Thursday, November 12, 2009

Das Weisse Band

the_white_ribbon_poster-424x600

 

Τίτλος: Η Λευκή Κορδέλα (Das Weisse Band)

Σκηνοθέτης: Michael Haneke

Παραγωγή: 2009


Όταν έμαθα ότι ο Χάνεκε πρόκειται να γυρίσει σε remake την ταινία του Funny Games απογοητεύτηκα αρκετά: Αφενός, επειδή για μένα το Funny Games αποτελεί τη μοναδική ταινία του σκηνοθέτη που δεν μπορώ να χωνέψω (λίγο ρητορική, λίγος δογματισμός, λίγο κήρυγμα, λίγο το κλείσιμο του ματιού στην κάμερα...), αφετέρου τι δουλεία είχε ο Χάνεκε με το αμερικάνικο κοινό; Πίστευε ότι πραγματικά μπορούσε να τους δώσει ένα μάθημα ή ότι αξίζει να προωθήσει την ταινία του ως προϊόν μαζικής κουλτούρας; Έπειτα, αφού έγινε το remake, διάβασα ότι πρόκειται να σκηνοθετήσει τη Λευκή Κορδέλα (επιτέλους ταινία του στα γερμανικά αυτή τη φορά!) και ανακουφίστηκα. Φαίνεται ότι ο Χάνεκε θα επέστρεφε στα γνωστά θέματα του με νέο υλικό αυτή τη φορά. Διαβάζοντας για την υπόθεση της ταινίας και βλέποντας κάποια κλιπάκια, είχα πει ότι σίγουρα θα έφευγε από τις Κάννες με τον Χρυσό Φοίνικα (διαβάστε εδώ την πρόβλεψη, την ανακοίνωση των βραβείων και τα συγχαρητήρια) και, πολύ πιθανό, σε λίγους μήνες να κερδίσει και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Η Λευκή Κορδέλα ήταν ακριβώς όπως την περίμενα και λίγο καλύτερη. Πρόκειται για την πιο αυστηρά συμμετρική σκηνοθεσία του Χάνεκε: ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έξοχα καδραρισμένα πλάνα. Ως συνήθως, έλλειψη μουσικής επένδυσης. Ερμηνείες απίστευτα ρεαλιστικές. Η χρονική διάρκεια κάθε πλάνου φαίνεται να είναι μετρημένη με μαθηματική ακρίβεια. Ακόμα και η προφορά των λέξεων και η αυστηρή δομή και σύνταξη της όμορφης γερμανικής γλώσσας ακούγεται σαν θεατρική πρόζα. Όλα αυτά τα στοιχεία της  καλοκουρδισμένης σκηνοθεσίας συνθέτουν μία ταινία βαριά, ασήκωτη σχεδόν, ταινία που ευτυχώς δεν προορίζεται για τις μάζες, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σπουδαίο κινηματογραφικό έργο τέχνης (όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως).

bandFamilie


Η ταινία καταπιάνεται με τα θέματα της τάξης, της οργάνωσης, της καταπίεσης γενικότερα (οικογενειακής, κοινωνικής, σεξουαλικής), τα οποία ξεδιπλώνονται ως μία σειρά ανεξήγητων, φαινομενικά, συμβάντων σε ένα γερμανικό χωριό, λίγο πριν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χάνεκε αποφεύγει το δράμα και τις στομφώδεις δηλώσεις και με ήπιους τόνους αναπαριστά μία ασφυκτικά δομημένη κοινωνία, κρατώντας ταυτόχρονα τη συναισθηματική ένταση να υποβόσκει, σε σημείο όπου ο θεατής αναμένει την έξαρση να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή. Η αποτύπωση των χαρακτήρων και των συμβάντων στο γερμανικό χωριό είναι τόσο λεπτομερής, που ακόμα και μετά την ταινία μορφασμοί και εκφράσεις των χαρακτήρων, φωτογραφίες των τοπίων που φαίνονται να αποτελούν προέκταση του κρυφού ψυχισμού των κατοίκων του, επιστρέφουν στη μνήμη μας με τον μοναδικό τρόπο που ένας Μπέργκμαν θα κατάφερνε. Η ταινία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αφού πλέον έχουμε κατακτήσει τις ελευθερίες που σαφώς οι ήρωες της ταινίας στερούνται, τότε γιατί εξακολουθούμε να έχουμε ενδοιασμούς; Γιατί η επικοινωνία φαντάζει ακόμα και σήμερα τόσο δύσκολη όσο αποξενωμένη διατυπώνεται στην ταινία; Ο Χάνεκε δεν προσπαθεί να ρητορεύσει ότι ο ψυχαναγκασμός και η καταπίεση του γερμανικού λαού έγιναν αίτιο για τον φασισμό και τον πόλεμο που ακολούθησε, όπως αρκετές κριτικές εύκολα βιάστηκαν να συμπεράνουν. Κάτι τέτοιο θα παραήταν εύκολο για έναν σκηνοθέτη της εμβέλειας του Χάνεκε που θέτει πάντα μόνο ερωτήματα όπως ο ίδιος έχει δηλώσει άλλωστε. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, αφού κανείς και όλοι ταυτόχρονα θα μπορούσαν να είναι οι δράστες στην ταινία. Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να λαμβάνει τόπο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία κάθε χώρας και όχι μόνο στη Γερμανία.

