5 /  11



Το trailer της ταινίας.

Les amours imaginaires

 

amoursPoster

 

Τίτλος: Les Amours Imaginaires (Φανταστικές Αγάπες)

Σκηνοθέτης: Xavier Dolan

Παραγωγή: 2010

 

Η ταινία του Dolan είναι αρκετά ευφάνταστη και άρτια από τεχνική άποψη δεδομένου ότι πρόκειται για την δεύτερη «έπίσημη» ταινία ενός 21χρονου σκηνοθέτη, η οποία έγινε μάλιστα δεκτή στο μη διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών.

Δεν πρόκειται για κάποιο αριστούργημα και ο θεατής δεν θα πρέπει να έχει υψηλές απαιτήσεις πριν πάει να δει την ταινία. Ωστόσο, βλέποντάς την δεν μπορείς παρά να νιώσεις ευχάριστα. Προσωπικά, πέρα από κάποιες έντονες αδυναμίες στο σενάριο, μπορώ να πω ότι όχι μόνο η ταινία δεν με ενόχλησε, αλλά αντιθέτως την βρήκα τόσο διασκεδαστική που την είδα δύο φορές.

Το σενάριο αφορά ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε δύο αγόρια κι ένα κορίτσι: η Marie και ο Francis (τον ρόλο του οποίου υποδύεται πολύ εκφραστικά ο ίδιος ο σκηνοθέτης ), δύο πολύ καλοί φίλοι, ερωτεύονται ταυτόχρονα τον γοητευτικό Nicolas, που σαν νεαρός Άδωνις προσγειώνεται μια νύχτα στις ζωές του. Μπορεί να ακούγεται κλισέ και βαρετό, ωστόσο η τόσο ζωντανή σκηνοθεσία του Dolan κάνει την ταινία απόλαυση από την αρχή ως το τέλος της! Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μία έντονη παλέτα χρωμάτων, εξαιρετική rock και pop μουσική (που συχνά συνοδεύει πλάνα σε αργή κίνηση) και πολύ ιδιαίτερη φωτογραφία. Ως αποτέλεσμα η ταινία σφύζει από ζωή, νεανικότητα και ζωντάνια.

Γι' αυτές του τις τεχνικές ο Dolon έχει συγκριθεί με τον Kar Wai Wong – μία σύγκριση που βρίσκω ατυχή και άκυρη. Έχει επίσης χαρακτηριστεί ως το νέο παιδί-θαύμα του ανεξάρτητου κινηματογράφου, χαρακτηρισμό τον οποίο επίσης βρίσκω υπερβολικό και ανώριμο. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για τέτοιες βαρυσήμαντες δηλώσεις και η ταινία έχει τα αδύναμα σημεία της, κυρίως όσον αφορά την πλοκή και το σενάριο, όπως έχω ήδη πει. Ωστόσο, τέτοια είναι η χημεία των τριών πρωταγωνιστών μεταξύ τους και τόσο πετυχημένο το «δέσιμό» τους με τα πολύχρωμα πλάνα, που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις το εξαιρετικό αποτέλεσμα, το θάρρος και την τόλμη του τόσου νεαρού σκηνοθέτη. Μπορεί, λοιπόν, η ταινία να μην είναι σπουδαία, είναι ωστόσο πιο ευφάνταστη και αισθητικά ικανοποιητική από τις περισσότερες μέτριες ταινίες του είδους.

Προσωπική Αξιολόγηση:      5  /  11

 

 

Σκηνή από την ταινία: οι δύο φίλοι, θαυμάζουν το αντικείμενο του πόθου τους να χορεύει με την μητέρα του…

Sunday, December 5, 2010

Io Sono L' Amore

 

iosonolamore

"I Am Love" is an odd experience.  - Mick LaSalle, San Francisco Chronicle

 

Τίτλος: Io Sono L' Amore

Σκηνοθέτης: Luca Guadagnino

Παραγωγή: 2009

 

