Friday, January 6, 2012

Ordet

Ordet



Τίτλος: Ordet (Ο Λόγος)

Σκηνοθέτης: Carl Theodor Dreyer

Παραγωγή: 1955



Το να παρακολουθείς το Ordet είναι σαν να ακούς τις Παραλλαγές Goldberg του Μπαχ: μια καθαρτική εμπειρία. Όταν η αρχική άρια επιστρέφει στο τέλος, ξέρεις πώς είναι να νιώθεις ότι ωρίμασες μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Αλήθειες που ήταν καλά φυλαγμένες έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο ορατές.


«Πατέρα, ο Γιοχάνες είναι έξω στους αμμόλοφους ξανά».  Με αυτές τις φράσεις ξεκινά η ταινία του Dreyer. Σύντομα βλέπουμε τον Γιοχάνες πάνω σε έναν λόφο, το βλέμμα καρφωμένο, υπνωτισμένο θα έλεγες, ευθεία μπροστά, το χέρι παρατεταμένο σαν να απευθύνεται σε πλήθος:


«Αλίμονο σε σας, υποκριτές...Και σε σένα... και σε σένα...Αλίμονο σε σας, για την απιστία σας...Αλίμονο σε σας γιατί δεν πιστεύετε σε μένα...τον Αναστημένο Χριστό...που έρχεται από Αυτόν...που δημιούργησε...τον Ουρανό και τη Γη...Αλήθεια σας λέγω...Η Μέρα της Κρίσης πλησιάζει...Ο θεός με κάλεσε...για να είμαι ο Προφήτης Του πριν τον Ερχομό του....Αλίμονο σ' όσους πιστεύουν λίγο...γιατί μόνο εκείνοι που πιστεύουν...θα εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών.»


Απόσπασμα από με τον παραπάνω μονόλογο

 

Να λοιπόν ο Γιοχάνες. Και ο δικός Του Λόγος. Ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ο Γιοχάνες παρερμηνεύεται από το περιβάλλον του ως παράφρων - άλλη μια περίπτωση ενός Holy Fool (μια προσωπικότητα που έχει άλλωστε εμπνεύσει πολλά έργα σε όλες τις μορφές τέχνης).


Η κάμερα του Dreyer ακολουθεί γεωμετρικές λήψεις και καδραρίσματα, συνήθως σε διαρκή και αργή κίνηση, πολλές φορές περιτριγυρίζοντας τους ήρωές της. Το παράδοξο με τον Dreyer είναι ότι καταφέρνει να μας αποκαλύψει το μεταφυσικό, μέσα από ένα νέο είδος ρεαλιστικής αφήγησης, έναν υπνωτικό ρεαλισμό όπως θα τον χαρακτήριζα (άλλοι πάλι κάνουν λόγο για μπρεχτική αποστασιοποίηση). Από τη μία θα έλεγε κάποιος ότι όλη η ταινία είναι γυρισμένη σαν να επρόκειτο για ένα μακρινό όνειρο: ο φωτισμός είναι αφύσικος αλλά ταυτόχρονα φαντάζει τόσο φυσικός (ή το αντίστροφο), οι αμέτρητες παύσεις σε ό,τι λέγεται προσδίδουν μια ένταση στο λόγο από τη μια, από την άλλη επαναφέρουν στο νου την ατμόσφαιρα ονείρου, ενώ οι αυστηρά γεωμετρικές λήψεις και η εστίαση στις εκφράσεις των προσώπων παραπέμπουν σε άκρως ρεαλιστική καταγραφή των δρώμενων. Αυτές οι αντιφάσεις φαίνονται να συνυπάρχουν τόσο αρμονικά, όσο η σκηνοθετική τεχνική υφαίνει αργά, υπόκωφα και με έναν μυστηριώδη τρόπο το καλλιτεχνικό νήμα-υπόβαθρο της ταινίας. Όλα αυτά ίσως να συμβαίνουν επειδή ακόμα και από το ξεκίνημα της ταινίας δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο τι είναι ικανό να συμβεί και τι όχι: όλα ακολουθούν την πορεία της μεγαλύτερης, πιο ύψιστης και δυνατής δύναμης της Αγάπης. Κι αυτό άλλωστε αποτελεί από μόνο του μια μορφή υπέρβασης.