bandField 
Η Λευκη Κορδέλα ταινία φαίνεται να προτρέπει τους κριτικούς επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους (στο Rotten Tomatoes αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε μία αρνητική κριτική). Ο Χάνεκε είναι μέσα στους πραγματικά ελάχιστους μεγάλους δημιουργούς της εποχής μας και ένας σκηνοθέτης που θα αφήσει ιστορία στην πορεία του κινηματογράφου. Άκρως διανοούμενος, βαθυστόχαστος, έχει το θάρρος να θέτει μόνο μεγάλα ερωτήματα, αγνοώντας τη δίψα του κοινού για εύκολες απαντήσεις. Από αυτή την άποψη είναι ένας πραγματικός auteur, του οποίου η Τέχνη και το όραμα δεν γνωρίζουν συμβιβασμούς.

bandBird
Για όσους με κατηγορούν ότι τίθεμαι πάντα υπέρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αγνοώντας τον αμερικάνικο, ένα έχω να πω: ας αναλογιστεί κάποιος τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργείται ο κινηματογράφος ως  διασκέδαση και ο κινηματογράφος ως Τέχνη. Από τη μία έχουμε τα  τα γελοία ποσά που πληρώνονται οι ηθοποιοί στο Χόλυγουντ για τις κατω-του-μετριου ερμηνείες του, και από την άλλη έχουμε ένα πλήθος άγνωστων γερμανών ηθοποιών σε αυτή την ταινία (στην πλειοψηφία παιδιά!!!) να ζούνε το ρόλο τους καλύτερα από κάθε celebrity "ηθοποιό". Το σίγουρο είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών στη Λευκή Κορδέλα μου έφεραν στον νου αντίστοιχες μεγάλων ευρωπαίων ηθοποιών.

bandBarn 
Συχνά, βλέποντας μία κλασική ταινία που σήμερα θεωρείται αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, αναρωτιέμαι τι να σκεφτόταν άραγε τότε το κοινό και η κριτική; Τι συνέβη μετά την πρώτη προβολή μιας σπουδαίας ταινίας; Ο κόσμος τη θεώρησε αμέσως αριστούργημα ή μήπως δεν είχε καταλάβει ακριβώς για πόσο σημαντικό έργο τέχνης πρόκειται; Πώς ένιωσαν, άραγε, αυτοί που ήταν παρόντες στις πρώτες  προβολές ενός τέτοιου σπουδαίου έργου; Η απορία μου αυτή μου λύθηκε παρακολουθώντας τη Λευκή Κορδέλα. Φίλοι αναγνώστες του blog να το θυμηθείτε, σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που στο μέλλον θα ανήκει στην κατηγορία των "κλασικών" αριστουργημάτων, ανάλογων με αυτών των Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Μπρεσσόν, Ντράγιερ... Πρόκειται για την πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του σκηνοθέτη (μαζί με το Code Inconnu), ο οποίος θα πρέπει αυτομάτως να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σπουδαιότερους δημιουργούς, ακόμα κι από αυτούς που ίσως μέχρι σήμερα να είχαν τις αμφιβολίες τους για το έργο του.

Προσωπική Αξιολόγηση:    9,5  / 11


ΥΓ. Η καλύτερη ελληνική κριτική που έχω διαβάσει μέχρι τώρα για την ταινία -και μία από τις καλύτερες κριτικές γενικότερα, αφού μιλά ουσιαστικά, αποφεύγοντας τη συνήθη κριτικοφλυαρία- είναι αυτή της Πόλυς Λυκούργου για το περιοδικό Σινεμά.

Απόσπασμα από την ταινία:

Thursday, October 29, 2009

Σπασμένες Αγκαλιές

 

los-abrazos-rotos-poster

 

Τίτλος: Σπασμένες Αγκαλιές (Los Abrazos Rotos)

Σκηνοθέτης: Pedro Almodovar

Παραγωγή: 2009


Πιστεύω ότι μετά το Όλα Για Τη Μητέρα Μου, οι 5 ταινίες του Αλμοδόβαρ που ακολούθησαν ναι μεν είχαν ένα ώριμο, λιγότερο παιχνιδιάρικο στυλ, αλλά από την άλλη τους έλειπε η ζωντάνια και η φρεσκάδα, το "νεύρο"-trademark του σκηνοθέτη. Δεν λέω ότι ήταν κακές ταινίες –σίγουρα πολύ πάνω από τον μέσο όρο- ωστόσο μου άφηναν μία γεύση απογοήτευσης (βέβαια με το Όλα για τη Μητέρα Μου έφτασε τόσο ψηλά που δύσκολα κάποιος σκηνοθέτης θα επαναλάμβανε τέτοιο κατόρθωμα στις μετέπειτα ταινίες του).

Το Σπασμένες Αγκαλιές έχει όλα τα στοιχεία που συναντάμε στις ταινίες του Αλμοδόβαρ και που προσωπικά τόσο θαυμάζω: Δαιδαλώδες σενάριο, σκηνές που αγγίζουν το φιλμ νουάρ, ένας χιτσκοκικός τόνος στη πλοκή, δυνατές ερμηνείες, πολύχρωμα πλάνα. Σε δύο σημεία ίσως αυτή του η ταινία να υστερεί αισθητικά: στο στυλ και στη μουσική που σε αυτή την περίπτωση φαίνονται να κρατούν μία ελαφρώς πιο θαμπή απόχρωση σε σχέση με τις προηγούμενές του ταινίες. Επίσης το συναίσθημα είναι πιο συγκρατημένο για τα δεδομένα του Αλμοδόβαρ.