Να και μία ταινία που αναγκάστηκα να δω δύο φορές. Η αλήθεια είναι ότι γνώριζα πως αυτό θα συνέβαινε από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Κι αυτό γιατί με το που ξεκίνησε η ταινία, έπιανα τον εαυτό μου να μη δίνει καθόλου σημασία στο διάλογο, στο τι λένε οι πρωταγωνιστές, παρά μόνο προσπαθούσα να προλάβω να θαυμάσω τα διάφορα σκηνοθετικά τεχνάσματα, τις συνεχόμενες αλλαγές στην οπτική γωνία της κάμερας, διακριτικές και μη τεχνικές σκηνοθετικές λεπτομέρειες, αλλά και όλη την αισθητική της ταινίας: πλούσια, βαριά, με απίστευτη προσοχή στην λεπτομέρεια – είτε αφορά τα σετ, τα ρούχα και τα αξεσουάρ των πρωταγωνιστών, τις εσωτερικές και εξωτερικές τοποθεσίες: ένας πλούσιος Vogue κατακλυσμός, που ωστόσο δεν ήταν ούτε κιτς, ούτε αναχρονιστικός, ούτε φορτικός, ήταν απλά υπέροχος. Και σε όλα αυτά επίκεντρο η art deco κατοικία όπου ζούσαν οι ήρωες της ταινίας, η οικογένεια Recchi.

Ίσως να φαίνεται παράξενο που γράφω για μια ταινία ξεκινώντας από την αισθητική της, όμως πραγματικά το Io Sono L' Amore θέτει την αισθητική ως κεντρικό του άξονα. Η σκηνοθεσία του άγνωστου σε μένα Luca Guadagnino είναι ό,τι πιο στυλιζαρισμένο έχω δει τα τελευταία χρόνια, χωρίς υπερβολή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Ο σκηνοθέτης αρκετές φορές δίνει την εντύπωση ότι αυτός αποτελεί τον βασικό πρωταγωνιστή και ήρωα της ταινίας, λες και είναι ο ίδιος που συνεχώς φωνάζει "Να, δείτε με, εγώ είμαι ο έρωτας!" Οι τεχνικές του αψεγάδιαστες και η επιρροή του από μεγάλους σκηνοθέτες (όπως ο Αντονιόνι με τις γεωμετρικές του λήψεις, και ο Βισκόντι με την εμμονή στην αισθητική λεπτομέρεια) είναι εμφανείς. Ωστόσο, αυτή η συνεχής επίδειξη σκηνοθεσίας μπορεί να κουράσει τον μυημένο θεατή, μιας και αποσπά την προσοχή του από την πλοκή. Από την άλλη, τόσο από καλλιτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, η σκηνοθεσία  είναι τόσο επιδέξια που πραγματικά σε κάνει να βγάζεις το καπέλο στον κ. Guadagnino  και να τον θαυμάζεις για το αποτέλεσμα που έχει πετύχει. Εγωκεντρική λοιπόν σκηνοθεσία, που κάποιους σίγουρα θα ενοχλήσει, πιθανώς εμπνευσμένη από τους μεγαλύτερους ιταλούς σκηνοθέτες, αλλά δοσμένη με τόσο μοντέρνο και φρέσκο τρόπο… Ίσως αυτό να είχε κατά νου ο κριτικός της Independent, Jonathan Romney, όταν είπε ότι η ταινία "αποκαλύπτει δυνατότητες που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν στον αφηγηματικό κινηματογράφο (narrative cinema)".

sono1


Σε μία άλλη online κριτική (ελληνική αυτή τη φορά) διάβασα ότι η ταινία στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική, όμως μοιάζει σημαντική. Πιστεύω ότι ακριβώς το αντίθετο ισχύει: η ταινία μοιάζει να είναι επιφανειακή, ωστόσο κινείται σε πολλά επίπεδα και ερμηνεύεται με ποικίλους τρόπους. Υπάρχει ένα γράμμα που ποτέ δεν μαθαίνουμε καν το περιεχόμενό του, ομοερωτικές νύξεις, σχέσεις που ακροβατούν μεταξύ φιλίας και έρωτα, και όλοι φαίνονται να κρύβουν από ένα μυστικό. Επιπλέον το καθετί φαίνεται να μην υπάρχει τυχαία, αλλά να έχει μεγάλη σημασία στην πλοκή: σκάλες, πόρτες, έντομα, πίνακες ζωγραφικής, ακόμα και το χτένισμα των μαλλιών της ηρωίδας Emma – όλα έχουν κάτι να πουν και δεν είναι όπως είναι για κάποιον λόγο.