Αυτή η υπέρβαση είναι διάχυτη από την αρχή της ταινίας μέχρι το μοναδικό, στην ιστορία του κινηματογράφου, φινάλε. Η ταινία δεν είναι η απλή καταγραφή μιας ιστορίας, ούτε μια θρησκευτική παραλογή. Είναι το Θαύμα το ίδιο της πίστης, το Θαύμα της ανιδιοτελούς αγάπης. Η αγάπη η ίδια, θα μπορούσε να πει κανείς χωρίς υπερβολή.


Για τέτοιες ταινίες δεν μπορείς και δεν πρέπει να λες πολλά. Ακόμα και ο χαρακτηρισμός «αριστούργημα» την προσβάλλει, υποβαθμίζοντας την αξία της. Συνεπώς, τελειώνω με τον διάλογο μεταξύ του Γιόχανες και του νέου πάστορα, την στιγμή που πρωτογνωρίζονται:


- Είμαι ο νέος πάστορας, το όνομά μου είναι...
-Το δικό μου όνομα είναι Ιησούς από τη Ναζαρέτ.
-Πώς μπορείς να το αποδείξεις;
-Εσύ, άνθρωπος της πίστης, όμως τη στερείσαι! Οι άνθρωποι πιστεύουν στο νεκρό Χριστό...αλλά όχι στο ζωντανό. Πιστεύουν σε θαύματα παλιά έως και δύο χιλιάδες χρόνια...αλλά δεν πιστεύουν σήμερα σε μένα. Έχω έρθει ξανά μάρτυρας για τον πατέρα μου στον ουρανό...και να για κάνω θαύματα. Δεν συμβαίνουν πια θαύματα. Έτσι μιλάει...η εκκλησία μου πάνω στη γη. Η εκκλησία που με πρόδωσε...με δολοφόνησε στο όνομά μου. Εδώ στέκομαι, και ξανά με εξοβελίζετε. Αλλά αν με καρφώσετε στο σταυρό για δεύτερη φορά...αλίμονο σε σας!

Monday, October 17, 2011

Melancholia



melPost



Τίτλος: Melancholia

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2011

 

Ίσως η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη τα τελευταία χρόνια (κάπου εκεί με το Dogville). Ένας πλανήτης πλησιάζει την Γη και η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη (την παρακολουθούμε στην αρχή της ταινίας με ένα μουσικό βίντεο κλιπ, υπό τη συνοδεία του Τριστάνου). Πρωταγωνίστριες δύο αδερφές, η Justine και η Claire, καθεμία κουβαλάει ολόκληρο τσουβάλι ψυχικών διαταραχών -αλλιώς τι Τριερ θα ήταν- τόσο αλλόκοτων που ίσως να μην έχουν καν μελετηθεί από την ψυχιατρική. Η ταινία είναι άνισα χωρισμένη σε δύο μέρη, από θεματική άποψη, κάθε μέρος με τίτλο το όνομα μιας από της δύο  δερφές.


Δυστυχώς το πρώτο μέρος είναι από τις χειρότερες δουλειές του σκηνοθέτη. Σκεφτείτε φθηνή σαπουνόπερα γυρισμένη εν μέρει σε Dogma 95 (αν και ο σκηνοθέτης έχει προ πολλού παρατήσει αυτό του το εγχείρημα), όπου κυριαρχεί η χειροκίνητη κάμερα και τα γκρο πλαν. Επίπεδες ερμηνείες, δραματικό σενάριο (στα όρια του κιτς), απίστευτα αφελής διάλογος. Σε αυτό συμβάλλουν αναμφίβολα και πολλοί τεχνικοί λόγοι: το σενάριο και οι διάλογοι προφανώς έχουν μεταφραστεί από τα δανέζικα σε αμερικάνικα, το καστ είναι μείγμα Αμερικάνων, Άγγλων, Δανών, Σκανδιναβών, Γερμανών κ.α. ηθοποιών, οι τοποθεσίες και τα σκηνικά δεν σε πείθουν ότι η ταινία διαδραματίζεται στην Αμερική (βέβαια μπορεί να διαδραματίζεται στην Ευρώπη - ωστόσο, αυτό θα καθιστούσε ανεξήγητη την τόση “αμερικανιά” που διέπει την ταινία). Ακόμα όμως κι αν θέλαμε να δικαιολογήσουμε τις αδυναμίες του πρώτου μέρους ψάχνοντας για τεχνικά σφάλματα, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε άφωνοι με διαλόγους του στυλ, «Μην κοιμάσαι, χάνεις τον γάμο σου» (κι αυτό επειδή η πρωταγωνίστρια αποφάσισε την ώρα του γαμήλιου πάρτυ της να πάει να ρίξει έναν υπνάκο - ήμαρτον Κύριε!)