rotos-embrace

Αν και η ταινία, όπως είπα, είναι αρκετά καλύτερη από την πλειοψηφία των ταινιών που βλέπουμε κάθε χρόνο, από την άλλη δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να μας μεταδώσει. Μάλιστα θα έλεγα ότι με τις Σπασμένες Αγκαλιές ο Αλμοδόβαρ φαίνεται να ανακυκλώνει τις ιδέες και τα θέματά του χωρίς όμως να έχει κάτι ουσιαστικό να μας πει. Με άλλα λόγια φοβάμαι ότι θα αναγκαστώ να πω πως αρχίζει να μας κουράζει κιόλας (και το "κουράζει" είναι η τελευταία λέξη που θα μπορούσα να φανταστώ για να χαρακτηρίσω τις ευφάνταστες και συχνά πληθωρικές ταινίες αυτού του σπουδαίου –και αγαπητού μου-  σκηνοθέτη). Γνωρίζω ότι ακριβώς το ίδιο έχουν επαναλάβει και αρκετοί κριτικοί –και πραγματικά περίμενα να έχουν άδικο- όμως θα συμφωνήσω μαζί τους. Απόδειξη η σεκάνς που κλείνει την ταινία, παραπομπή στο Γυναίκες Στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, όπου εμείς οι θεατές παρατηρούμε μία αδιάφορη και "στεγνή" παραλλαγή της παραπάνω ταινίας, δίχως κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν επρόκειτο για ζωγράφο θα έλεγα ότι ο καλλιτέχνης αποφάσισε να πετάξει την πολύχρωμη παλέτα του, αντικαθιστώντας την με πιο γήινα χρώματα.

rotos-penelope

Δυνατές (αλλά και αναμενόμενες) οι ερμηνείες των Penelope Cruz και Blanca Portillo, ενώ την παράσταση κλέβει πιστεύω ο Lluis Homar στον ρόλο του γοητευτικού, τυφλού συγγραφέα (το συνεχές αινιγματικό χαμόγελό του, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, ακροβατεί μεταξύ της υπεροψίας, του σαρκασμού και φαίνεται να κρύβει μία προσωπικότητα που έχει βιώσει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ζωής και του έρωτα). Πολύ καλή, αλλά όχι και η καλύτερη, η δουλειά του εικονολήπτη Rodrigo Prieto.

rotos-director Ο Αλμοδόβαρ με τις πρωταγωνίστριες Penelope Cruz και Blanca Portillo.

Μπορεί, λοιπόν, οι ταινίες του Αλμοδόβαρ να έχουν αρχίσει να επαναλαμβάνουν τα θέματά τους και τις εμμονές του σκηνοθέτη, ωστόσο συνεχίζουν να βλέπονται ευχάριστα κι ας μην παρέχουν το ίδιο βάθος και ουσία. Το Σπασμένες Αγκαλιές αποτελεί μεν μια καλοφτιαγμένη ταινία, αλλά δεν είναι πιστεύω ικανή να συναγωνιστεί άλλες ταινίες σύγχρονων κορυφαίων δημιουργών, ούτε τις παλιότερες δημιουργίες του ίδιου το Αλμοδόβαρ. Έχω παρατηρήσει ότι και οι δύο τελευταίες ταινίες του σκηνοθέτη (Volver και Σπασμένες Αγκαλιές) τελειώνουν με μία δραματική φράση – φράσεις οι οποίες θα ταίριαζαν γάντι στο στυλ των παλαιότερων δημιουργιών του, αλλά πλέον ακούγονται σαν να βγήκαν  άχαρα από ροζ μυθιστόρημα και να έρχονται σε αντίθεση με τη "νέα", μετα-σουρεάλ ωριμότητα του σκηνοθέτη. Όχι λοιπόν κάτι το αξιόλογο, ωστόσο αν δείτε τις Σπασμένες Αγκαλιές ο χρόνος σας θα περάσει ευχάριστα, πολύ καλύτερα σε σχέση με  την πλειονότητα των ταινιών που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2009.

 
Προσωπική Αξιολόγηση:    4,5  / 11

 

Ακολουθεί ενδιαφέρον 3λεπτο βίντεο, όπου ο σκηνοθέτης μιλά για τον ρόλο της Penelope Cruz στην ταινία (στα αγγλικά, με υπότιτλους):

Wednesday, October 14, 2009

La Notte

NotteCov «Μα κάθε φορά που ετοιμάζομαι να επικοινωνήσω με κάποιον, η αγάπη εξαφανίζεται.»
- Valentina (Monica Vitti)


Τίτλος: La Notte (Η Νύχτα)

Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni

Παραγωγή: 1961


Τι σκέφτονται άραγε οι ήρωες του Αντονιόνι όταν παρατηρούν τους άλλους ανθρώπους; H Lidia (Jeanne Moreau) περπατά μόνη στους άδειους δρόμους του Μιλάνου. Δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Ένας εργάτης φαίνεται να τρώει το κολατσιό του ακουμπώντας την πλάτη του σε έναν τοίχο. Η Lidia σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, τον παρατηρεί. Όταν αυτός γυρίσει και την κοιτάξει αυτή τον προσπερνά, μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσει το κεφάλι της και να τον περιεργαστεί γι άλλη μια φορά. Ο λόγος άγνωστος. Τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή της ηρωίδας; Γιατί περιεργάζεται τον κόσμο, ακόμα και τον ίδιο τον σύζυγό της λες και βλέπει για πρώτη φορά άνθρωπο; Τι προσπαθεί να «διαβάσει»; Την ίδια νύχτα σε ένα κοσμικό πάρτι, στον κήπο βρίσκεται μια γάτα ανάμεσα στο πλήθος, στέκεται σαν στήλη άλατος, κοιτάζοντας έντονα ένα μικρό άγαλμα απέναντι της. «Κοιτάζει αυτό το άγαλμα όλη τη νύχτα», θα πει η οικοδέσποινα στη Lidia κάποια στιγμή αναφερόμενη στη γάτα. «Ποιος ξέρει τι σκέφτεται; Ίσως και να το περιμένει να ζωντανέψει... Οι γάτες είναι παράξενες...» Οι παραπάνω δύο σκηνές δεν διαρκούν παρά μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα, σε σημείο που ο θεατής μπορεί καν να μην τις προσέξει, αφού πρόκειται για λεπτομέρειες. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες μιας καθημερινής μέρας που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αλλά εν τέλει ίσως και να είναι άμεσα συνδεδεμένες, αποτελώντας μυστηριώδεις αλλεπάλληλους υπαινιγμούς για την ύπαρξή μας, μέσα σε ένα δαιδαλώδες σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι το ένα και το αυτό είτε διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, είτε απλά 24 ώρες.