Πολλά έχουν ειπωθεί για την (κατ' εμέ) αριστουργηματική μουσική της ταινίας. Ο John Adams (ναι, ο μεγάλος σύγχρονος συνθέτης) δημιουργεί ένα μουσικό σκορ (και όχι απλά soundtrack) αρκετά μοντέρνο που δένει υπέροχα με την ταινία και δίνει πνοή. Πρόκειται για ένα σκορ ρυθμικό, μινιμαλιστικό, με πλούσια ενορχήστρωση (τα χάλκινα πνευστά στο φινάλε είναι εντυπωσιακά!). Η μουσική δεν έρχεται να καλύψει σκηνοθετικά κενά αλλά είναι υποχρεωτική για την ταινία: κι αυτό γιατί το Io Sono L' Amore είναι το είδος της ταινίας απ΄ όπου δεν μπορείς να απομονώσεις τη μουσική - αντιθέτως το σκορ, το οποίο υπάρχει για να δίνει ρυθμό και νεύρο, και η ταινία είναι το ένα και τ' αυτό. Η ταινία είναι φτιαγμένη για να συνυπάρχει με τη μουσική. (Άλλες ταινίες που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο όσον αφορά τη μουσική, και που μου έρχονται τώρα στο μυαλό, είναι Τα Μαθήματα Πιάνου, το Μανόλια, και το πρόσφατο και αριστουργηματικό Θα Χυθεί Αίμα).

sono2


Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω πολλά,γιατί πραγματικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για το είδος της ταινίας που βασίζεται σε καλές ερμηνείες. Άλλωστε, αν πάρουμε τον Αντονιόνι ή τον Βισκόντι, και παρόμοιες ταινίες σε σκηνοθετικό ύφος, θα συνειδητοποιήσουμε ότι ούτε το Senso του πρώτου, ούτε η τριλογία του δεύτερου (La notte, L'eclipse, L'Avventura) βασίζονταν στην ερμηνεία των πρωταγωνιστών [σε παρένθεση ν' αναφέρω ότι στην ταινία παίζουν επίσης ο Gabriele Ferzetti (ο γοητευτικός Sandro  του L'avventura) καθώς και η Marisa Berenson που υποδύθηκε την κα. Aschenbach στον Θάνατο στη Βενετία του Βισκόντι]. Επιπλέον, θα διαφωνήσω με όσους μίλησαν για την εκπληκτική ερμηνεία της Tilda Swinton. Η ερμηνεία είναι καλή, αλλά ως εκεί. Κανένας ρόλος δεν απαιτεί συγκλονιστικές ερμηνείες όπως είπα, οπότε όλοι οι ηθοποιοί απλά παίζουν σωστά τον ρόλο τους (η δύναμη της ταινίας βρίσκεται περισσότερο στο πώς δείχνουν οι ηθοποιοί, πώς χρησιμοποιούνται από τον φακό του σκηνοθέτη και πώς συνυπάρχουν με τον χώρο).

Συνοπτικά, λοιπόν, η ταινία του Guadagnino  ήταν για μένα κάτι παραπάνω από μία ευχάριστη έκπληξη: καιρό είχα να δω τόσο σπουδαία και στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία -  πραγματική μαεστρία. Μπορεί η ταινία να χάνει σε ουσία σε κάποια σημεία (θα μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στους άλλους χαρακτήρες πέρα από την βασική πρωταγωνίστρια), ωστόσο για μένα αυτό εξισορροπείται κάπως από την δεξιοτεχνική και σπουδαία σκηνοθεσία (από τεχνική και αισθητική άποψη). «Για έμπειρους σινεφίλ και λάτρεις των χαρακτήρων και της αισθητικής καλλιγραφίας», γράφει ο Δημήτρης Παπαμίxου στο myFILM.gr. Θα συμφωνήσω. Αν έπρεπε να την χαρακτηρίσω με μία λέξη θα έλεγα: οπερατική.

luca-guadagnino

Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Luca Guadagnino.