melan

Το δεύτερο μέρος αποκτά λίγο βάρος επιτέλους. Η Justine πάσχει πλέον από κατάθλιψη (αδικαιολόγητο να βραβευτεί η Dunst στις Κάννες για την ερμηνεία της, καλή μεν, αλλά «μικρή» από όλες τις απόψεις). Αξιοθαύμαστο, είναι το μάλλον τυχαίο γεγονός ότι η κάθε μία από τις δύο αδερφές φαίνεται να παίρνει μορφή μέσα από το μέρος που δεν αναφέρεται στην ίδια, αλλά στην αδερφή της. Είναι η προσωπική μου άποψη, ωστόσο, ότι το πιο μεγάλο ενδιαφέρον κατά της διάρκεια της ταινίας πραγματικά βρίσκεται στο τι θα συμβεί με τον πλανήτη, όπου και το δημιούργημα αυτό του Τρίερ λειτουργεί απλώς σαν είδος επιστημονικής φαντασίας και όχι ως ψευτοψυχολογικό δράμα. Είναι οι λίγες στιγμές που η ταινία πάει κάπως να απογειωθεί και να αποκτήσει λίγο ενδιαφέρον: στιγμές αγωνίας, όπου η ταινία τολμά να λειτουργήσει λίγο υπαρξιακά, αν και σε πολύ μικρό βαθμό. Όμορφες, επίσης, κάποιες έντονα επεξεργασμένες φωτογραφίες, ειδικά υπό τη συνοδεία της βαγκνερικής μουσικής.

Ο Τρίερ δήλωσε ότι επηρεάστηκε πολύ από τον γερμανικό ρομαντισμό. Σε ελληνικά blog διάβασα ότι η ταινία έχει συναίσθημα. Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς την, μου προκαλεί τρόμο για το τι θα συμβεί αν ένας μετεωρίτης χτυπήσει τη γη, καθώς και φόβο μπροστά στην κατάθλιψη (αν και σε αυτή εντρυφήσαμε νομίζω αρκετά με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη.). Αν αυτό έννοουν συναίσθημα, ναι, τότε το ένιωσα. Κατά τα άλλα, οι εμμονές του Τρίερ έχουν αρχίσουν να κουράζουν και φαίνονται να έχουν απήχηση στους λίγους. Παραδόξως, αν και στην Ευρώπη δύσκολα η κριτική


melancholia8

και το κοινό παίρνουν τον Τρίερ στα σοβαρά, στην Ελλάδα φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: υπάρχει κόσμος που πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται για σοβαρό σκηνοθέτη - παρεμπιπτόντως ο ίδιος φαίνεται να διασκεδάζει με τον τρόπο που προκαλεί στις Κάννες και το σόου που δίνει κάθε φορά στις συνεντεύξεις Τύπου- αν και ξένοι κριτικοί δηλώνουν πλέον ότι έχουν καταλάβει αυτές τις τακτικές του σκηνοθέτη.


Ευτυχώς, πάντως, στη συγκεκριμένη ταινία ο Τρίερ δεν προκαλεί με την υπερβολική βία και τους δογματισμούς που είχαν οι προηγούμενές του ταινίες. Αυτό το αναγνωρίζω και το επικροτώ. Άλλωστε η ταινία δεν είναι κακή. Είναι κακή προς μέτρια (εξου και η επιεικής βαθμολογία μου). Σε αφήνει με μια κάποια μελαγχολία (δεν το εννοώ ειρωνικά) και έχει μία ιδιόμορφη ατμόσφαιρα. Έχει καλή φωτογραφία, η λίγο faux ατμόσφαιρα συνηθίζεται, όσο για την θεϊκή μουσική, αν και καταντά κουραστική* μετά από τόση επανάληψη, δένει με κάποιες εικόνες. Κι ας ευχηθούμε ότι, αν ίδιος ο Βάγκνερ έβλεπε τη χρήση της στην ταινία του Τρίερ, δεν θα στριφογύριζε στον τάφο του.

*Να ξεκαθαρίσω ότι δεν εννοώ ότι η μουσική του Βάγκνερ είναι κουραστική, αντιθέτως ο Βάγκνερ είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες. Η επανάληψη ωστόσο του πρελούδιου μέσα στην ταινία είναι αυτή που κουράζει.