Το La Notte (που πράγματι διαδραματίζεται μέσα σε ένα 24ωρο) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι για την αποξένωση και έλλειψη επικοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις: το L' Avventura (Η Περιπέτεια) είναι η πρώτη ταινία, ακολουθεί το La Notte (Η Νύχτα), και η τριλογία κλείνει με το L' Eclisse (H Έκλειψη), κριτική της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δύο είναι οι κεντρικοί ήρωες στην ταινία: Η προαναφερθείσα Lidia, τον ρόλο της οποίας υποδύεται εκφραστικότατα η Jeanne Moreau, και ο σύζυγός της, ο πετυχημένος συγγραφέας Giovanni Pontano (Marcello Mastroianni). Ταιριάζει γάντι στον Mastroianni ο ρόλος του γοητευτικού και μελαγχολικού, διανοούμενου γυναικοκατακτητή (!). Νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες ερμηνείες του, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας τα βάθη της προσωπικότητάς του ρόλου που υποδύεται παραμένουν ένα αίνιγμα: λατρεύει τις νυχτερινές εξορμήσεις και τις ωραίες γυναίκες, παρορμητικός, αλλά ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικός, ενώ τα μάτια του προδίδουν μια κάποια μελαγχολία. Ο χαρακτήρας του συνοψίζεται με τα ίδια τα λόγια του σε μία μεταφορική ιστορία που διηγείται σε μία θαυμάστριά του: «Θα σου πω την ιστορία ενός ερημίτη, ενός διανοούμενου φυσικά, τρεφόταν μόνο με δροσοσταλίδες, μέχρι που έφτασε στην πόλη...όπου δοκίμασε κρασί και κατέληξε αλκοολικός.»

NotteFinale

Σε αντίθεση με τον Giovanni, η Lidia φαίνεται συνεχώς να αποφεύγει τον κόσμο. Και όταν έρχεται τελικά σε επαφή μαζί του προτιμά να τον παρατηρεί σιωπηλή. Η ταινία ξεκινά με το ζευγάρι να επισκέπτεται έναν ετοιμοθάνατο φίλο τους στο νοσοκομείο. Εκεί είναι η Lidia αυτή που δεν θα αντέξει την κατάσταση του ασθενούς και θα βγει έξω για να κλάψει. Ο σύζυγός της, αντιθέτως, όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά αποχωρώντας από το νοσοκομείο δεν θα διστάσει να αφεθεί στα χάδια μιας ανεξέλεγκτης ασθενούς που θα τον παρασύρει στο δωμάτιό της. Με αυτή την μυστηριώδη και κάπως αρρωστημένη σκηνή ο Αντονιόνι μας προδιαθέτει για την συγκεχυμένη, παρορμητική προσωπικότητα του Giovanni και μας προετοιμάζει για τις επόμενες πράξεις του.

Καθώς η μέρα κυλά αργά, η Lidia θα περιπλανιέται στους δρόμους του Μιλάνου -αφού θα έχει πρώτα "δραπετεύσει" από μία αποπνικτική παρουσίαση του βιβλίου του Giovanni- παρατηρώντας αδιάκοπα σαν μικρό παιδί τα διάφορα μέρη και τον κόσμο που συναντά. Η φυγή της από την βιβλιοπαρουσίαση και η βόλτα που θα την οδηγήσει στο να διαλύσει τον καβγά μιας συμμορίας, τονίζουν τον τρόπο με την οποίο η ηρωίδα αρνείται να παραδεχθεί (ή να αποδεχθεί) την υποκρισία και την έλλειψη ανθρωπιάς γύρω της. Άραγε αποτελεί αφορμή για αυτή της την στάση η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο της ή την απασχολούσε κάτι βαθύτερο από πριν;

NotteDancer
Η μέρα θα φύγει και τους δυο πρωταγωνιστές θα τους βρει η νύχτα μαζί με την απότομη απόφαση της ηρωίδας να δεχτεί την πρόταση για ένα κοσμικό πάρτι (κάτι που αρχικά είχε αρνηθεί). Το κλίμα της αποξένωσης που κυριαρχούσε στο πρώτο μισό της ταινίας, δεν φαίνεται να υποχωρεί στο δεύτερο μισό που διαδραματίζεται ανάμεσα σε πολλούς καλεσμένους, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, στο πάρτι της υπερπολυτελούς έπαυλης ενός εφοπλιστή. Οι δύο πρωταγωνιστές θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Giovanni θα επιχειρήσει να αναμειχθεί και να γνωρίσει νέο κόσμο. Η Lidia, από την άλλη, βρίσκεται την περισσότερη ώρα μόνη και αποφεύγει οποιαδήποτε γνωριμία. Ακόμα και όταν μία φίλη της της προτείνει να την συστήσει σε έναν γοητευτικό άνδρα, αυτή αρνείται πεισματικά και σηκώνεται να φύγει. Αν και η Lidia θα συναντήσει ξανά τυχαία τον ίδιο άνδρα, κι ενώ φαίνεται να της αρέσει, θα συνεχίσει να τρέχει μακριά του, σαν να θέλει να αποφύγει οποιαδήποτε έντονη σχέση, όχι μόνο μαζί του αλλά με οτιδήποτε ζωντανό. Ωστόσο, η ίδια η Lidia είναι αυτή που θα παροτρύνει τον Giovanni να γνωρίσει μία όμορφη καλλονή η οποία φαίνεται να πλήττει ολομόναχη μες στην έπαυλη όσο οι άλλοι διασκεδάζουν έξω στον κήπο. Αυτή η καλλονή που ακούει στο όνομα Valentina (Monica Vitti) θα υπάρξει το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της ταινίας. Πολλά θα διαδραματιστούν σε αυτό το νυχτερινό πάρτι και δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω εδώ, αφού η μαγεία στις ταινίες του Antonioni έγκειται ακριβώς στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης πλοκής, όπου ο θεατής θα περίμενε με αγωνία να δει την εξέλιξή της.