Εν τέλει, ο κάθε θεατής θα δει την ταινία διαφορετικά: ανάλογα με τη διάθεση και το πόσο ανοιχτόμυαλος είναι, αν δεν τον ενοχλήσει η έντονη παρουσία του σκηνοθέτη, τότε το Io Sono L'Amore θα τον ανταμείψει με το παραπάνω και θα τον εντυπωσιάσει με την καλλιτεχνική ποιότητά του. Διαφορετικά, η ταινία μπορεί να φανεί ως μία ρηχή, μελοδραματική ιστορία για την αστική ζωή και τα βίτσια των πλουσίων. Εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία.

 

Προσωπική Αξιολόγηση:      6  /  11

 

Wednesday, November 24, 2010

The Social Network

 

The-Social-Network-movie-poster-David-Fincher

 

Τίτλος: The Social Network

Σκηνοθέτης: David Fincher

Παραγωγή: 2010

 

H ταινία του Fincher βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι τόσο κουραστική όσο θα περίμενε κάνεις (δεδομένου του επουσιώδους θέματός της). Παρατηρούμε εν μέρει την εξελικτική πορεία του Facebook και εν μέρει την “εξέλιξη” του Zuckerberg, του (συν)ιδρυτή του. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλά τόσο από τον τίτλο της ταινίας, όσο και από το περιεχόμενο και τη δομή της, το όλο εγχείρημα φαίνεται να εστιάζεται περισσότερο στο πώς και γιατί δημιουργήθηκε το Facebook παρά στον ίδιο τον δημιουργό του. Ίσως σε αυτό να ευθύνονται και οι μέτριες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, χωρίς καμία να ξεχωρίζει ιδιαίτερα (δεν ξέρω κατά πόσο το να μιλάς γρήγορα και κοφτά όπως ο βασικός πρωταγωνιστής θεωρείται ερμηνεία, ίσως για το είδος της ταινίας να είναι ωστόσο αρκετό).

Σχεδόν επίπεδη και η σκηνοθεσία του Fincher, γρήγορο μοντάζ και εναλλαγές σκηνών, αδιάφορη μουσική επένδυση (έως κακόγουστη - βλ. σκηνή με αγώνα κωπηλασίας), αποφυγή κάθε συναισθηματισμού – συστατικά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης με τις πρόσφατες ταινίες του. (Όσο κι αν μου άρεσε το Seven δεν μπορώ παρά να έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ο σκηνοθέτης ξεκίνησε την καριέρα του σκηνοθετώντας μουσικά βίντεο κλιπ - στοιχείο που διαφαίνεται έντονα στις τελευταίες του δημιουργίες.)

Εν ολίγοις, είναι το είδος της ταινίας για το οποίο δεν μπορείς να γράψεις και πολλά για το τεχνικό και καλλιτεχνικό μέρος, ενώ όσον αφορά το περιεχόμενο, οποιαδήποτε απόπειρα ηθικής ανάλυσής του θα ξέφευγε από το ύφος αυτού του κινηματογραφικού ιστολογίου και θα οδηγούσε σε φλυαρία.

Συμπέρασμα: καλογυρισμένη ταινία, διασκεδαστική για μια «έξοδο» στο σινεμά με φίλους και ποπ κορν, ίσως λίγο βαρετή κατά διαστήματα (ειδικά αν δεν σας αφορά το Facebook και ο χώρος τον υπολογιστών - προσωπικά είμαι fan και των δύο, ωστόσο πάλι βαρέθηκα σε κάποια σημεία). Δείτε την λοιπόν απλά για να περάσει ο χρόνος σας (ευχάριστα ή αδιάφορα) με παρέα, αλλιώς αν ψάχνετε κάτι με καλλιτεχνική αξία, επιλέξτε άλλη ταινία...

 

Προσωπική Αξιολόγηση:     2 / 11