Προσωπική Αξιολόγηση:      4  /  11



Το trailer της ταινίας

Saturday, October 8, 2011

The Tree of Life



The-Tree-of-Life-trailer



Ι. Το Δέντρο της Ζωής

Πριν λίγο καιρό γράφοντας για το 2001, αναρωτιόμουν πώς θα ήταν άραγε για το κοινό της εποχής να βιώσει μία ταινία τέτοιας «έκτασης». Ποια θα ήταν η αντίδρασή του στο σινεμά και πώς θα ένιωθε όταν θα έβγαινε από την σκοτεινή αίθουσα; Θα είχα άραγε την τύχη να βιώσω μία τέτοια εμπειρία, όπου βλέποντας μία ταινία μένεις τόσο μαγεμένος από αυτό που ξετυλίγεται μπροστά σου που δεν σε νοιάζει τόσο το τι θα ακολουθήσει στην ταινία, ούτε πώς και γιατί, αλλά το ποιος είσαι εσύ και γιατί, ποιοι είναι οι άλλοι, Ποιος μας καθορίζει. Ήδη έχεις ξεκινήσει να νιώθεις ένα είδος επικοινωνίας με αυτό που βλέπεις ή που νομίζεις ότι βλέπεις – μία επικοινωνία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν την ταινία, απλώς τώρα επιβεβαιώνεται (ίσως για πρώτη, ίσως για πολλοστή φορά).

Εν μέρει μόνο, αυτού του είδους η «αφύπνιση» αιτιολογείται από το γεγονός ότι το Δέντρο της Ζωής δεν στέκεται μόνο σε κινηματογραφικά πλαίσια και δεδομένα. Ναι, η ταινία έχει υπέροχη φωτογραφία, δεξιοτεχνικές και εμπνευσμένες λήψεις, υπέροχη μουσική (ακούγονται αδιάκοπα πολλά από τα αριστουργήματα του δυτικού πολιτισμού), ελλειπτική σκηνοθεσία που αφήνει χώρο για διάφορες ερμηνείες... Μόνο που αυτός ο χώρος είναι άπειρος: το έργο του Μάλικ δεν περιορίζεται στα στενά όρια καμίας Τέχνης. Είναι η τέχνη που υπερβαίνει αυτά τα όρια για να γίνει μέρος της ζωής καθαυτής. Ένας συνεχώς διαστελλόμενος, συνεχώς άφταστος Κόσμος, καθόλου διαφορετικός από το όραμα της δημιουργίας του Μάλικ που βρίσκεται εντός της ταινίας (και ταυτόχρονα, όσο τη βλέπουμε, διαρκώς επεκτείνεται εκτός της).

Το περιεχόμενό της δεν αποτελεί πλέον το δεδομένο-αυτονόητο αλλά το προς εξερεύνηση-αυτονόητο. Ταινία για τους λίγους,  μιας και δεν είναι όλοι σε θέση να αντιληφθούν πολλαπλές αλήθειες, οι οποίες συνήθως δεν φθάνουν καν στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Υπάρχει μία διαφορά μεταξύ μιας κρυμμένης και μιας μη συνειδητοποιημένης αλήθειας. Αυτοί που έχουν επίγνωση αυτής της διαφοράς είναι κι αυτοί που πιο πιθανώς θα εντρυφήσουν στο όραμα και τη δημιουργία του Μάλικ.

Η κάμερα του τελευταίου  φαίνεται να παρατηρεί κάθε έμβιο ον, ανθρώπους, ζώα και φυτά, λες και τα βλέπει για πρώτη φορά, μόνο και μόνο για να αναρωτηθεί το πιο απλό και αρχέγονο ερώτημα κάθε φιλοσοφίας: Τι είναι και γιατί υπάρχει; 

Επική, λυρική, συναισθηματική, οικουμενική, είναι επίθετα που μειώνουν την ταινία. Όπως επίσης οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας περιορίζει με τις λέξεις κάτι τόσο μεγαλειώδες και συνάμα ταπεινό!

Αναπάντητα ερωτήματα και ταυτόχρονα γνωστά κατακλύζουν Το Δέντρο της Ζωής.