NotteTrois
Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τον θεατή να εντρυφήσει στην απλή καθημερινότητα των δύο ηρώων του χωρίς να ανοίγει τελείως τα χαρτιά του για τις εμμονές που απασχολούν τους χαρακτήρες τους. Μέσα από λήψεις και τοποθετήσεις της κάμερας με γεωμετρική αυστηρότητα και ακρίβεια (τεχνικές που θα βρούνε την ωρίμανση τους στην Έκλειψη), θα κάνει παραλληλισμούς ανάμεσα στη διαμόρφωση του χώρου -άλλοτε άδειου και κενού και άλλοτε μες στο χάος του πλήθους και των αυτοκινήτων- και του ψυχισμού των ηρώων του. Πολύ έξυπνη και η χρήση του ήχου: στο πρώτο μισό της ταινίας ακούμε απειλητική φασαρία από ελικόπτερα, ρουκέτες, αυτοκίνητα, και σταδιακά, καθώς πέφτει η νύχτα, jazz μελωδίες θα αρχίσουν να συνθέτουν τη φιλάρεσκη ατμόσφαιρα των νυχτερινών γνωριμιών που ως συνήθως μυρίζουν προσδοκία.

Από τις ταινίες της τριλογίας, το La Notte είναι κατά τη γνώμη μου αυτή όπου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον θεατή και να τον κάνει να νιώσει τα αόρατα ρεύματα της αποξένωσης είναι πιο διακριτική και ειλικρινής: τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαίσθητα ακόμα και στον μυημένο σινεφίλ. Επιπλέον, είναι πιστεύω η ταινία που περιέχει περισσότερο συναίσθημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο, αν και αυτό φυσικά αφήνεται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, που στην πορεία γίνονται τρεις, φαίνονται να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα άτομα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν και πέφτουν θύματα παρορμητικών αποφάσεων και επιλογών: ο καθένας μοιάζει να βρίσκεται (ή να είχε βρεθεί) με το σωστό άτομο στο λάθος χώρο, τη λάθος στιγμή. Αυτό που αρχικά ξεκινά σαν μία συνάντηση όλο προσδοκία, συχνά καταλήγει να φαίνεται μάταιο και ρηχό. Πρόκειται για μία κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν που περιγράφει η όμορφη Valentina όταν εξομολογείται, «Ένιωθα δυστυχισμένη αυτή τη βραδιά, αλλά το παιχνίδι μας μου 'φτιαξε το κέφι, τώρα όμως η δυστυχία εισχωρεί πάλι μέσα μου σαν τη μελαγχολία ενός σκύλου.»

Προσωπική Αξιολόγηση: 10 / 11


Ο Giovanni (M. Mastroianni) με τη σύζυγό του Lidia (J. Moreau). Και η νύχτα μόλις έχει ξεκινήσει.

Thursday, October 1, 2009

Αντίχριστος

 antiCov

 

Τίτλος: Antichrist (Αντίχριστος)

Σκηνοθέτης: Lars von Trier

Παραγωγή: 2009


Η ταινία του Τρίερ δεν είναι τελικά τόσο κακή για τον ντόρο και το γιουχάισμα που προκάλεσε στις Κάννες. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι είναι καλύτερη από τις τελευταίες προσπάθειες του σκηνοθέτη (είμαι της άποψης ότι τίποτα δεν μπορούσε να πάει χειρότερα από το Dancer in the Dark).

Ας αρχίσω λοιπόν με τα θετικά… Η ταινία είναι χωρισμένη σε κεφάλαια και το πρώτο από αυτά με τίτλο “Εισαγωγή” ξεκινά με την υπνωτικά όμορφη άρια Lascia ch'io pianga από την όπερα Rinaldo του Χέντελ. Αυτή η εισαγωγή λοιπόν, προβάλλει σε αργή κίνηση και σε υπέροχα πλούσιες γκρίζες αποχρώσεις τους ήρωες της ταινίας να ερωτοτροπούν μέσα στο μπάνιο, όσο το μωρό τους βγαίνει από την κούνια του, ανοίγει το παράθυρο και κάνει βουτιά στο κενό. Είναι μία πολύ συμβολική σκηνή, υπέροχα δοσμένη από τον Τρίερ – ομολογώ ότι για μένα ήταν μία έκπληξη από τον σκηνοθέτη. Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα, αλλά αναφέρονται ως Αυτός (He) και Αυτή (She) και τους ρόλους υποδύονται ο Willem Dafoe και η Charlotte Gainsbourg αντίστοιχα. Οπότε, αν μη τι άλλο, η ταινία ξεκινά με έναν μαγευτικό τόνο και συγχαρητήρια στον σκηνοθέτη για την έξοχη χρήση της άριας που ήδη έχει ως αποτέλεσμα να κάνει τον Χέντελ πιο γνωστό στο ευρύ κοινό (αρκετά κλιπάκια τις άριας στο YouTube έχουν σχόλια που αναφέρονται στην ταινία).

antichristbw

Παρόμοιες, υπέροχα φωτογραφημένες σκηνές κυριαρχούν συχνά μες στην ταινία, κυρίως πριν ή μετά κάποιο κεφάλαιο, προσδίδοντας της μία μυστηριακή, μαγευτική ατμόσφαιρα. Αυτό είναι κάτι καινούριο πιστεύω στην σκηνοθεσία του Τρίερ και μπράβο του πάλι γι αυτή του την εξέλιξη.

Κι εδώ ακριβώς –στην υπέροχη φωτογραφία- σταματούν και τα θετικά της ταινίας και ξεκινά… το σκηνοθετικό χάος! Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω τίποτα πέρα από το ότι είναι αδιάφορες -- μου διαφεύγει ο λόγος που βραβεύτηκε η Gainsbourg στις Κάννες, αλλά υποθέτω ότι δεν υπήρχαν καλύτερες γυναικείες ερμηνείες. Άλλωστε οι ηρωίδες του Τρίερ περνούν πάντα από τέτοια βασανιστήρια –ωρύονται, χτυπιούνται, κλάινε- κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι συνώνυμο με την καλή ερμηνεία, αλλά αντιθέτως με το εύκολο εφέ του δραματικού εντυπωσιασμού.

antich2

Το σενάριο είναι ελαφρύ, όχι ότι παίζει μεγάλο ρόλο, απλά δεν βγάζει και μεγάλο νόημα. Και σίγουρα δεν δικαιολογεί την απίστευτη μεταμόρφωση της ηρωίδας στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας. Ακριβώς σε αυτό το μισάωρο ο σκηνοθέτης φαίνεται να ξεφεύγει. Η προβολή της βίας είναι αδικαιολόγητα ωμή. Προσωπικά, δεν θυμάμαι να έχω σοκαριστεί με τέτοιο τρόπο ξανά με ταινία! Και όλα αυτά γιατί; Θέλει να πει κάτι ο σκηνοθέτης; Λογικά ναι, αφού το ταξίδι μέχρι το φινάλε δεν έχει κάποια ουσία, ούτε πρόκειται για εμπειρία που πρέπει να ζήσει ο θεατή δίχως να αποκομίσει κάτι. Άλλωστε όλες οι ταινίες του Τρίερ είναι στρατευμένες προς πολύ συγκεκριμένα μηνύματα.

Για πρώτη φορά η οικουμενική επιτροπή στις Κάννες (υπεύθυνη για να βραβεύει ταινίες που προωθούν τις πνευματικές αξίες και ιδεώδη) έδωσε ένα “αντι-βραβείο” στον σκηνοθέτη γι αυτή του την ταινία. Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της επιτροπής είπε, “Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί μετά από την επίδραση που έχει αυτή η  ταινία… Πρόκειται για την πιο μισογυνιστική ταινία από τον αυτοαποκαλούμενο καλύτερο σκηνοθέτη στον κόσμο”. Με το παραπάνω συμφωνώ: ο μισογυνισμός είναι διάχυτος στο τέλος της ταινίας. Βέβαια, ο κάθε θεατής μπορεί να ερμηνεύσει την ταινία διαφορετικά.

antichristHouseFor

Ο Αντίχριστος πρόκειται πιθανώς για μία ταινία φτιαγμένη με σκοπό να σοκάρει και να εντυπωσιάσει. Δύο λόγοι με ωθούν –όπως και αρκετούς κριτικούς- σε αυτό το συμπέρασμα: οι δύο απίστευτα σοκαριστικές σκηνές που φαίνεται λες και βγήκαν ξαφνικά από άλλο είδος ταινίας, καθώς και η αφιέρωση στο τέλος (περισσότερα γι αυτήν παρακάτω). Ο ίδιος ο Τρίερ σε συνέντευξη του δήλωσε ότι σκηνοθέτησε την ταινία ως ένα είδος θεραπείας, μετά το τέλος της ψυχοθεραπείας του – η τελευταία αποτέλεσμα της κατάθλιψης που τον ταλαιπωρούσε τελευταία. Ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς ως κοινό τι του φταίμε; Δήλωσε, επίσης, ότι είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου και ότι ενδιαφέρεται να φτιάχνει ταινίες, όπως ο ίδιος είπε, “για να υπερασπιστώ μία ιδέα που δεν είναι δικιά μου. Έτσι για παράδειγμα θα έκανα μία ταινία όπου θα έδειχνα την ανθρώπινη πλευρά του Χίτλερ. Αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα”.

antiAni 
Το πιο παράδοξο από όλα; Στο τέλος της ταινίας ο σκηνοθέτης αφιερώνει την ταινία στον Ταρκόφσκι! Ένδειξη, όπως είπαν κάποιοι ότι δεν θέλει να πάρουμε την ταινία στα σοβαρά, αλλά πως απλά προσπαθεί να προκαλέσει (φυσικά μπορείτε να διαφωνήσετε με αυτό). Κι αυτό γιατί ο Ταρκόφσκι και οι ταινίες του μες στην ποίηση, τον ανθρωπισμό και την υπερβατικότητα, βρίσκονται στους αντίποδες των ταινιών του Τρίερ. Από ότι έχω διαβάσει, πράγματι ο Ταρκόφσκι είναι ο “Θεός” του Τρίερ, και σύμφωνα με όσα είπε ο Τρίερ όταν έδειξε στον Ταρκόφσκι την πρώτη του ταινία, ο τελευταίος την αποδοκίμασε!

antistaff Ο σκηνοθέτης πλαισιωμένος από τους δύο πρωταγωνιστές.