Και η ταινία, αλήθεια, πού τελειώνει και πού αρχίζει; Και η μέση πότε προκύπτει; Σε πόσα επίπεδα κινείται ο χρόνος και ο χώρος… εντός ή εκτός αυτής; Στο τέλος στην ταινία του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει. Στην αρχή της ταινίας του Μάλικ το νόημα δεν γεννιέται, αλλά επιστρέφει.

 

Το Lacrimosa του Preisner–τροποποιημένο από τον συνθέτη ειδικά για την ταινία.



ΙΙ. Το Δέντρο της Ζωής στην Ελλάδα:

Στην Ελλάδα η υποδοχή της ταινίας δεν υπήρξε εξίσου θερμή με εκείνη των ξένων κριτικών κινηματογράφου. Πράγμα λογικό, αν λάβουμε υπόψη την αποστροφή του αυτοαποκαλούμενου «διανοούμενου» Έλληνα για οτιδήποτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως «χριστιανικό» ή θρησκευτικό, για να μην πω πνευματικό. Επιπλέον, δυστυχώς ο Μάλικ υπήρξε πανεπιστημιακός καθηγητής Φιλοσοφίας και όχι cult Αμερικάνος σκηνοθέτης που φτιάχνει ταινίες για ναρκωτικά, σεξ και διαστροφή, βία, κύκνους, μαφία και παράλληλες πραγματικότητες με τρισδιάστατα εφέ σε συνδυασμό με πολεμικές τέχνες. Δεν προκαλεί με δηλώσεις, αντιθέτως σπάνια δίνει συνεντεύξεις και ποτέ σχεδόν δεν εμφανίζεται σε φεστιβάλ.

Σε αυτή τη χώρα ό,τι δεν προκαλεί, δεν είναι και κουλ - αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι περισσότερο «σινεφίλ» (lol)  είναι εικοσάρηδες με σχεδόν ανύπαρκτη κινηματογραφική παιδεία. Για να επιστρέψουμε στο θέμα του Χριστιανισμού, όμως, ο Άγγλος κριτικός κινηματογράφου Peter Bradshaw έγραψε: «Ο κόσμος ερχόταν επανειλημμένα να με επικρίνει για τα καλά μου λόγια για την ταινία. Μου έλεγαν ότι η ταινία είναι βαρετή, προσποιητή και –κυρίως- χριστιανική! "Δεν συνειδητοποίησες", με ρωτούσαν, "ότι ο Μάλικ είναι χριστιανός;"» Ωστόσο ο ίδιος ο Bradshaw παραβλέπει αυτό το γεγονός (άλλωστε ο Μάλικ είναι περισσότερο ένας ουμανιστής φιλόσοφος που αναφέρεται σε όλες τις θρησκείες) και κλείνει την κριτική του συμπεραίνοντας ότι, «η ταινία μπορεί να μην είναι για τον καθένα, αλλά κάνει πολλούς άλλους σκηνοθέτες να φαίνονται αδύναμοι και συνεσταλμένοι».

Wednesday, September 14, 2011

Το Δέντρο της Ζωής του Μάλικ και γιατί αποφεύγω να πηγαίνω σινεμά

 

treeWarn


Έχω διαβάσει αρκετά για τις αντιδράσεις του κοινού κατά την προβολή του Δέντρου της Ζωής του Μάλικ. Φαίνεται ότι πολύς κόσμος αποχωρούσε από το σινεμά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Οι λόγοι πολλοί και διάφοροι: βρήκαν την ταινία βαρετή, δύσκολη, πειραματική, ακαταλαβίστικη, προσποιητή, “δήθεν”. Στην Αμερική πολλοί ήταν αυτοί οι θεατές που, αφού αποχωρούσαν από την αίθουσα, ζητούσαν τα λεφτά τους πίσω. Το παράδοξο είναι ότι αρκετοί ιδιοκτήτες κινηματογράφων για να αποφύγουν κάτι τέτοιο έσπευσαν να αναρτήσουν πόστερ δίπλα από αυτό της ταινίας προειδοποιώντας το κοινό ότι το Δέντρο της Ζωής δεν ακολουθεί μία τυπική, γραμμική δομή και, συνεπώς,  από τη στιγμή που οι θεατές έχουν προειδοποιηθεί γι’ αυτό, δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση σε περίπτωση που αποφασίσουν να φύγουν στη μέση της ταινίας. Όπως και να έχει, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να δω την ταινία του Μάλικ σε μία γεμάτη αίθουσα, ύστερα από απίστευτες μαρτυρίες για τη συμπεριφορά των θεατών, τις οποίες έχω διαβάσει σε διάφορα κινηματογραφικά forum.


Η αλήθεια είναι ότι πλέον δεν πάω παρά σπάνια σινεμά: αποφεύγω τα Multiplex και μέρες-ώρες προβολής που μαζεύουν πολύ κόσμο. Έχω ρωτήσει αρκετές φορές στο ταμείο πόσο γεμάτο είναι το σινεμά πριν πάρω εισιτήριο για μια ταινία, και άλλες φορές δεν αγοράζω καν εισιτήριο αν εντοπίσω παρέες από φασαριόζους νεαρούς στην ουρά. Βέβαια, όσο ήμουν φοιτητής δεν με πείραζε το κοινό όσο θορυβώδες κι αν ήταν, εάν επρόκειτο για κάποια πρόχειρη ταινιούλα ή καμιά χαζοκωμωδία. Πλέον τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό το κοινό έχει γίνει πολύ ενοχλητικό - ίσως από την άλλη, βέβαια, να ήταν ανέκαθεν έτσι.


Έχει να κάνει με την κουλτούρα και την παιδεία του κάθε λαού ως ένα βαθμό. Στην Αγγλία εκλαμβάνουν συχνά την πνευματώδη ποιότητα μιας ταινίας ως σαρκασμό και χιούμορ: είχα πάει, θυμάμαι, σε ειδικό αφιέρωμα στον Κισλόφσκι όπου είχε προβληθεί η τριλογία του. Στο φινάλε, όπου με απολύτως ευφυή τρόπο ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει τους ηθοποιούς της τριλογίας το κοινό ξέσπασε σε γέλια. Σε γέλια ξεσπούσε επίσης όποτε ο σκηνοθέτης μας αποκάλυπτε μια από τις πολλαπλές “συμπτώσεις” στις ταινίες του - κάτι που ερχόταν τελείως σε αντίθεση με την σοβαρότητα της Μπλε και της Κόκκινης ταινίας.  Σε μία άλλη περίπτωση, όταν έβλεπα τη Δασκάλα του Πιάνου του Χάνεκε σε αγγλικό σινεμά, με το που έπεσαν οι τίτλοι του τέλους, άκουσα κάποιον από πίσω μου να σχολιάζει: «Αυτοί οι Γάλλοι σκηνοθέτες πάντα επιλέγουν τόσο απότομο τέλος» (φυσικά ο Χάνεκε δεν είναι καν Γάλλος). Σε μία άλλη ταινία, γαλλική αυτή τη φορά, η κοπέλα που καθόταν από πίσω μου είχε σπαράξει στο κλάμα σε μια σκηνή βιασμού (που αν είχε διαβάσει για την ωμότητα της ταινίας, έπρεπε να ήξερε τι μας περιμένει όλους – και η αλήθεια είναι ότι ένας Θεός ξέρει γιατί εμείς που ξέραμε, αποφασίσαμε να ζήσουμε τέτοιο μαρτύριο για μιάμιση ώρα).


Η αντίδραση του κοινού - είτε λεκτική, είτε με γέλια και κλάματα, δεν με αφορά. Μπορεί εγώ να ερμηνεύσω ως άκρως συγκινητική μία σκηνή που ο διπλανός μου θα βρει αστεία (για δικούς του ακατανόητους λόγους) και να γελάσει, προσβάλλοντας ταυτόχρονα και τις προθέσεις του σκηνοθέτη ("είμαι πιο εξυπνάκιας από τον Μάλικ, οπότε ας κοροϊδέψω λίγο το έργο του") αλλά και επηρεάζοντας τη δική μου διάθεση ως θεατή.


Αυτά όσο ήμουν στην Αγγλία. Στην Ελλάδα μπορούμε να προσθέσουμε επιπλέον ενοχλητικές συμπεριφορές στη λίστα: κινητά που όχι μόνο τα αφήνουν και χτυπάνε, αλλά τα απαντάνε κιόλας! Πολύ περισσότερο ποπ κορν και νάτσος (τουλάχιστον στην Αγγλία οι θεατές δεν πάνε σινεμά για να φάνε - το κάνουν πριν ή μετά). “Δήθεν” κόσμο που αναλύει τις προθέσεις του σκηνοθέτη στο φουαγιέ ή στην ουρά για την αίθουσα. Και πολλά άλλα.


Σε γενικές γραμμές παντού όλο και κάποιος στο τέλος της ταινίας θα την σχολιάσει ως “ψευτοκουλτουριάρα” και σπουδαιοφανή. Όλο και κάποιος θα βρει την ευκαιρία να γελάσει, τονίζοντας την παρουσία του στο χώρο (περιμένει καραδοκώντας την ευκαιρία να βρει κάτι που ίσως να θεωρηθεί έστω και λίγο αστείο, ώστε ο ίδιος να ακουστεί!)


Λοιπόν, όταν πληρώνω χ ευρώ εισιτήριο για να πάω σινεμά, όταν έχω κάνει τόση απόσταση και θυσιάζω τον πολύτιμο χρόνο μου για να δω μια ταινία, θέλω να μπορώ να την απολαύσω σε απόλυτη ησυχία. Θα μου πείτε, φίλε πολλά ζητάς. Για την ελληνική νοοτροπία ίσως. Γνωστός μου στην Ολλανδία μου είπε ότι το κοινό εκεί παραμένει βουβό κατά την αρχή, τη μέση και το τέλος της ταινίας. Ίσως να υπερβάλλει. Κι όμως το πιστεύω. «Τότε μείνε σπιτάκι σου και μην μας τα πρήζεις», θα προσθέσετε. Μα αυτό ακριβώς και κάνω τα τελευταία χρόνια. Χίλιες φορές να δω την ταινία σε DVD, μες στην ησυχία μου, με τις σημειώσεις μου, να μπορώ να επαναλάβω σκηνές και διαλόγους, να κάνω παύση, να ψάξω μία γρήγορη αναφορά στο internet. Μειωμένη εμπειρία; Ποια; Ότι δεν θα απολαύσω τη Λευκή Κορδέλα σε Dolby Surround ή ότι δεν θα δω Bela Tarr σε 3D (Θεός φυλάξοι!)

Όπως βλέπω μια όπερα, ακούω μια ορχήστρα, ή παρακολουθώ μια χορευτική παράσταση σε ένας σαφώς πιο ήσυχο περιβάλλον, έτσι θέλω να βλέπω και ταινίες. Δυστυχώς είναι γεγονός ότι σε σχέση με άλλες εκδηλώσεις τέχνης το σινεμά παραμένει λιγότερο ελιτίστικο (ακόμα και σε καλές ταινίες, άξιες να θεωρηθούν τέχνη) και περισσότερο εκλαϊκευμένο. Γι’ αυτό και εν συγκρίσει το κοινό είναι λιγότερο διαπαιδαγωγημένο και μυημένο στο σινεμά, με αποτέλεσμα να δείχνει και λιγότερο σεβασμό σε αυτή την Τέχνη.

 

Wednesday, July 13, 2011

Anywhere

 

 

Τις προάλλες κάποιος με ρώτησε ποια είναι η χειρότερη ταινία που είδα τα τελευταία δύο χρόνια. Το σκέφτηκα για λίγο, και ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία: Το Somewhere της Sofia Coppola. Δεν θα έλεγα ότι είναι ταινία κακή ή προσβλητική (βλ. Inglourius Basterds), απλώς είναι ό,τι πιο ανούσιο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Τι είχε στο μυαλό της άραγε η Coppola; Ήθελε μήπως η έλλειψη πλοκής, οι σιωπές και τα στατικά πλάνα να θυμίζουν ευρωπαϊκό κινηματογράφο; Κι αν ναι, είναι αυτά τα χαρακτηριστικά και οι τεχνικές αρκετές από μόνες τους για να παραπέμπουν σε Αντονιόνι (γιατί εκεί πήγε το μυαλό μου βλέποντας την ταινία – κάτι σε στυλ Επάγγελμα Ρεπόρτερ ή ίσως και σε Παρίσι-Τέξας του Βέντερς); Σαφώς και όχι. Για μένα η Coppola έκανε μια τρύπα στο νερό, μια ταινία χωρίς ουσία - κρίμα αν σκεφτείς ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να διατεθούν γι' άλλο σκοπό (ή και για άλλη ταινία). Αυτό που "δημιούργησε" δεν είναι ούτε τέχνη, ούτε διασκέδαση, ούτε αστείο, ούτε σοβαρό, ούτε ουσιαστικό, ούτε επιφανειακό, είναι ένα τίποτα, ένα anywhere, γι' αυτό και είναι χειρότερο από τις χειρότερες ταινίες.