Για να ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν: ο Αντίχριστος είναι καλύτερη από τις πρόσφατες ταινίες του Τρίερ. Έχει όμορφη φωτογραφία και οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους τους ελαφρώς πιο πειστικά. Προσπαθώντας να ενσωματώσει τη φύση και τα ζώα στο σενάριο, συχνά το καθιστά γελοίο, χωρίς εξηγήσεις, ούτε καν νύξεις που να βγάζουν έστω κάποιο νόημα (βλ. αναφορά σε μάγισσες). Οι ερμηνείες αν και καλύτερες, όπως είπα, από προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, παραμένουν απλά μέτριες. Με απλά λόγια, η ταινία δεν έχει λόγω ύπαρξης: “Το σενάριο φαίνεται να γράφτηκε απλά και μόνο για να δικαιολογήσει δύο από τις πιο σοκαριστικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά”, όπως λεει η κριτικός των Times Wendy Ide. Κάποιοι φαν βιάστηκαν να μιλήσουν για αριστούργημα. Όπως όμως αρκετοί κριτικοί έχουν επισημάνει η ταινία είναι υπερβολικά αμφίσημη και διφορούμενη για να θεωρηθεί σπουδαίο κινηματογραφικό έργο. Η άποψη μου; Δείτε την απλά για τα ωραία πλάνα, την άρια του Χέντελ και για να διασκεδάσετε με την προκλητικότητα του σκηνοθέτη. Γι αυτό άλλωστε και ο σχετικά καλός βαθμός μου, παρ’ όλη την παλαβομάρα της ταινίας αυτής!

Προσωπική Αξιολόγηση:    2,5 / 11

Ακολουθεί ένα πολύ ενδιαφέρον κλιπάκι που δείχνει την πορεία της ταινίας στις Κάννες (συμπεριλαμβανόμενης και της ενδιαφέρουσας συνέντευξης τύπου όπου ο Τρίερ αυτοαποκαλείται ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο).

Tuesday, September 22, 2009

Såsom i en spegel

 

glasscover

 

Τίτλος: Såsom i en spegel (Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη)

Σκηνοθέτης: Ingmar Bergman

Παραγωγή: 1961


Να και κάτι που δεν βλέπουμε συχνά: στην ταινία αυτή, ο Θεός φανερώνεται στην κεντρική πρωταγωνίστρια! Σας φαίνεται ενδιαφέρον; Διαβάστε παρακάτω η καλύτερα δείτε την ταινία.

Το «Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη» σηματοδοτεί την έναρξη της δεύτερης κινηματογραφικής περιόδου του Μπέργκμαν και ταυτόχρονα αποτελεί την πρώτη ταινία της «Τριλογίας της Σιωπής (του Θεού)». Όπως και οι υπόλοιπες δύο ταινίες της τριλογίας («Χειμερινό Φως» και «Η Σιωπή») έχουν παρομοιαστεί με έργα δωματίου (όπως και στη μουσική και στο θέατρο) λόγω της αμεσότητας τους, τη χρήση μίας βασικής ομάδας ηθοποιών, τη διαδραμάτιση σε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια κτλ. Γι αυτό και η συγκεκριμένη ταινία έχει τέσσερις πρωταγωνιστές και περιορίζεται στο πανέμορφο νησί Φάρο μέσα σε ένα 24ωρο.

Παρακολουθούμε την άφιξη ενός πατέρα, καταξιωμένου συγγραφέα,  στο νησί Faro το καλοκαίρι, όπου εκεί βρίσκονται στο εξοχικό τους τα δύο του παιδία,  η Κάριν και ο Μίνους μαζί με τον σύζυγο της πρώτης. Το κεντρικό πρόσωπο εδώ είναι η Κάριν  η οποία βυθίζεται σταδιακά στη σχιζοφρένεια και την οποία υποδύεται  ε-ξ-α-ι-ρ-ε-τ-ι-κ-ό-τ-α-τ-α η Harriet Andersson. Η ταινία εξερευνά τις σχέσεις των τεσσάρων αυτών ανθρώπων επιχειρώντας έμμεσα μία σπάνια διείσδυση στον ψυχισμό τους. Ο Μπέργκμαν, έτσι, μας ξεδιπλώνει αργά  την εφηβική αφύπνιση της σεξουαλικότητας του Μίνους, την ανιδιοτελή αγάπη του Μάρτιν, συζύγου της Κάριν και πρόθυμο να θυσιαστεί για χάρη της, τον απόμακρο πατέρα που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ασθένεια της κόρης του, και φυσικά την ίδια την Κάριν. Αυτό το πολυσύνθετο ψυχογράφημα γίνεται με έναν τόσο φυσικό και άμεσο τρόπο όπως μόνο ο Μπέργκμαν καταφέρνει, κι εδώ δεν υπερβάλλω. Οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης επιχειρούσε το remake της ταινίας θα αποτύγχανε παταγωδώς. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος…

 stairs

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τον μοναδικό Sven Nykvist ως διευθυντή φωτογραφίας να μας δίνει μάλλον την καλύτερη δουλειά του σε ταινία του Μπέργκμαν. Η κινηματογράφησή του λειτουργεί σε δύο κυρίως επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο πρόκειται για την κινηματογράφηση των προσώπων καθαυτών, είτε βρίσκονται σε πρώτο πλάνο μόνα τους, είτε απεικονίζονται στο ίδιο πλάνο σε ζευγάρια (τυπικό πλάνο του σκηνοθέτη σε όλο σχεδόν το έργο του). Ο φωτισμός του κάθε προσώπου φαίνεται να προέρχεται από διαφορετική πηγή κι αυτό γιατί μαζί με τον Μπέργκμαν, ο Nykvist καταφέρνει να περάσει στον θεατή τη διάθεση και τον εσωτερικό κόσμο των πρωταγωνιστών, απλά αλλάζοντας τον φωτισμό του προσώπου τους. Παρατηρήστε, π.χ., πως συχνά η Κάριν φαντάζει απόκοσμα χλωμή, σαν να βγήκε από το «παραμύθι» που μας περιγράφει λεκτικά όποτε την πιάνουν οι νευρικές κρίσεις της. Στο δεύτερο επίπεδο ο φωτισμός αφορά τα τοπία, κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, με κύρια συστατικά τη νυχτερινή θάλασσα, το φεγγάρι και τον μεταμεσονύκτιο ήλιο που κυριαρχεί στις όμορφες σκανδιναβικές χώρες το καλοκαίρι  (και στην περίπτωση της ταινίας, προσθέτει μία σαγηνευτικά παραμυθένια ατμόσφαιρα, όπως εισχωρεί από τα παράθυρα). Δεν θα ήταν υπερβολή να πως ότι η χρήση του φωτός το καθιστά τον πέμπτο πρωταγωνιστή της ταινίας.

glass2
Τώρα για τις ερμηνείες να πούμε ότι είναι το είδος της ερμηνείας που δεν συναντάς στο Χόλυγουντ. Συχνά ακούμε να κερδίζει το Όσκαρ ερμηνείας ο τάδε ηθοποιός για τον τάδε ρόλο και πιστεύουμε ότι πρόκειται για κάτι το ξεχωριστό. Για τον θεατή όμως που έχει δει Μπέργμαν, τα Όσκαρ ερμηνείας του Χόλυγουντ φαντάζουν γελοία. Και οι τέσσερις πρωταγωνιστές ερμηνεύουν τους ρόλους τους με τον πιο πειστικό τρόπο, με αποκορύφωση την Harriet Andersson που σε αφήνει άφωνο. Συχνά βλέπουμε τους πρωταγωνιστές να κοιτούν το κενό ή να βλέπουν τα άτομα απέναντί τους σαν προσπαθούν να τα διαπεράσουν, στην περίπτωση του Μπέργκμαν όμως (και κυρίως σε αυτή την ταινία) αυτό που ουσιαστικά επιχειρούν οι τέσσερις χαρακτήρες της ταινίας να κάνουν κοιτάζοντας το κενό, είναι μία μάταιη απόπειρα να κοιτάξουν πιο βαθειά μέσα τους.

glass1
Επιστρέφοντας πίσω στο σενάριο της ταινίας, νομίζω μου επιτρέπεται να μιλήσω λίγο παραπάνω γι αυτό χωρίς να αποκαλύψω πολλά…  Καταρχήν να πω ότι η ταινία ξεκινά με μία βαθειά ερμηνεία της 2ης σουίτας για τσέλο του Μπαχ που φαίνεται να ταιριάζει με τον εσωτερικό κόσμο και τον πόνο της Κάριν, ο οποίος πρέπει να πούμε ότι ξεδιπλώνεται αργά και φαίνεται να εκδηλώνεται αργά μες στη νύχτα, όταν ο μεταμεσονύκτιος ήλιος λάμπει απαλά ακόμα (στην ταινία η θάλασσα φαίνεται φωτισμένη μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο σε διάφορα δωμάτια του σπιτιού, και η φυτογραφική ατμόσφαιρα είναι τέτοια που πραγματικά είναι λες και νιώθεις την υγρή καλοκαιρινή αύρα). Το ξύπνημα της Κάριν μες στη νύχτα ξεκινά από έναν τρομακτικό ήχο κάποιου πουλιού και συνεχίζεται στην εγκαταλελειμμένη σοφίτα (το ισχνό φως να διαπερνά το σκοτάδι συνεχώς) όπου ακούει φωνές να την καλούν μέσα στον τοίχο: στον απόκρυφο αυτό κόσμο της –όπως η ίδια θα μας περιγράψει- είναι μέρος μιας ομάδας ανθρώπων που γονατισμένοι περιμένουν να ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί ο… Θεός!!! Η πόρτα θα ανοίξει κάποια στιγμή και ο Θεός θα εμφανιστεί στην Κάριν στην κλιμάκωση της ταινίας. (Αν θέλετε λοιπόν να Τον δείτε κι εσείς όπως φανερώθηκε στον Μπέργμαν και την Κάριν δεν έχετε παρά να δείτε την ταινία!)

Ένα παράξενο συναίσθημα με κάνει να θέλω να γράψω τόσα πολλά γι αυτή την ταινία, αλλά από την άλλη ο σεβασμός μου για τέτοια έργα τέχνης δεν μου το επιτρέπει. Ναι, για τόσο μεγάλο έργο πρόκειται. Το «Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη» βρίσκει τον Μπέργκμαν αλλά και τον κινηματογράφο στο απόγειό του. Η ταινία είναι άριστη από όλες τις πλευρές, υπενθυμίζοντάς μας την αναγκαιότητα της Τέχνης απέναντι στη ματαιοδοξία της ανθρώπινής ύπαρξής μας.

Προσωπική Αξιολόγηση:    10 / 11


Το γελοίο αμερικάνικο τρέιλερ ήταν το μοναδικό δυστυχώς που βρήκα: